You are currently viewing Ο θάνατος της νιότης μου….

Ο θάνατος της νιότης μου….

  • Reading time:1 mins read
🔺Ωδή στον πρόωρο θάνατο του Μανώλη Βολικάκη
 
🔹Του Σωτήρη Μ. Τζούμα 
«Χρόνια μου μοσχομύριστα, παιδιάστικά μου χρόνια», λέει ένα τραγούδι που έλεγε συχνά η γιαγιά μου  Σταματία Τζούμα  όταν ήμασταν παιδιά. Όμορφα χρόνια, ανέμελα. Και όσο περνούν τα χρόνια, ολοένα και περισσότερο ταξιδεύει ο νους στο μακρυνό παρελθόν και αναπολεί τα χρόνια της νιότης. Κι όταν αρχίζεις να χάνεις ανθρώπους με τους οποίους μεγάλωσες κοντά τους  από παιδί, που τους γνώρισες στα πρώτα σου βήματα, που τους σκέφτεσαι και τους  αγαπάς , έστω κι αν δεν τους βλέπεις πια   συχνά, τότε… αρχίζουν τα δύσκολα.
Κι αυτή η κατάσταση, το να χάνω τους συνομήλικους, φίλους των παιδικών μου χρόνων, ανθρώπους που έχω ζήσει μαζί τους τα καλύτερά μου χρόνια, τα ευτυχισμένα χρόνια του σχολείου, τα ανέμελα χρόνια της θάλασσας όταν κολυμπούσαμε στο Καστέλλο.Είναι σα να χάνω τη νιότη μου.  Και θυμάμαι ακόμη  τον  Ελύτη:
«Έπεσα για να κολυμπήσω

κι άφησα την καρδιά μου πίσωΆφησα την καρδιά μου χάμωσαν το κοχύλι μας στην άμμο». Πόσες αναμνήσεις και πόσα κοχύλια μέσα στο βάζο. Ακόμη τα έχω. 

