You are currently viewing ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΚΟΤΣΩΝΗΣ: 34 χρόνια από το θάνατο του ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ  ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΚΟΤΣΩΝΗΣ: 34 χρόνια από το θάνατο του ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

  • Reading time:1 mins read

Του π. Ηλία Μάκου

 Σαράντα τέσσερα χρόνια συμπληρώθηκαν στις 15 Νοεμβρίου 2022 από την κοίμηση μιας εκκλησιαστικής φυσιογνωμίας, που σημάδεψε την πορεία της Εκκλησίας της Ελλάδας, έστω και αν στάθηκε εδώ στη γη “σημείον αντιλεγόμενον”. Πρόκειται για τον αείμνηστο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο Κοτσώνη, που κοιμήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1988 σαν απλός ιερομόναχος  στα Υστέρνια της Τήνου, με μηδενική περιουσία, αλλά αφήνοντας έναν μεγάλο θησαυρό: Τον αγαπητισμό. Ανεξάρτητα από το πως προσεγγίζει κανείς το πρόσωπο και τα πεπραγμένα του κυρού Ιερωνύμου, καθώς κλήθηκε να αναλάβει τα πηδάλια της Εκκλησίας σε μια ταραγμένη περίοδο και δεν δίστασε ρωμαλέα να αντισταθεί στο δικτατορικό καθεστώς, όταν χρειάστηκε,  δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι υπήρξε Αρχιεπίσκοπος της Αγάπης, που η συκοφαντία ούτε τον έκαμψε, ούτε τον μουντζούρωσε.  Πέρα από τους λιθοβολισμούς και τη σταύρωση, που ένιωσε βαθιά στην ψυχή του, εκείνος αποδείχθηκε σταθερά ειλικρινής, ανεξίκακος, απλός, λιτός, ασκητής, καρτερικός, αυτοελεγχόμενος, καλοπροαίρετος, γλυκύς, ήρεμος. Δεν ακολούθησε απλά το θέλημα του Θεού, δεν απαρνήθηκε μόνο τον εαυτό του, δεν πορεύτηκε μόνο ασυμβίβαστα, αλλά σήκωσε και το Σταυρό του Χριστού. Έγραψε ο ίδιος σε στιγμές περισυλλογής: “Θεέ μου, βοήθησέ με να σ’ ακολουθήσω, ν’ ακολουθήσω εσένα, μόνο εσένα. Νιώθω τόσο αδύνατος, τόσο μικρός και τόσο μεγάλο το αίτημά μου και τόσο δυσανάλογο για τα κότσια μου. Το βλέπω, το νιώθω, είμαι βέβαιος, πως με τις δικές μου δυνάμεις δεν θα τα βγάλω πέρα. Είμαι έτοιμος να με εγκαταλείψουν οι πάντες; Να με αφορίσουν; Να πεινάσω; Να γυμνητεύσω; Να μην έχω ούτε μια ασπιρίνη; Να πεθάνω; Να πεθάνω γι’ αυτά, εξ’ αιτίας αυτών, για Σένα;… Και πρέπει, να είμαι πέρα για πέρα ειλικρινής μαζί Σου Κύριε. Δεν χωρούν περιστροφές και μισόλογα… Δεν μπορώ. Δεν μπορώ, Κύριε, οδήγησέ με. Θέλω να είμαι μαζί Σου. Μαζί Σου. Στήριξέ με… Δυνάμωσέ με. Να είμαι μαζί Σου”. Και αυτή η συνοδοιπορία και η συσταύρωση και το σφιχταγκάλισαμα με τον Χριστό φαινόταν στη ζωή του, αποκαλύπτονταν  στην καθημερινότητά του. Κατοικούσε μέσα στο λιπόσαρκο κορμί του μια ανθηρή καρδιά. Δεν είπε ποτέ έναν πικρό ή σκληρό λόγο κατά των εχθρών του και στην ποταπότητα αντιδρούσε με ταπεινότητα. Ο πρωτοσύγκελλος του στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών και μετέπειτα   Μητροπολίτης Πισιδίας αοίδιμος Σωτήριος (Τράμπας), που  έμενε μαζί του στην αρχιεπισκοπική κατοικία, στο βιβλίο του  “Ένας ταπεινός Αρχιεπίσκοπος” μεταφέρει, με ολοφάνερη και βαθιά συγκίνηση, ζωντανές μαρτυρίες από την παρουσία του στο πλευρό του. Και είναι αποκαλυπτικές αυτές οι μαρτυρίες για την  αρετή του αλησμόνητου Ιερωνύμου. *”Ένα μεσημέρι είχα ετοιμάσει το τραπέζι για το γεύμα. Είχα την εντύπωση ότι όλα ήταν εντάξει. Μετά