You are currently viewing Οικουμενικός Πατριάρχης: Θα συνεχίσουμε, παρά τα παρουσιαζόμενα εμπόδια, την προετοιμασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου

Οικουμενικός Πατριάρχης: Θα συνεχίσουμε, παρά τα παρουσιαζόμενα εμπόδια, την προετοιμασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου

  • Reading time:1 mins read

Τονίζει ο Οικουμενικός Πατριάρχης στον Χαιρετισμό του για το Νέο Έτος, προς την Ιεραρχία και το πλήρωμα του Οικουμενικού Θρόνου

Ο Χαιρετισμός του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου προς την Ιεραρχία και το πλήρωμα του Οικουμενικού Θρόνου με την ευκαιρία της έναρξης του νέου έτους 2016:

Ἱερώτατοι καὶ προσφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί,

Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας,

Ἐντιμότατε κύριε Εὐάγγελε Σέκερη, Γενικὲ Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος ἐνταῦθα,

Τέκνα τῆς ἡμῶν Μετριότητος ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

«Σὺ εἶ ἡ ζωὴ τῶν ζώντων, Κύριε… ἡ πάντων ζωαρχικὴ αἰτία καὶ δύναμις, ποιητικὴ Λόγε τοῦ Θεοῦ», ὁ «χρόνους καὶ καιροὺς ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος», εὐχαριστοῦμεν Σοι, τῷ μόνῳ ἐλεήμονι καὶ εὐσπλάγχνῳ, τῷ ἔχοντι ἀκατάληπτον ἀγαθότητος πέλαγος, τῷ γινώσκοντι τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων, ἣν ἐδημιούργησας» (πρβλ. τροπάριον Παρακλητικῆς γ΄ ἤχου, σελ. 358)∙ ὅτι ἠξίωσας τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν καὶ πάντας ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὸν νέον ἐνιαυτὸν τῆς Χάριτός Σου, ἐντὸς ἑνὸς κόσμου ἀβεβαίου, ὅπου κλαγγαὶ ὅπλων καὶ κλαυθμοὶ καὶ ὀδυρμοὶ πανταχόθεν ἀκούονται καὶ φόβος καὶ τρόμος συνέχει τὸν ἄνθρωπον καὶ τὰ σύμπαντα.

Εὑρισκόμεθα, ἀδελφοί, εἰς τὴν ἀρχὴν ἑνὸς νέου ἔτους. Ἐδῶ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔχομεν σήμερον τὴν δυνατότητα νὰ τὸ ἑορτά­ζωμεν πανηγυρικῶς. Ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία ἐργάζεται ἐν χρόνῳ καὶ ἐν τόπῳ, ἐξαγιάζουσα καὶ τὸν χρόνον καὶ τὸν τόπον ἀλλὰ καὶ σύνολον τὴν ἱστορίαν, πορευομένην πρὸς τὰ ἔσχατα.

***

Μὲ τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ διήλθομεν ἓν εἰσέτι ἔτος τῆς χρηστότητός Του καὶ ἀπὸ τῆς σήμερον εἰσερχόμεθα εἰς τὸν νέον ἐνιαυτόν, δοξάζοντες τὸν Κύριον, Ὅστις συγκαταβὰς κατέστησεν ἡμᾶς συμμετόχους τῆς θεανθρωπίνης ζωῆς καὶ τῆς θείας παρουσίας καὶ ἐνεργείας Του.

Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, «ἐν ᾧ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν», παραμένει σύσκηνον, σύναιμον, σύσσωμον μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία λαμβάνει ὑπόστασιν ἐν τῷ χρόνῳ, παρ᾿ ὅλον ὅτι ὁ Θεὸς εὑρίσκεται ἐκτὸς χρόνου.

Διὰ τοῦτο καὶ ἡ σημασία τῆς ἀπαρχῆς τοῦ νέου ἔτους σήμερον διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὸ Οἰκουμενικόν μας Πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον διακονοῦμεν ἅπαντες, εἶναι μεγάλη, ὡς ἀφορμὴ ἀνασκοπήσεως ὅσων ἔγιναν μέχρι σήμερον, ἱερῶν καὶ θεοπρεπῶν, ἀλλὰ καὶ δυσαρέστων ἐν ἀποτυχίαις, κατὰ τὰς ἀνεξιχνιάστας βουλὰς τοῦ Κυρίου καὶ τὰ κρίματα Αὐτοῦ, τῶν ὁποίων τὴν μνήμην ἀπαράθραυστον καθημερινῶς εἰς τοὺς χώρους τούτους τῆς ἡμετέρας διακονίας ἔχομεν∙ ἀλλὰ καὶ ἐνατενίσεως πρὸς τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον διανοίγεται ἐνώπιόν μας.

Εἶναι, δηλαδή, ὁ χρόνος μία εὐλογία τοῦ Θεοῦ, διότι ἐν χρόνῳ καὶ διὰ τοῦ χρόνου δίδεται ἡ μαρτυρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μας. Οὕτως, ὁ χρόνος εἶναι τὸ ἐργαλεῖον τοῦ Κυρίου, διὰ νὰ καλλιεργήσωμεν τὸν ἀγρόν Του, τὸν ὁποῖον πρῶτος ὁ Ἴδιος ἐπότισε μὲ τὸν ἱδρῶτα καὶ κυρίως μὲ τὸ τίμιον αἷμά Του, μὲ τὴν σταυρικήν Του θυσίαν. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς διαφυλάττει καὶ μᾶς διατηρεῖ ἐντὸς τοῦ πεπερασμένου τούτου χρόνου διὰ νὰ ἑνωθῶμεν μὲ τὸν Θεὸν διὰ παντὸς ἐν τῇ αἰωνιότητι, καὶ νὰ μὴ ἐκπέσωμεν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὴν φοβεράν, ὅταν θὰ καταργηθοῦν καὶ ὁ χρόνος καὶ οἱ ἐνιαυτοὶ καὶ αἱ μεταβολαί.