Πως να ξεχάσω τις βόλτες μας  στα σοκάκια και στις αλάνες, το παιχνίδι  στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής  και στην αυλή του Βούρειου.
Τα γέλια μας και τα ανέκδοτα που λέγαμε στα θρυλικά παγκάκια  της Αγιάς Παρασκευής. Πρόκειται για χρόνια που δεν ξαναγυρνούν.Και  όσο μεγαλώνω με στοιχειώνει αυτή η διαπίστωση και με μελαγχολεί.Δεν μπορώ να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι άνθρωποι που γνώριζα δεν υπάρχουν πια.
Ειδικά, όταν τα πρόσωπα  αυτά είναι δεμένα  με τα αθώα χρόνια της νιότης μου, τα παιδικά μου χρόνια, τα χρόνια της εφηβείας , με τις ανησυχίες, τα πολλά ερωτηματικά για τη ζωή -που άλλα απαντήθηκαν και άλλα περιμένουν απάντηση κάτι  ωσάν το μετέωρο βήμα – με τα σχέδια και τα  όνειρα για το μέλλον, που μερικά από αυτά έγιναν πραγματικότητα ενώ άλλα έχουν γίνει στάχτη…
Γιατί σας τα γράφω όλα αυτά;
Την περασμένη εβδομάδα έφυγε από την ζωή, ένας φίλος αγαπημένος, από το πρώτο έτος της ζωής μου.Ο Μανώλης Βολικάκης, γέννημα θρέμμα της Χίου και του Καστέλλου,μιας ήρεμης και γραφικής περιοχής στο κέντρο του νησιού, που οι Μικρασιάτες κάτοικοι κατάφεραν με τον μόχθο και τον ιδρώτα τους  να την κάνουν να ξεχωρίζει με πολλά θετικά πρόσημα.
Με τον Μανώλη μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά. Και ήταν ένα από τα παιδιά της ηλικίας μου  με το οποίο συνυπήρξα στην καθημερινότητα μου πριν ακόμη πάμε σχολείο  και στη συνέχεια ως μαθητής δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου. Θαρρείς πως βαδίζαμε παράλληλα. Τίποτα δεν μας χώριζε τα χρόνια εκείνα, ούτε ο μεσημεριανός ύπνος τα Καλοκαίρια, γιατί είχαμε κάνει συμφωνία με τις μαμάδες μας να καθόμαστε ήσυχοι σε έναν χώρο με σκιά  και να παίζουμε, αρκεί να μην είμαστε μέσα στον ήλιο.
Σαν χαρακτήρες διαφέραμε. Ο Μανώλης ήταν το άκρως αντίθετο από αυτό που είμαι εγώ ως άνθρωπος. Λάτρης του ποδοσφαίρου, εξ ου και δεινός ποδοσφαιριστής, σε αντίθεση με μένα που μου αρκούσε να… βλέπω να παίζουν οι άλλοι μπάλα…Εγώ άνθρωπος της Εκκλησίας και του εκκλησιασμού, ο Μανώλης δεν είχε τέτοια έφεση. Και όταν  μια φορά τόλμησα  να του πω να ντυθεί παπαδάκι όπως έκανα εγώ, μου είπε με τρόπο αφοπλιστικό: ντύσου εσύ και εγώ θα σε βλέπω όπως κάνεις εσύ, όταν εγώ παίζω μπάλα.
Αλλά μία φορά του την έφερα. Ήταν του Αγίου Λουκά και είχαμε εκκλησιασμό στον εορτάζοντα ναό δίπλα στο σχολείο μας. Είχαμε μάλιστα και τον τότε Μητροπολίτη παρόντα στην εορτή κατά την θεία λειτουργία . Ήταν  ο τότε Μητροπολίτης Χίου, Μακαριστός  Χρυσόστομος Γιαλούρης, σπουδαίος Ιεράρχης . Μεγάλη εκκλησιαστική φυσιογνωμία. Σημάδεψε πνευματικά το νησί αλλά δεν εκτιμήθηκε από τους Χιώτες. Κατά το κήρυγμα του τη μέρα εκείνη ζήτησε από μας τους μαθητές  να του απαντήσουμε τι σημαίνει η συντομογραφία μ.Χ.,δηλαδή το μετά Χριστόν, ήθελε να προσθέσουμε δηλαδή το μετά τη γέννηση του Χριστού. Εγώ ασφαλώς το γνώριζα αλλά ήξερα ότι το γνώριζε και ο Μανώλης που ήταν δίπλα μου και ο οποίος ήταν απρόθυμος να απαντήσει μέσα στην Εκκλησία.
«Σήκωσε το χέρι», του λέω.
«Μαζί και σύ»μου λέει και το σηκώνω κι εγώ αχνά και λίγο πριν δει ο Μητροπολίτης που θα ρίξει τον κλήρο της απάντησης, μου λέει εμένα με χαμόγελο ο Μητροπολίτης:
 – Όχι εσύ Σωτήρη το ξέρεις ( με γνώριζε προσωπικά αφού τον ακολουθούσα παντού  όπου και αν πήγαινε στο νησί)εσύ θα μας το πεις είπε δείχνοντας το Μανώλη.Έτσι  αναγκάστηκε να απαντήσει ο Μανώλης. 
Το τι άκουσα μετά δεν λέγεται. «Μου την έφερες» μου έλεγε.  Αλλά στο τέλος μου πίστωσε την πρωτοβουλία αυτή γιατί νίκησε έτσι τον φόβο του αλλά και γιατί εισέπραξε τα εύσημα από τον Μητροπολίτη  για το θάρρος του να απαντήσει και μάλιστα σωστά ενώπιον του εκκλησιάσματος.
  Εκ φύσεως μαθηματικό μυαλό ο Μανώλης  και εν γένει  των θετικών επιστημών, σε αντίθεση με μένα που με γοήτευε το γράψιμο και η ποίηση.
Ο Μανώλης ήταν των αριθμών που είχαν πάντα λύση, ενώ εγώ των ατελέσφορων διαβασμάτων.
Αυτό όμως, δεν μας εμπόδιζε καθόλου να είμαστε φίλοι και να μοιράζουμε τα ταλέντα μας!
