You are currently viewing Παραίτηση Μητροπολίτη με ταυτόχρονη υπόδειξη του διαδόχου του <br>  Επιτρεπτό ή όχι;

Παραίτηση Μητροπολίτη με ταυτόχρονη υπόδειξη του διαδόχου του
Επιτρεπτό ή όχι;

 Υπό Δρος Αναστασίου Βαβούσκου

Προ τριών εβδομάδων, στις 24 Αυγούστου 2022 ο Μητροπολίτης Ηλείας κ.κ. Γερμανός απέστειλε στον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών επιστολή, διά της οποίας γνωστοποίησε την παραίτησή του από τον θρόνο της Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας.

Αυτό και μόνον το γεγονός της παραιτήσεως είναι σημαντικό, διότι αποτελεί σαφή αποχρώσα ένδειξη θάρρους και ψυχικής γενναιότητας. Εκείνο όμως, που – ως μη όφειλε – θέτει το ανωτέρω γεγονός δυστυχώς στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος αλλά προς λάθος κατεύθυνση, είναι η περιεχόμενη στην επιστολή παράκληση του παραιτουμένου Μητροπολίτη να εκλεγεί στην θέση του συγκεκριμένος κληρικός, και δή ο Θεοφιλέστατος επίσκοπος Ωλένης κ. Αθανάσιος. Ως δικαιολογητική βάση του αιτήματος αυτού προβάλλονται αφενός η ελάφρυνση του πόνου του αποχωρισμού του παραιτουμένου Μητροπολίτη, αφετέρου η επί σαράντα έτη διακονία του προαναφερθέντος κληρικού στην κενωθείσα Ιερά Μητρόπολη Ηλείας και η εξ αυτής της διακονίας βαθεία γνώση προσώπων και πραγμάτων. Προς επιβεβαίωση, παραθέτω αυτολεξεί την σχετική παράγραφο: «Προς τούτοις θερμώς σας παρακαλώ, δια την ελάφρωσιν του πόνου του αποχωρισμού μου, να εκλέξετε ως διάδοχόν μου εις την Ιερά Μητρόπολιν Ηλείας τον Θεοφιλέστατον Επίσκοπον Ωλένης κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΝ, διακονών υπέρ τα σαράντα χρόνια εις την Μητρόπολιν Ηλείας και γνωρίζων καλώς πρόσωπα και πράγματα, ίνα με ταις πρεσβείαις του Αγίου Διονυσίου του εν Ζακύνθω ενισχυθεί δια να συνεχίση το τεράστιον πνευματικόν και κοινωνικόν έργον της Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας, εις δε την ταπεινότητά μου να έχω «Χριστιανά τα τέλη της ζωής μου, ανώδυνα και ανεπαίσχυντα». ΑΜΗΝ».

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι άγνωστο ούτε πρωτόγνωρο, τόσο στην Εκκλησία της Ελλάδος όσο και στους ιερούς κανόνες.

Ως προς την Εκκλησία της Ελλάδος, το φαινόμενο αυτό παρουσιάσθηκε και προ έξι ετών, το 2016, και το οποίο αποτέλεσε και την αφορμή, για να δημοσιοποιήσω τότε σε σχετικό άρθρο μου τις απόψεις μου. Εκ των πραγμάτων, όμως, είμαι υποχρεωμένος να επανέλθω.

Πρόκειται για την περίπτωση της παραιτήσεως του τότε Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Άρτης Ιγνατίου, ο οποίος στην εγκύκλιο που απέστειλε προς το ποίμνιο της Μητροπόλεως, είχε εκφράσει την ευχή να τον διαδεχθεί στον μητροπολιτικό θρόνο ο τότε Πρωτοσύγγελος της Ιεράς Μητροπόλεως Άρτης, υποδεικνύοντας μ’ αυτόν τον τρόπο εμμέσως τον διάδοχό του. Η ενέργεια αυτή του παραιτηθέντος Μητροπολίτη, υπαγορεύθηκε προφανώς τόσο από την επιθυμία του αποχωρούντος Ιεράρχη να συνεχισθεί το έργο του από τον διάδοχο επίσκοπο όσο και από την αντίληψη ότι οι κληρικοί που υπηρετούν σε νευραλγικές κυρίως θέσεις μιας Μητροπόλεως έχουν πληρέστερη γνώση των προβλημάτων της επαρχίας. Η διαφορά με την περίπτωση του παραιτηθέντος Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ηλείας στις μέρες μας, είναι ότι ο Μητροπολίτης Άρτης δεν το ζήτησε ευθέως αλλά εμμέσως, ενώ ο Μητροπολίτης Ηλείας το ζήτησε ευθέως και ρητώς. Πάντως και οι δύο το ζήτησαν.

Τα αιτήματα αμφοτέρων των Μητροπολιτών μπορούν να γίνουν καταρχήν δεκτά τόσο από ηθικής όσο και από πραγματικής απόψεως. Ερωτώ όμως: Είναι συμβατή με τους ιερούς κανόνες και την κείμενη νομοθεσία μία τέτοια εκ του πλαγίου απαίτηση, όταν μάλιστα αυτή (όπως του σεβαστού Μητροπολίτη Ηλείας) τίθεται προς την Ιερά Σύνοδο ευθέως και κατηγορηματικώς; Η απάντηση θα είναι σαφώς και κατηγορηματικώς αρνητική.