Ταυτοχρόνως, ζῶντες εἰς τὸν λειτουργικὸν χρόνον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ζῶμεν καὶ ἐν ἑνότητι μὲ τὸ παρελθόν της. Τὸ παρελθὸν δὲν εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον ἁπλῶς νοσταλγοῦμεν καὶ ποθοῦμεν. Εἰς τὴν Ἐκκλησίαν δὲν ὑπάρχει παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον, ἀλλὰ μόνον ἡ αἰωνιότης, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ αἱ τρεῖς αὗται ἔννοιαι συμπλέκονται ἀρρήκτως καὶ χάνουν τὴν ὑπόστασίν των, καθὼς εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ αἰωνίου παρόντος τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Οὕτως, ὅ,τι ἔχει παρέλθει δὲν εἶναι δι᾿ ἡμᾶς κάτι τὸ ἀνύπαρκτον καὶ ἀνεπίστρεπτον, κάτι τὸ ὁποῖον ἔχει λησμονηθῆ ἅπαξ καὶ διὰ παντός. Καταγράφεται, ἔστω καὶ ἂν ἡμεῖς τὸ λησμονοῦμεν ἢ θέλομεν νὰ τὸ λησμονῶμεν. Ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, τὸ παρελθὸν γίνεται παρόν, καθὼς κοινωνοῦμεν μὲ τὰς ψυχὰς τῶν προαπελθόντων πατέρων καὶ ἀδελφῶν μας, μὲ τοὺς Ἁγίους, μὲ τοὺς ἀγγέλους. Τοιουτοτρόπως, οὐδέποτε αἰσθανόμεθα μόνοι, ὅσον μεγάλη καὶ ἐὰν εἶναι ἀνθρωπίνως ἡ μόνωσίς μας.

***

Οὕτως ἀξιολογοῦντες ἀπὸ φιλοσοφικῆς, ἰδιαιτέρως ὅμως ἀπὸ θεολογικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς σκοπιᾶς, τὸν χρόνον καὶ τὴν σημασίαν του διὰ τὴν ζωήν μας ἐν Χριστῷ καὶ διὰ τὴν τελικὴν σωτηρίαν μας ἐν Αὐτῶ, δὲν δυνάμεθα τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ὁ Προκαθήμενός του νὰ λησμονήσωμεν καὶ τὰ ἔργα καὶ τὸν βίον καὶ τὴν προσφορὰν καὶ τὸ μαρτύριον ὅσων ἔζησαν εἰς τοὺς ἀπεράντους τούτους χώρους τῆς ἀμέσου δικαιοδοσίας τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας μέχρι τῆς στιγμῆς τοῦ βιαίου ἐκριζωμοῦ των μετὰ τὸ ἔτος 1922. Οἱ νεκροί μας, ὅταν διαθέτουν πίστιν καὶ ἁγιότητα βίου, εἶναι περισσότερον ζῶντες ἀπὸ τοὺς ζῶντας, καθὼς διὰ τὸν Θεὸν δὲν ὑπάρχουν νεκροί: «οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων» (Ματθ. 22, 32).

Ὅθεν, κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, ὅπως πράττομεν ἀπὸ τῶν ἀπαρχῶν τῆς Πατριαρχικῆς ἡμῶν διακονίας, ἐστρέψαμεν τὴν προσοχὴν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον μας ἰδιαιτέρως εἰς τὰς ἐρημωθείσας πρὸ αἰῶνος σχεδὸν Ἐπαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐν τῇ δυτικῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Καππαδοκίᾳ καὶ ἐν Πόντῳ. Ὠργανώσαμεν καὶ ἐπραγματοποιήσαμεν προσκυνήματα καὶ ἐκδηλώσεις εἰς τὰς περιοχὰς τῆς Σμύρνης καὶ τῆς εὐρυτέρας περιοχῆς τῆς Ἰωνίας, εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Κυζίκου, τῆς Ἀτταλείας καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, προκειμένου νὰ δοθῇ νέα πνοὴ ζωῆς εἰς τὰς Ἱερὰς ταύτας Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, τὰς ἄχρι τοῦδε ἀνθρωπίνως νενεκρωμένας, πλὴν ὅμως, ὡς ἐλέχθη, διὰ τὴν Ἐκκλησίαν μας δὲν ὑπάρχουν νεκροί, οὔτε παρελθόν. Διὰ τοῦτο καὶ οὐδέποτε ἐπιστεύσαμεν ὅτι αἱ Ἐπαρχίαι αὗται ἀποτελοῦν παρελθὸν διὰ τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν μας, διὰ τὸ Πατριαρχεῖον μας, διὰ τὸ εὐσεβὲς Γένος μας. Οἱ Μητροπολῖται των δὲν εἶναι τιτουλάριοι ἀλλ᾿ ἐν ἐνεργείᾳ Μητροπολῖται σήμερον ἐμπεριστάτων ἐπαρχιῶν. Τοῦτο διαδηλοῦμεν ἐμπράκτως διὰ τῆς Πατριαρχικῆς παρουσίας μας εἰς αὐτάς, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἀναζωογονήσεως τῆς ἐν Ἀτταλείᾳ καὶ Ἀλανίᾳ Ὀρθοδόξου παρουσίας διὰ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πισιδίας καὶ τοῦ δραστηρίου ποιμενάρχου αὐτῆς, διὰ τοὺς σλαυοφώνους ἀδελφούς μας, καὶ μὲ τὴν ἐπανίδρυσιν καὶ λειτουργίαν τῆς Ὀρθοδόξου Κοινότητος Σμύρνης, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν δραστηριότητα τῶν ἀδελφῶν Μητροπολιτῶν Μύρων κ. Χρυσοστόμου εἰς Μῦρα τῆς Λυκίας, Προύσης κ.  Ἐλπιδοφόρου εἰς τὴν ἐπαρχίαν του καὶ Σηλυβρίας κ. Μαξίμου εἰς τὴν γειτονικὴν πόλιν τοῦ θαυματουργοῦ Ἁγίου Νεκταρίου.