Κάθε φορά που είχα μια δύσκολη άσκηση να λύσω (Μαθηματικά ή Φυσική) ακόμη και όταν φοιτούσαμε στο λύκειο, πήγαινα στον Μανώλη να με βοηθήσει. Και είχε φοβερή μεταδοτικότητα. Και όταν πάλι εκείνος είχε να κάνει μια φιλολογική εργασία, μου ζητούσε να τις βάλω μερικά στολίδια, γιατί φοβόταν ότι θα την παρέδιδε ως τηλεγράφημα.
Ο Μανώλης διέθετε κριτική σκέψη και κοφτερό μυαλό, το οποίο μερικές φορές εντυπωσίαζε με την ταχύτητα και την ευστροφία που έδινε λύσεις στα διάφορα γεγονότα που παρουσιαζόταν.
Ανατρέχω στο χρονοντούλαπο της ζωής και τα βγάζω ένα ένα. Και βλέπω πόσα πολλά μας ένωναν. Θυμάμαι πόσες φορές μου έκανε παράπονο που δεν πήγα κι εγώ  στο πρακτικό τμήμα. «Μα δεν θα τα κατάφερνα με τα  Μαθηματικά και τη Φυσική» του έλεγα αφού είναι πολύ απαιτητικά, «μα θα σου τα εξηγούσα εγώ», μου αντέτεινε με την καλή του καρδιά.Αλλά ήξερε ότι αυτό δεν ήταν αρκετό.
Αλλά και πάλι δεν χαθήκαμε! Μαζί ξεκινούσαμε το πρωί για το σχολείο, μαζί επιστρέφαμε με μία στάση στου Πίπη στην Απλωταριά, για το γνωστό και ανεπανάληπτο λουκανικάκι.
Μπορεί οι δρόμοι μας να χώρισαν…
Εγώ έφυγα από το νησί…
Εκείνος έμεινε βιγλάτορας του τόπου μας…
Ανταμώναμε όμως στην αγαπημένη μας Χίο τα καλοκαίρια και συναναστρεφόμασταν με αγάπη.
Και όταν έχτιζα το σπίτι της οικογένειας μου στον Κάμπο, ο Μανώλης είχε αναλάβει πολλά και σημαντικά τμήματα της κατασκευής του που άπτονταν του τομέα του και των επαγγελματικών γνώσεων του. Και έκανε σπουδαία δουλειά! Και ασφαλώς έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος από τις υπηρεσίες του. Γεγονός που με έκανε να τον θαυμάσω διπλά.
Ο Μανώλης ήταν ένας  ολοκληρωμένος άνθρωπος. Φιλήσυχος και εγκρατής. Και αυτό το μετέδιδε στους συνομιλητές του.Δεν του άρεσαν οι υπερβολές και οι ακρότητες. Ούτε του άρεσε να μεγαλοπιάνεται. Σεμνά και ταπεινά. Και χωρίς προκλήσεις. Αυτό ήταν το δόγμα του. Και έτσι έμεινε ως το τέλος.
Τελευταία φορά τον είδα σε ένα ταξίδι μου στη Χίο την περασμένη Άνοιξη. Είπαμε πολλά και γελάσαμε σαν τον παλιό καλό καιρό . Και ήταν τα τελευταία λόγια  που ανταλλάξαμε εν ζωή, πρόσωπο με πρόσωπο. Ήταν ένας άτυπος αποχαιρετισμός.
Ο Μανώλης Βολικάκης  αφήνει πίσω του ένα σπουδαίο στίγμα ως άνθρωπος. Μπορεί να φεύγει νωρίς αλλά  πρόλαβε να περάσει στην αντίπερα όχθη. Παράλληλα όμως, αφήνει πίσω
την οικογένεια του ,την αγαπημένη του από τα μαθητικά μας χρόνια,τη  γυναίκα της ζωής του(μαθητικό έρωτα )  Σοφία Καλούδη, κόρη του αείμνηστου δημοφιλούς καθηγητή μας Αλέκου Καλούδη, αφήνει πίσω τον  ένα και μονάκριβο γυιό του  Κωνσταντίνο-Αλέξανδρο( τα ονόματα και των δύο παππούδων)  ο οποίος πρόσφατα πήρε το πτυχίο του οδοντιάτρου.Υπάρχουν άνθρωποι να τον θυμούνται και να τον μνημονεύουν στις προσευχές τους.
Το μεγάλο δράμα,ωστόσο, είναι η μητέρα του. Η καλή μας  «θεία Αντωνία», όπως λέγαμε οι χωριανοί τις μητέρες των φίλων μας.
Δεν  ξέρω αν γνωρίζει την φυγή του παιδιού της. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πίκρα από αυτή. Να ξεπροβοδίζει η μάνα το παιδί στην άλλη ζωή  και όχι το παιδί τη μάνα όπως είναι το βιολογικά αποδεκτό. Και η σκέψη αυτή δεν με πονά αλλά με συντρίβει!
Ο Θεός μας  κάλεσε τον Μανώλη  πρόωρα κοντά Του. Ο αδόκητος θάνατός του γέμισε με  θλίψη όλους όσους τον ξέραμε. Προσωπικά όταν  το έμαθα δεν το πίστευα. Πάντα η είδηση του θανάτου παγώνει την καρδιά. Ο άνθρωπος μένει ενεός μπροστά στο μυστήριο του θανάτου.
Ο μέχρι χθες συναναστρεφόμενος  την οικογένεια του, τους φίλους και τους γνωστούς, σήμερα κείται άπνους… Η ελπίδα όμως της Αναστάσεως δεν μας αφήνει απαρηγόρητους. Ο αδελφός και φίλος Μανώλης βρίσκεται στην αγκαλιά του Θεού και περιμένει, όταν κρίνει ο Θεός, όλους εμάς, να βρεθούμε στην Ουράνια Βασιλεία, εκεί που θα ξανανταμώσουμε.
Εκεί που δεν υπάρχουν θλίψεις και βάσανα, αλλά ανεκλάλητη χαρά.
Τον αποχαιρετούμε και περιμένουμε να τον συναντήσουμε και πάλι στην άνω πόλη, την άνω Ιερουσαλήμ, η οποία «ου χρείαν έχει του ηλίου, ουδέ της σελήνης ίνα φαίνωσιν αυτή∙ η γαρ δόξα του Θεού εφώτισεν αυτήν, και ο λύχνος αυτής το Αρνίον» (Αποκ. 21, 23).
Καλό ταξίδι και καλή αντάμωση φίλε μου και αδελφέ μου Μανώλη. Μπορεί να μην σε έβλεπα και να μη σε ζούσα όπως τον παλιό καλό καιρό αλλά να ξέρεις πάντα σε θυμόμουν με αγάπη.