την καθιερωμένη προσευχή καθίσαμε. Σε λίγο βλέπω τον Μακαριώτατο να σηκώνεται. Χωρίς να μου πει τίποτα, πηγαίνει στην κουζίνα, φέρνει δύο κουταλάκια για την κομπόστα, που εγώ είχα ξεχάσει, αφήνει το ένα κουταλάκι στη θέση μου και το άλλο στη δική του…”. * “Ένα απόγευμα είχα ανέβει στο διαμέρισμα του Αρχιεπισκόπου να αφήσω στο γραφείο του τους φακέλους προς υπογραφή…Είχε απλώσει πάνω στις πολυθρόνες φακελάκια με τα ονόματα φτωχών, που τακτικά βοηθούσε. Και κρατώντας τα χρήματα, τα μοίραζε στα φακελάκια. Πρόλαβε και πήρε το μα΄τι μου τ’ όνομα ενός φακέλου: Τυφλή Σ.. Σαν απολογούμενος γι’ αυτό, που είδα να κάνει εκείνη τη στιγμή, μου λέει: Να, παιδί μου, έχω αρχή στη ζωή μου, όταν μου έρχονται οι νέες αποδοχές να μοιράζω ό,τι έχει απομείνει από τον προηγούμενο μήνα…”. * “Είχε την τόλμη , πρόσωπα, που θεωρούνταν ανεπιθύματα ή και επικίνδυνα για τους τότε κρατούντες, να τα προστατεύει και να τα αξιοποιεί”. * “Εντυπωσιάστηκα όταν είδα τον Αρχιεπίσκοπο, με το ζωστικό του ανασκουμπωμένο, φορώντας μια καλογερική σκούφια, να κάνει τη διαλογή πραγμάτων, που μαζεύουνταν για τους φτωχούς”. Η ταπείνωσή του είχε αξία, γιατί δεν κατευθυνόταν από τα κάτω προς τα πάνω, αλλά από πάνω προς τα κάτω. Ο μικρός, που σκύβει μπροστά στον μεγάλο, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ταπεινός, αλλά ειλικρινής. Ταπεινός ήταν ο Ιερώνυμος, που αν και μεγάλος, με την έννοια του αξιώματος, αλλά και πνευματικά, έσκυβε μπροστά στον μικρό. Η γνὠμη του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου για τον Ιερώνυμο, από τον οποίο χειροτονήθηκε στις 19 Νοεμβρίου του 1972, Επίσκοπος Ανδρούσης, έχει ιδιαίτερη αξία και βαρύνουσα σημασία. Λέει, λοιπόν, ο Αναστάσιος: “Οι οραματισμοί του, οι ανησυχίες του, οι δεήσεις του τόσο στα χρόνια των μεγάλων ευθυνών, όσο και στα χρόνια της διακριτικής σιωπής, ήταν έντονα φορτισμένα με τη συναίσθηση των προβλημάτων, των δυνατοτήτων, του χρέους στο σημερινό κόσμο της “μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας”, που την ονειρευόταν γεμάτη αγάπη για κάθε άνθρωπο, ιδίως τον πτωχό και κατατρεγμένο, να καταθέτει, δυναμικά και σεμνά, την ορθόδοξη μαρτυρία της, έτοιμη με ήρεμη γενναιότητα για το οποιοδήποτε μαρτύριο”. Νηφάλια κρίνοντας και σε απόσταση από εκείνη την εποχή, μπορούμε να σημειώσουμε ότι ο αξέχαστος Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος συνεισέφερε με την προσωπικότητα και το έργο του στην εξάπλωση και το φωτισμό του ορίζοντα της Ορθοδοξίας. Μ’ ένα φως, που διαχύθηκε σ’ ένα πλήθος επιδόσεων και συγκρότησε έναν αστερισμό με ποικιλία λάμψεων και χαρισμάτων. Επιθυμία του ήταν η κηδεία του να γίνη απέριττη, “ως αναξίου μοναχού”, όπως ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του. Όμως μετά την κηδεία του ιχνογραφήθηκε ως άξιος Ποιμένας, όπως ακριβώς ήταν, και έτσι τον αναγνωρίζει η ιστορία της Εκκλησίας. Ο επίγειος δρόμος του, ήταν δρόμος αγκαθωτός, γεμάτος με εμπόδια, μηνύματα και σημάδια. Ένας δρόμος αντίθετος σ’ αυτόν των πολλών, μα τόσο φωτεινός!  Οι ανηφοριές και οι δύσκολες στράτες, που διάλεξε να περπατήσει, τον οδήγησαν σε κορφές απάτητες και φωτολουσμένες, σε στιγμές ανείπωτα χαριτωμένες, έστω και αν ο ίδιος τις έκρυβε.