Εἰς ὡρισμένας δὲ περιοχὰς ἐκ τῶν ἀναφερθεισῶν ἐτελέσθησαν διὰ πρώτην φοράν, μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν χριστιανῶν καὶ τῶν κληρικῶν των, αἱ ἱεραὶ ἀκολουθίαι καὶ ἡ Θεία Λειτουργία, εἰς Ναοὺς εἰσέτι ἠρειπωμένους καὶ ὑποτυπωδῶς ὑφισταμένους, ἀλλὰ πάντοτε μὲ τὸ χαμόγελον, μὲ τὴν πίστιν καὶ τὴν μεγάλην ἐλπίδα καὶ αἰσιοδοξίαν, ὅτι μέσα ἀπὸ τὰ χαλάσματα, μέσα ἀπὸ τὰ ἐρείπια, μέσα ἀπὸ τοὺς τάφους, ἀνατέλλει ἕνα καλλίτερον αὔριον∙ ἀνατέλλει ἡ ζωὴ διὰ τὰς πολυπαθεῖς καὶ μαρτυρικὰς ταύτας Ἱερὰς Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Πιστεύομεν δέ, ὅτι θὰ δώσῃ ὁ Θεός, καὶ τακτικώτερον θὰ ξανακτυπήσουν οἱ κώδωνες τῶν Ναῶν των καὶ θὰ ἀναπέμπωνται συχνότερον αἱ ἱεραὶ ψαλμωδίαι καὶ δεήσεις ὑπὲρ τῆς εἰρήνης καὶ σωτηρίας τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Πρὸς τούτοις, μεγάλην χαρὰν ἔδωκεν εἰς τὴν ἡμετέραν Μετριότητα προσωπικῶς ἡ ἐπαναλειτουργία κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος τοῦ Γυμνασίου-Λυκείου ἐν τῇ γενετείρᾳ ἡμῶν μαρτυρικῇ νήσῳ Ἴμβρῳ, ἔνθα μετὰ ἥμισυ καὶ πλέον αἰῶνος ἤρξατο ἡ διδασκαλία τῆς μητρικῆς τῶν ἐκεῖ πατέρων μας γλώσσης, γεγονὸς τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ὡς ἰδιαιτέραν εὐλογίαν τοῦ Κυρίου. Διῆλθον πεντήκοντα ἔτη σιωπῆς, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἀσβέστου ἐλπίδος∙ διῆλθον χρόνοι ἀνακαινίσεως, ἀνοικοδομήσεως, καὶ συντόνου συνεργασίας -μὲ τὴν κυριολεκτικὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως- τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῆς Ὁμογενείας καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Θεσσαλονίκῃ Συλλόγων τῶν ξενειτεμένων Ἰμβρίων, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἱστορικὴν στιγμὴν τὸ σχολεῖον τῆς νήσου, τὸ σχολεῖον τῶν Ἀγριδίων, νὰ δεχθῇ τοὺς πρώτους μαθητάς του. Αἰσθανόμεθα χρέος εὐγνωμοσύνης πρὸς ὅσους εἰργάσθησαν, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Ἱερώτατον ἀδελφὸν Ποιμενάρχην Ἴμβρου καὶ Τενέδου κύριον Κύριλλον. Καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν ὀφείλομεν νὰ ἀναφέρωμεν ὀνομαστικῶς τὸν ἀδελφὸν ἅγιον Μύρων καὶ τὸν Ἐντιμολ. Ἄρχοντα κ. Π. Βίγκαν, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικῶς συνέβαλον. Τοὺς εὐγνωμονοῦμεν. Εὐχαριστοῦμεν καὶ τοὺς γονεῖς οἱ ὁποῖοι ὑπήκουσαν εἰς τὴν ἐπιταγὴν τῶν καιρῶν καὶ μᾶς ἐνεπιστεύθησαν τὰ τέκνα των. Διαβεβαιούμεθα ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, ὅτι δὲν θὰ παύσωμεν νὰ παρακολουθῶμεν μὲ ἀμείωτον ἐνδιαφέρον καὶ μεγάλην εὐαισθησίαν τὴν προσπάθειαν ταύτην ἐπαναλειτουργίας ἑλληνικῶν ἐκπαιδευτηρίων ἐν Ἴμβρῳ, μετὰ μακρὰν σιγὴν τοῦ κώδωνος τῆς παιδείας.

Ὡσαύτως, ἰδιαιτέραν βαρύτητα ἐδώκαμεν ὡς Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ προσωπικῶς κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος καὶ θὰ συνεχίσωμεν ἀσφαλῶς καὶ ἐφέτος, παρὰ τὰ παρουσιαζόμενα ἐμπόδια, εἰς τὴν προετοιμασίαν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Σύνοδου, ἡ ὁποία πιστεύομεν ὅτι, μὲ τὴν σύγκλησιν καὶ τὸ ἔργον αὐτῆς κατὰ τὸ ἀρξάμενον, τῇ Χάριτι τοῦ Κυρίου, ἔτος, ἄνευ τινὸς ἀπροόπτου, θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν πιεστικῶν ἐξωτερικῶν προκλήσεων, αἱ ὁποῖαι προβάλλονται ἐνώπιον τῆς Μιᾶς καὶ Ἑνιαίας Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας.

Κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ἀνθρωπότης, ἐντὸς τῶν ὁποίων κινεῖται καὶ τοὺς ὁποίους διακονεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ ἰδιαιτέρως τὸ Κέντρον της, τὸ Πατριαρχεῖον μας, ἐζήσαμεν τὸ δρᾶμα τῆς ἱστορίας∙ κρίσεις ἐπὶ κρίσεων μέχρις ἀφανισμοῦ τῶν ὄντων, ὥστε λαοὶ πολλοὶ νὰ ἐξαπορῶνται καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ ζῆν. Ἂς εὐχηθῶμεν τὸ παρὸν ἔτος νὰ εἶναι περισσότερον εἰρηνικὸν διὰ τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος συνεχῶς εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος μὲ τὸ φάσμα τοῦ θανάτου. Ἡ Ἐκκλησία διαρκῶς εὔχεται ὑπὲρ εἰρήνης τοῦ κόσμου καὶ διαρκῶς προβαίνει εἰς ἐκκλήσεις διὰ τὴν ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης, τῆς ἀνοχῆς ἀλλήλων, τοῦ σεβασμοῦ τῆς δραστηριότητος, τῆς συμφιλιώσεως, τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως. Συγχρόνως ὅμως ἡ Ὀρθόδοξος ἰδιαιτέρως Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ μόνη, ἡ ὁποία διακηρύσσει «μὴ φοβεῖσθε τὸν θάνατον»∙ αὐτή, ἡ ὁποία συμφιλιώνει τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν θάνατον, καθὼς οὗτος εἶναι διὰ τὸν πιστὸν μία ἁπλῆ μετάβασις ἀπὸ τὰ μάταια καὶ παροδικά, εἰς τὰ αἰώνια καὶ μόνιμα.

Ἡ ἀνθρωπότης κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, ἐπαναλαμβάνομεν, ἦλθεν ἀντιμέτωπος μὲ πολλὰ τραγικὰ καὶ λυπηρὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐστοίχισαν τὴν ζωὴν εἰς χιλιάδας συνανθρώπων. Προβλήματα, ὅπως οἱ πόλεμοι κατὰ τόπους, τὸ προσφυγικόν, τὸ μεταναστευτικόν, ἔχουν καταστῆ ἀληθεῖς μάστιγες τῆς παγκοσμίου κοινωνίας, εὑρισκομένης συνεχῶς εἰς ἀπορίαν καὶ ἀμηχανίαν ὡς πρὸς τὴν ἀποτελεσματικὴν καὶ ὀρθὴν ἀντιμετώπισίν των.

Τὸ νέον ἔτος εἶναι μία ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐνθυμηθῶμεν τοὺς συνανθρώπους μας αὐτούς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἑορτάσουν κἂν τὴν ἔλευσιν τοῦ νέου ἔτους, νὰ ζήσουν Χριστούγεννα, δηλαδὴ ἐλπίδα καὶ ἀγάπην, ἀλλὰ εὑρίσκονται ἐκριζωμένοι ἐκ τῶν ἑστιῶν των καὶ ἐκπατρισμένοι, βαδίζοντες καὶ θαλασσοποροῦντες διὰ τὴν ἀναζήτησιν ἑνὸς καλλιτέρου μέλλοντος, γινόμενοι θύματα ἀσυνειδήτων ἐκβιαστῶν καὶ λαθρεμπόρων τῆς ζωῆς.

Ἔχομεν χρέος καὶ εὐθύνην, ὡς Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, νὰ ἀγωνισθῶμεν διὰ τὴν ἐπιβοήθησιν, τὴν περίθαλψιν καὶ τὴν σωτηρίαν των, καθὼς ὡς χριστιανοὶ ὀφείλομεν νὰ τοποθετῶμεν ἑαυτοὺς εἰς τὴν θέσιν τῶν ἄλλων καὶ νὰ ἐγκολπώμεθα τὰ προβλήματά των ὡς ἰδικά μας προβλήματα. Τοῦτο ἤδη πράττουν οἱ Ἱεράρχαι ἡμῶν εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, αἱ ὁποῖαι καθημερινῶς δέχονται χιλιάδας ἐξουθενωμένων συνανθρώπων μας.

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ ἔτους δι᾿ ἡμᾶς τοὺς χριστιανοὺς μία ἀφορμὴ καὶ μία θεία δωρεὰ διὰ νά ἐπαναπροσδιορίσωμεν τὴν σχέσιν μας μὲ τὸν χρόνον καὶ μὲ τὸν ἄνθρωπον καὶ νὰ ἀπελευθερωθῶμεν ἀπὸ τὰ δεσμὰ του∙ νὰ συνειδητοποιήσωμεν τὶ ἐπράξαμεν, τὰς δικαιοσύνας καὶ τὰς ἀδικίας μας ἐπὶ τῆς γῆς∙ καθὼς ἡ πραγματικότης τοῦ συγχρόνου τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ ἀποτελεῖ ἄρνησιν τῆς αἰωνιότητος καὶ ὑποδούλωσιν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν χρόνον.

Ὅταν ζῶμεν ἐν Χριστῷ, τότε κάθε στιγμὴ τὴν ὁποίαν ζῶμεν ἀποκτᾷ πραγματικὴν ἀξίαν, διότι μᾶς δίδει πληρότητα καὶ μᾶς κάνει νὰ αἰσθανώμεθα ἥσυχοι καὶ ἀναπαυμένοι, πλήρεις εἰς τὴν ζωήν μας ἐντὸς τοῦ συγχρόνου κόσμου.

