You are currently viewing Αλβανίας Αναστάσιος: “Με την πανδημία πολλοί απομακρύνθηκαν λίγο από την Εκκλησία, προσοχή, όχι στην απομόνωση…”

Αλβανίας Αναστάσιος: “Με την πανδημία πολλοί απομακρύνθηκαν λίγο από την Εκκλησία, προσοχή, όχι στην απομόνωση…”

  • Reading time:3 mins read
Του π. Ηλία Μάκου

 

Μεστό, βιωματικό, ζωντανό και ουσιώδες, όπως πάντα, ήταν το κήρυγμα του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, στον καθεδρικό ναό της Ανάστασης Τιράνων την Κυριακή του Θωμά 9 Μαΐου 2021.
Αναφέρθηκε στο σφάλμα του Θωμά να απομονωθεί στη σιωπή και στη στενοχώρια του, λόγω της μεγάλης απογοήτευσης, που ένιωσε από τα γεγονότα.
Αλλά και στα πλεονεκτήματά του να ομολογήσει με αυθορμητισμό και ειλικρίνεια ότι ο Θεός ήταν το παν γι’ αυτόν και να δείξει στην πράξη τις συνέπειες της πίστης, στρατευόμενος στην υπηρεσία της διάδοσης του Ευαγγελίου.

Ειδικότερα τόνισε: “Πολλές φορές έχουμε ορισμένες δυσκολίες και κάμψεις και στην πίστη ακόμη και απομακρυνόμαστε από την Εκκλησία. Η λύση δεν είναι σωστή. Θα ξανασυναντήσουμε το Χριστό μέσα στην Εκκλησία”.

Και πρόσθεσε: “Με αυτή την περίεργη πανδημία υπάρχουν πολλοί που έχουν απομακρυνθεί λίγο από την Εκκλησία. Προσοχή, μην επιτρέψουμε στον εαυτό μας αυτή την απομόνωση. Ήδη υπάρχει μια μεγάλη καλυτέρευση και μπορούμε και πάλι να γεμίζουμε τους ναούς μας. Όχι απομόνωση”.
Σημείωσε ακόμη ότι έχουμε ανάγκη “όχι απλά μια γενική πίστη ότι αναστήθηκε ο Χριστός, αλλά η βεβαιότητα ότι αυτός, που έχω μπροστά μου είναι ο ίδιος ο Κύριος. Ο Θεός μου. Έχει σημασία αυτό το “μου”. Πρόκειται για μια πίστη προσωπική, βαθιά. Και μια σχέση προσωπική, βαθιά. Είναι ο δικός μου ο Κύριος. Είναι για μένα αυτός, που είναι το παν. Ο Θεός μου. Το ζητούμενο είναι μια προσωπική πίστη στον Αναστάντα Χριστό. Δεν φτάνει η γενική και αόριστη πίστη”.
Κατέληξε υπογραμμίζοντας ότι χρειάζεται “προσωπική πίστη και ετοιμότητα, για να μετάσχουμε στη μεγάλη αποστολή της μεταφοράς του μηνύματος της Αναστάσεως σε δύσκολα καινούργια σύνορα”.
Η σωτήρια ομολογία του Αποστόλου Θωμά “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου” εορτάστηκε σ’ ολόκληρη την Εκκλησία της Αλβανίας.
Και όποιος την ακούει με ανοιχτά τα αυτιά της ψυχής του την αποδέχεται και αναγνωρίζει τη δύναμη, που κρύβει.
Η αρχική αμφισβήτηση του Θωμά μεταφράζεται ως μια ανθρώπινη αδυναμία.
Αν και μερικοί ισχυρίζονται ότι κάτω από τις προϋποθέσεις των συμβάντων εκείνων μπορεί να φαίνονται δικαιολογημένα τα λόγια του: “Εάν δεν βάλω τα χέρια μου στις τρύπες, που έκαναν τα καρφιάκαι δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά Του, δεν πρόκειται να πιστέψω”.
 Όμως δεν έμεινε στην αμφισβήτηση, αλλά προχώρησε στην αποδοχή του γεγονότος της Ανάστασης, όταν ο Κύριος τον κάλεσε να ψηλαφήσει τα σημάδια των Παθών, και έδωσε τη μαρτυρία Του για Εκείνον , κηρύττοντάς τον ως τις Ινδίες.
Όμως οι σύγχρονοι αμφισβητίες της Ανάστασης του Χριστού με τη σκέψη ότι αυτή  είναι ασυνήθιστο γεγονός για τα ανθρώπινα δεδομένα, την αρνούνται.
Με μυωπική διάθεση ισχυρίζονται ότι οι μαθητές Του έκλεψαν το σώμα του Ιησού ή έπεσαν σ’ ένα ομαδικό ψυχολογικό παραλήρημα και φαντασιώθηκαν και επινόησαν την Ανάσταση  από την επιθυμία τους να δουν το Δάσκαλό τους ζωντανό ή ότι ο Χριστός δεν πέθανε στο σταυρό και μέσα στον υγρό τάφο μπόρεσε και συνήλθε!
Οι απόψεις αυτές με τον πιο επιεική χαρακτηρισμό, αγγίζουν τα όρια του μύθου και του παραλόγου και αγνοούν, παρερμηνεύουν και παραχαράσσουν τα αρχαιότερα γραπτά κείμενα του Χριστιανισμού.
Η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι μια από τις χριστιανικές διδακαλίες, που μπορεί να υποστεί αλλοίωση. Ήταν και είναι η κεντρική αφετηρία και το στήριγμα της πίστης.
Ο Θωμάς ήταν δύσπιστος, αλλά όχι άπιστος. Με τη φράση του Κυρίου “μη γίνου (όχι μη έσο) άπιστος”, δεν καταδικάζεται η διάθεση για έρευνα, δεν ψέγονται οι έντιμοι και καλοπροαίρετοι ερευνητές (με τις αμφιβολίες τους έστω, που πολλές φορές αποδεικνύονται δημιουργικές), αλλά αυτοί, που νομίζουν ότι τα ξέρουν και τα αποδεικνύουν όλα.