Λέγοντες τὰ ἀνωτέρω πρὸς ὑμᾶς, ἀδελφοί, θὰ ἠθέλαμε νὰ  κατακλείσωμεν τὸν ἑόρτιον τοῦτον χαιρετισμόν, ἀναφέροντες ὅσα ἔγραφε περὶ τοῦ χρόνου καὶ τῆς ὑπερβάσεώς του ὁ ἡμέτερος ἀείμνηστος Φώτης Κόντογλου, ὁ καταγόμενος ἀπὸ τὰς Κυδωνίας τῆς Αἰολίας. Ὁ ὑμνωδὸς τῆς «πονεμένης Ρωμηοσύνης», τὸ τέκνον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ Κόντογλου ὠνόμαζε τὸν χρόνον κλέπτην, ὁ ὁποῖος περιφέρεται παντοῦ «ὁλόγυρά μας, μέσα μας στὸ φῶς καὶ στὸ σκοτάδι», «σὲ κάθε ζωντανό, ἄψυχο, σὲ κάθε καρδιά», κλέβει τὰ πάντα «κι ὅλα τὰ παλαιώνει, τὰ τρίβει σὰν τὴν μυλόπετρα, τὰ κάνει σκόνη». Ἐπίσης, ἐχαρακτήριζε τὸν χρόνον «ἀκατα­μάχητον γίγαντα», τοῦ ὁποίου οἱ ἄνθρωποι «εἴμαστε παίγνια στὰ χέρια του»∙ ἔλεγεν ἀκόμη, ὅτι ὁ χρόνος «εἶναι μαζὶ εὐεργέτης μας καὶ τύραννός μας», ἀφοῦ στὸ ἕνα χέρι του κρατᾶ ἕνα ποτῆρι «γλυκὸ κρασὶ καὶ πίνουμε»∙ καὶ στὸ ἄλλο χέρι κρατᾶ τὸ ἄλλο ποτῆρι «ποὺ ἔχει μέσα τὸ πικρὸ φαρμάκι». Δὲν παραμένει ὅμως μόνον εἰς αὐτὰς τὰς διαπιστώσεις, καὶ καταλήγει: «Μόνο μιὰ ἐλπίδα ὑπάρχει γι᾿ αὐτὸν (τὸν ἄνθρωπο ποὺ ζῇ στὸν χρόνο) νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὴ φθορά: ὁ Χριστός, ὁ λυτρωτής, ὁ καθαιρέτης τῆς φθορᾶς. Ἐκεῖνος ποὺ πάτησε τὸν θάνατο καὶ ποὺ εἶπε: “ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται. Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς. Ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα».

Ταῦτα ἔλεγεν ὁ Φώτης Κόντογλου. Ταῦτα βιοῦμεν ἐν τῇ πρωτο­θρόνῳ Ἐκκλησίᾳ ἐπὶ αἰῶνας ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ, ἐν σμικρότητι καὶ ἀφανείᾳ, ἀλλὰ πάντοτε ἐν τῇ ἐπικαιρότητι τῆς ζωῆς τοῦ χρόνου. Αὕτη ἡ πίστις καὶ ἡ ἐλπίς μας, δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ὁ ζῶν εἰς τοὺς αἰῶνας. Οὕτω, πορευόμεθα ὡς Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐν τῷ χρόνῳ καὶ τῇ ἱστορίᾳ καὶ οὕτως, ἐν Χριστῷ δηλαδὴ καὶ μόνον, εἰσερχόμεθα καὶ εἰς τὸ νέον ἔτος. Ἐν Χριστῷ τῷ Σωτῆρι καὶ Εὐργέτῃ καὶ Λυτρωτῇ μας εὐχαριστοῦμεν ἑαυτοῖς καὶ ἀλλήλοις, ἰδιαιτέρως δὲ τοῖς ὑποβαλοῦσιν ἡμῖν ἑορτίους προσρήσεις καὶ εὐχὰς Ἱερωτάτῳ ἀδελφῷ ἁγίῳ Νικαίας κυρίῳ Κωνσταντίνῳ, ἐκ μέρους τῆς ἁπανταχοῦ Ἱεραρχίας τοῦ Θρόνου, καὶ Ἐντιμολογιωτάτῳ κυρίῳ Ἀντωνίῳ Χατζοπούλῳ, νέῳ Ἄρχοντι Ἱερομνήμονι τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, ἐκ μέρους τοῦ ἐνταῦθα ἀμέσου πληρώματος αὐτῆς.

Ἔτη πολλὰ μὲ ὑγιείαν καὶ ἐλπίδα εἰς τὸν ἄρχοντα τοῦ χρόνου, τὸν Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστόν, Ὧι ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις ἐν Ἐκκλησίᾳ Ἁγίων. Ἀμήν.

Ακολουθεί η προσφώνηση του Μητροπολίτου Γέροντος Νικαίας Κωνσταντίνου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, στην Αίθουσα του Θρόνου:

Παναγιώτατε Δέσποτα,

Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀδελφοί Ἀρχιερεῖς,

Ἐξοχώτατε,

Ἄρχοντες τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας,

Ἐκλεκτοί παρόντες.

Ἀπό χθές τό βράδυ ἕνα λεπτό μετά τά μεσάνυκτα εἰσήλθαμε στόν καινούργιο χρόνο. Ζοῦμε αὐτή τή στιγμή κάτι νέο ἀκαθόριστο ἀκόμη, θά ἔλεγε κανείς, καί ἡ ψυχή μας γεμίζει μέ ἀνάμικτες σκέψεις καί ποικίλα συναισθήματα. Μέ τή σκέψη περισσότερο κοντά σ᾿ αὐτό πού ἔχουμε μπροστά μας θά ἀποφύγω νά ἀναφερθῶ ἤ καί νά ἀναλάβω μιά ἔκθεση πεπραγμένων. Θά ἦταν πολύ καλύτερο νά προβοῦμε σέ κάποιο εἶδος αὐτοκριτικῆς σύμφωνα μ᾿ αὐτό πού ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι τό «ποί παρέβην τί δέ ἔρρεξα τί δέ μοί δέον οὐκ ἐτελέσθη».

Πολλά τά δεινά πού ἐπισωρεύθηκαν ἐπάνω στόν πλανήτη μας, καί παράλληλα ἡ δυνατή ἐπιθυμία νά μή ἐπαναληφθοῦν τά λάθη τοῦ παρελθόντος, ὅσο καί ἄν ὑποβαθμίσθηκε ἡ ποιότης τῆς ζωῆς καί ἡ ἀξία τῆς ἀγάπης, ἀδύνατο νά μή ὑπάρχουν μερικές ἀναλαμπές μικρές ἤ μεγάλες πού νά φωτίζουν τά σκοτάδια πού μᾶς βασανίζουν. Αὐτές οἱ ἀναλαμπές πού θά γίνουν συνεχές ἄπλετο φῶς καί δέν θά παραμείνουν φωτερά σκοτάδια εἶναι ἡ διαρκής ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου πού θέλει νά ζήσει σάν πραγματικός ἄνθρωπος μέ ὅλες τίς δυνατότητες πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός καί νά ἐφαρμόζεται σ᾿ αὐτόν τό «ὡς χαρίεν ἄνθρωπος ἐάν ἄνθρωπος ᾗ». Ἄλλωστε φῶς καί ζωή ἡ μοίρα τοῦ Γένους μας καί παραμένει μοναδική μας ἐλπίδα νά ξαναζήσουμε τίς μεγάλες στιγμές ὅπως τίς ἔζησαν οἱ μεγάλοι τῆς πίστεως καί τοῦ ἱστορικοῦ μας παρελθόντος.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τό ἔτος πού πέρασε ἄφησε φρικτά τραύματα ἐπάνω στόν πλανήτη μας. Ὁ ἄνθρωπος κατέληξε νά γίνει θηρίο ἱστορικό ὑπερδύναμο καί κάτω ἀπό τό πρόσχημα τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ νά ἐξυπηρετεῖ τά ἀνομολόγητα συμφέροντα τῶν ὀλίγων πού θά καταρρακώσουν καί θά συντρίψουν τή ζωή καί τήν ὑπόσταση τῶν πολλῶν.

Τί περιμένει ἡ ἀνθρωπότης ἀπό τόν καινούργιο χρόνο;

-Νά παύσει ἡ ἐκμετάλλευσις ἀνθρώπου ἀπό ἄνθρωπο πού ἔφθασε σήμερα σέ δυσθεώρητα ὕψη.

-Νά ἐπέλθει ἐπί τέλους ἡ ποθητή παγκόσμιος εἰρήνη χωρίς ἀντεγκλήσεις καί ἀλληλοσπαραγμούς.

-Νά δοθεῖ ἅπαξ καί διαπαντός τέλος στήν προσφυγική ταλαιπωρία ὁλοκλήρων περιοχῶν καί λαῶν.

-Ἡ πίστις νά γίνει τό βίωμα τῶν πολλῶν. Ἐξετοξεύσαμε πυραύλους καί δορυφόρους στό διάστημα μέ ὅλα τά συναφῆ ἐπιτεύγματα καί τίς ἐφευρέσεις ὅμως ὁ ἄνθρωπος δέν ἔγινε καλύτερος.

-Νά ἐπικρατήσει πανταχοῦ ὁ Χριστιανικός πολιτισμός ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐμπιστοσύνη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Ἰδιαίτερα ἐδῶ γιά τήν Πόλη μας, νά δώσει ὁ Θεός δύναμη καί νά σταλάζει στίς ψυχές τῶν ὀλίγων πού ἐνδιαφέρονται πραγματικά γι᾿ αὐτήν, πού ζοῦν τήν ὑπευθυνότητά τους χωρίς ἐπιδείξεις καί δημοσιότητα, καί φυλάσσουν φυλακάς τῆς νυκτός, σθένος, προκοπή πρωτοβουλίες ὥστε νά ἐξακολουθοῦν νά πράττουν τό πᾶν, χωρίς συμφέρον, πάντα μέ ἀγάπη καί σεβασμό πρός τούς θεσμούς καί πρός Αὐτόν πού τούς ἐκπροσωπεῖ.

-Νά πραγματοποιηθοῦν οἱ ἐπιδιώξεις τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τήν ἐπιτυχία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου γιά νά δοθεῖ ἄλλη μιά φορά μιά νέα παγκόσμια μαρτυρία περί τοῦ Ἰησοῦ.

-Νά διατηρεῖ ὁ Θεός τόν Πατριάρχη μας, τόν Σεπτό Προκαθήμενο τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν πλήρει ὑγείᾳ. Θά διερωτηθοῦν αὐτοί πού ζοῦν μακρυά πέραν τῆς πραγματικότητος, τί ἔκαμε ὁ Πατριάρχης ὅλον αὐτόν τόν καιρό; Καί μόνο νά σκεφθοῦμε τό ὅτι χάρις στίς ἄοκνες προσπάθειές Του ἔγινε γνωστή τόσο ἡ Ὀρθοδοξία ὅσο καί τό Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο, περισσότερο παρά ποτέ, σέ ὅλο τόν κόσμο, θά παραδεχθοῦμε ἀναμφισβήτητα ὅτι τοῦ ἀξίζει ὁ ἀμαράντητος τῆς δόξης στέφανος.

Ἄς προσευχηθοῦμε γιά τόν Πατριάρχη μας νά ἐξακολουθεῖ νά προσφέρει ἐπί πολύν καιρό ὁλόκληρο τόν ἑαυτό Του γιά τό καλό τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Γένους. Καλή Χρονιά σέ ὅλους μας!

Aκολουθεί η προσφώνηση του Άρχοντος Ανττωνίου Χατζοπούλου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη κατά την δεξίωση της Πρωτοχρονιάς  στην Αίθουσα του Θρόνου:

Παναγιώτατε Πάτερ και Δέσποτα, Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς, κύριε Πρόξενε, Άρχοντες οφφικιάλιοι της Μ.Ε. , εκλεκτή ομήγυρις,

Σεπτή εντολή της Παναγιότητός Σας, εκλήθην  κατά την εόρτιον ταύτην ημέραν της Δεσποτικής Εορτής της Περιτομής του Ιησού Χριστού και της μνήμης του εν Αγίοις Πατρός ημών Αγίου Βασιλείου   να διερμηνεύσω τα αισθήματα των Αρχόντων   ὀφφικιαλίων  της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και των λαϊκών μελών της Εκκλησίας μας.  Σας  ευχόμαστε  έτη  πολλά εν υγεία επί τω νέω έτει  και αιτούμεθα   ευγνωμόνως τις ευχές και τις ευλογίες Σας για ὀλους εμάς,  οι οποίοι συμπορευόμεθα μετά της Μητρός Εκκλησίας. Για ακόμη μία φορά Σας ευχαριστώ ευγνωμόνως Παναγιώτατε για την ευαρέσκεια  τῆς Μητρὸς Εκκλησίας, για την χθεσινή απονομή του λίαν τιμητικού οφφικίου.

Παναγιώτατε, σε κάποια προσφώνησή Σας προ ετών στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό είχατε αναφέρει  ότι ἡ Ἐκκλησία  «σῶμα ἓν ἐστι καὶ μέλη ἔχει πολλά..» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 12) και ότι ο καθεὶς ἀπὸ ἡμᾶς κατὰ τὸ ἴδιον χάρισμα καὶ τὰς προσωπικὰς δυνατότητας καλεῖται νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίας για τον καλόν αγώνα.  ¨Όντως οι λαϊκοί είναι συνεργοί του κλήρου και συνεργοί σε όλη την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού  ο όρος  Εκκλησία, ήταν η  σύναξη/συναγωγή του λαού στο όνομα του Χριστού. Όλα έχουν την βάση τους στα λόγια του Χριστού: «Οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18,20 στο   «ομοθυμαδόν» των Πράξεων των Αποστόλων (Β’  42,46), αλλά  και στον Απόστολο Παύλο που λέγει:  «Εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν», Α΄ Κορ. 10,17.  Κλήρος και λαός ως αρραγές μέτωπο προσευχής και δράσης, αυτή είναι η παράδοση της Εκκλησίας.

Η Μεγάλη Εκκλησία εκτός της λειτουργικής ζωής  επιφόρτιζε  πάντα τους λαϊκούς  με υψηλά καθήκοντα και οι οποίοι έρχονταν αρωγοί και συμπαραστάται του έργου του Πατριαρχείου. Είχατε τονίσει κατά το παρελθόν ότι το  λαικόν στοιχεῖον, ἀνὰ τοὺς αἰῶνας, ὄχι μόνον οὐδόλως ὑστέρησεν, ἀλλὰ καὶ ἀνεδείχθη κινητήριος μοχλὸς διὰ τὴν πραγματοποίησιν πάσης φύσεως ἐκκλησιαστικῶν δραστηριοτήτων. Εμείς οι λαϊκοί Παναγιώτατε ατενίζουμε με σεβασμό την Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και με θαυμασμό παρακολουθούμε τον πανδερκή Προκαθήμενό της Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος εδώ και εν τέταρτον του αιώνος γράφει  όντως ιστορίαν αιώνων. Εμείς το λαϊκό  στοιχείον της Κωνσταντινουπόλεως, οι Ρωμηοί και  σχεδόν όλες oi  Κοινότητές μας, με ελάχιστες εξαιρέσεις ευτυχώς,  αλλά και οι απανταχού της γης λαϊκοί διατελούμε υπό την  εξουσίαν του Οικουμενικού Θρόνου, «πορευόμεθα  εν  τοις προστάγμασι Σας και φυλάσσωμεν τα δικαιώματά Σας και ποιούμεν αυτά», Ιεζεκιήλ. 20, 19. Εμπνεόμεθα από Σας. Η Ρωμηοσύνη της  Πόλης  προσβλέπει  με αισιοδοξία  προς το πρόσωπό σας και ελπίζει διαρκώς και συνεχώς στην συμπαράστασή σας, την οποίαν παρέχετε δαψιλώς προς ημάς. Και όσον αφορά τα  θέματα της ενταύθα Ρωμιοσύνης,  όπως εύστοχα αναφέρει συχνά ο εκ των τα πρώτα φερόντων αυτής Λάκης Βίγκας, διανύουμε την περίοδο του  επαναπατρισμού της ελπίδας.  Έχουμε Εσάς ως  ελπίδα, καθότι από την πρώτη μέρα που κοσμείται τον πατριαρχικό θρόνο άρχισε η περίοδος της ανακάμψεως και της εξωστρέφειας της Ρωμηοσύνης. Τα   θέματά της   ήδη βαίνουν προς το καλύτερο με τις ευχές και τις ευλογίες Σας. Αυτή είναι η πραγματικότητα: με την δημιουργικότητα, την εργατικότητα και την ευρεία αναγνωρισιμότητά  Σας αναδημιουργήσατε ούτως ειπείν την βάση του Ορθόδοξου  πολιτισμού που συνδιαλέγεται, την κουλτούρα των ανοιγμάτων προς όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, όπως αρμόζει στην Οικουμενική Ορθοδοξία. Όμως ως δημοφιλής εκκλησιαστικός ηγέτης, είστε παράλληλα  θαρραλέος και ήδη από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ευκλεούς πατριαρχείας σας υψώσατε τολμηρά και γενναία φωνήν διαμαρτυρίας για την βεβήλωση των ιερών μας χώρων, του νεκροταφείου του Νεοχωρίου του Βοσπόρου.  Τι τους φταίνε οι νεκροί μας; είχατε πει τότε αναπτερώνοντας και πάλι το από δεκαετιών καταρρακωμένο ηθικό των Ρωμιών  της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου καταδικάζοντας ευθέως  τον φανατισμό και τις γενικότερες επιθέσεις κατά των δικαίων της Ρωμηοσύνης. «Θαρσείτε εγώ ειμί· μη φοβείσθε Ματθ. 14, 27» αναφωνείτε και Σεις Παναγιώτατε προς ημάς και μάλιστα οσάκις απαιτείται  με μεγάλην την φωνήν επαναλαμβάνεται το «φθάνει πια».

Παναγιώτατε Πάτερ και Δέσποτα,

Η ευκλεής πατριαρχεία  Σας των 24ων ετών και 2 και πλέον μηνών είναι η μακροτέρα μετά την Άλωση της Πόλης. Διατρέχοντας  τα  500  και πλέον χρόνια που παρήλθαν και  την ιστορία των  αξίων προκατόχων  Σας Πατριαρχών που έδρασαν εν Αγίω Πνεύματι  και εν αγιοσύνη  στην βασιλεύουσα Πόλη, θαυμάζουμε πολλούς   Πατριάρχες που διακρίθηκαν συν τοις άλλοις στο  συγγραφικό έργο,   στο μεταρρυθμιστικό,   στα της Παιδείας και στην ίδρυση εκπαιδευτηρίων, στα γράμματα στις επιστημονικές   συγγραφές,    στην διορατικότητα και δράση,  αλλά και  σε άλλους τομείς που είναι αδύνατο φυσικά να απαριθμηθούν εδώ. 500 χρόνια πριν, επί παραδείγματι, μεταξύ του 1522 και 1546 έχουμε στον Οικουμενικό Θρόνο τον  Ιερεμία τον Α΄, που κόσμησε τον θρόνο επί  24 έτη, και ερχόμενον   δεύτερο  στην διάρκεια της πατριαρχείας. Είχε θαυμαστή θητεία μερικώς όμως ομοία με την δική Σας, Δίχως να τολμώ ουδεμία προς Θεού     σύγκριση  με τους  αξίους   που μεσολάβησαν κατά το διάστημα αυτό συμμερίζομαι απόλυτα την άποψη του συνεργάτη Σας και αγαπητού φίλου Νίκου Μαγγίνα: «το πνευματικό ανάστημα που συγκεντρώνει εν ταυτώ όλα τα παραπάνω είναι η Παναγιότητά Σας».  Έπρεπε να περάσει μισή χιλιετία για να μας χαρίσει  ο Θεός στον Οικουμενικό  Θρόνο της  Κωνσταντινουπόλεως  την πατριαρχική εκείνη  μορφή που διακρίνεται, συν τοις άλλοις,  για την πίστη, τον ζήλο, την λογιοσύνη και την  πνευματικότητα,  που υπερασπίζεται τα δίκαια του Πατριαρχείου και του Γένους, που ενώνει την Ορθοδοξία με τις Συνάξεις των απανταχού της γης ορθοδόξων Αρχιερέων, που διατρέχει όλη την επικράτεια της δικαιοδοσίας του δίνοντας βαρύτητα στο λειτουργικό έργο, που διατρέχει όλη την Οικουμένη  διαμηνύοντας την αναγκαιότητα της προστασίας του περιβάλλοντος και της ζωής από την ρύπανση και από τους πολέμους,  που δημοσίευσε και δημοσιεύει επιστημονικές μελέτες,  που εγκαινιάζει και ανακαινίζει τους ναούς, τους αψευδείς μάρτυρας της από αιώνων  παρουσίας μας, που  ιδρύει εκπαιδευτήρια, που συνανεστράφη με συγχρόνους Αγίους (Άγιος Παίσιος, Άγιος Πορφύριος), που δημιουργεί διαρκώς νέες ευκαιρίες στην Εκκλησία, που την αναδεικνύει παγκοσμίως, δικαιώνοντας και καταξιώνοντας τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη και ο οποίος, τέλος,  πρόκειται να συγκαλέσει συν Θεώ  προσεχώς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της οικουμενικής Ορθοδοξίας ως νέος Φώτιος, έχοντας το όραμα της αποκαταστάσεως της ενότητας της  μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Παναγιώτατε,

Περαίνων την μικράν αυτήν  παρέμβασιν κατά την εόρτιον και εύσημον ταύτην ημέραν της Πρωτοχρονιάς του σωτηρίου έτους 2016 υποβάλλω υικώς τα σέβη μου αιτούμενος την ευχή και την ευλογία εφ’ όλους ημάς, που συμπλέουμε μετά της Μητρός Εκκλησίας και του πεφωτισμένου Προκαθημένου αυτής Οικουμενικού μας Πατριάρχου. Είησαν τα έτη Σας πολλά.