Οι ιεροί κανόνες αντιμετώπισαν το συγκεκριμένο ζήτημα – όπως και πλήθος άλλων – αποδεικνύοντας μας για μια ακόμη φορά, ότι παρά την κατά χρόνον παλαιότητα τους, παραμένουν όχι μόνον επίκαιροι αλλά και προοδευτικοί για τα δεδομένα της σημερινής εποχής. Διότι, ουσιαστικώς, αυτό που πράττει η Εκκλησία, απορρίπτοντας και απαγορεύοντας θεσμικώς την «οικογενειοκρατική» και την «ευνοιοκεντρική» αντίληψη στον τρόπο αναδείξεως των Ιεραρχών της, είναι να προτάσσει την αξιοκρατία και την συλλογικότητα στη λήψη της σχετικής αποφάσεως. Και μία τέτοια στάση, μόνο αναχρονιστική δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Ειδικότερα:

Από τη μία πλευρά, ο 76ος κανόνας των Αποστόλων αντιμετώπισε το ζήτημα σε στενότερα πλαίσια, απαγορεύοντας στους επισκόπους τον κληρονομικώ δικαίω ορισμό του διαδόχου τους: «Ὅτι οὐ χρή ἐπίσκοπον τῷ ἀδελφῷ, ἢ τῷ υἱῷ, ἢ ἑτέρῳ συγγενεῖ χαριζόμενον, εἰς τό ἀξίωμα τῆς

ἐπισκοπῆς χειροτονεῖν ὃν βούλεται· κληρονόμους γάρ τῆς ἐπισκοπῆς ποιεῖσθαι οὐ δίκαιον, τά τοῦ Θεοῦ χαριζόμενον πάθει ἀνθρωπίνῳ· οὐ γάρ τήν τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαν ὑπό κληρονόμους ὀφείλει τιθέναι. Εἰ δέ τις τοῦτο ποιήσει, ἄκυρος μενέτω ἡ χειροτονία· αὐτός δέ ἐπιτιμάσθω ἀφορισμῷ» ((βλ. το κείμενο του κανόνα σε Α. Βαβούσκου. Κώδικας Νομοκανονικός, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 260).

Ειδικότερα, ο κανόνας απαγόρευσε στους επισκόπους επί ποινή ακυρότητας της χειροτονίας και αφορισμού των ιδίων, να ορίζουν ως διάδοχό τους τον αδελφό τους, τον υιό τους ή άλλο οποιοδήποτε συγγενικό πρόσωπο. Ορισμός, ο οποίος μεταβιβάζει ουσιαστικώς ως κληρονομία την επισκοπική περιφέρεια τους, χαρίζει όμως ουσιαστικώς στα πρόσωπα αυτά πέραν της επισκοπής τους και την αρχιερατική τους εξουσία, η οποία όμως είναι δωρεά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δωρεάς από άνθρωπο προς άνθρωπο. Αυτό επισημαίνει και ο Ι. Ζωναράς στο σχόλιο του υπό τον κανόνα (βλ. Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. 2, 98: «Τήν ἀρχιερατικήν ἐξουσίαν, τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος χάριτος δῶρον νομίζεσθαι χρή. Πῶς οὖν τις τήν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὡς κλῆρον μεταβιβάσει πρός ἕτερον, αὐτῷ χαριζόμενος;»).

Πέραν αυτού, ο ίδιος ερμηνευτής στο σχόλιό του υπό τον κανόνα τονίζει και μια άλλη διάσταση του προβλήματος της κληρονομικώ δικαίω μεταβιβάσεως της επισκοπής σε συγκεκριμένο συγγενικό πρόσωπο, αναρωτώμενος, πως είναι δυνατόν ο επίσκοπος, ενώ δεν δικαιούται να καταλείψει ως κληρονομία στους κληρονόμους του, ό,τι απέκτησε κατά τη διάρκεια της επισκοπείας του (πλην όσων αυτός απέκτησε εκ κληρονομίας από συγγενείς), να δύναται να καταλείψει ως κληρονομία την επισκοπή του και την αρχιερωσύνη: «…οἵτινες γάρ, ἅ ἐκτήσαντο πράγματα ἐν τῷ τῆς ἐπισκοπῆς καιρῷ, οὐκ ἔχουσιν ἄδειαν καταλιμπάνειν οἷς βούλονται, (εἰ μή τά ἐκ διαδοχῆς συγγενῶν περιελθόντα αὐτοῖς, ὡς ὁ τριακοστός δεύτερος κανών τῆς ἐν Καρθαγένῃ συνόδου φησί), πῶς αὐτήν τήν ἐπισκοπήν εἰς ἑτέρους μεταβιβάσουσιν, ὥσπερ κληρονόμους αὐτούς τῆς ποιμαντικῆς έξουσίας, καί τῆς οἰκονομίας τῶν πτωχικῶν πραγμάτων καταλιμπάνοντες, καί διά πάθος ἀνθρώπινον, φιλίαν δηλαδή, ἤ σχέσιν συγγενικήν τά τῷ θεῷ ἀφιερωθέντα, οἷς βούλονται χαριζόμενοι;» (βλ. το σχόλιο σε Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. 2, 98).

Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και ο ερμηνευτής του Πηδαλίου, ο οποίος στο ερμηνευτικό σχόλιο του υπό τον ανωτέρω κανόνα επισημαίνει: «Ἡ ἀρχιερατικὴ ἐξουσία εἶναι ὁμολογουμένως χάρις καὶ δωρεὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Πῶς λοιπὸν δύναται τινάς νά χαρίσῃ ταύτην εἰς ἄλλον, ὡς κληρονομικὸν δίκαιον; δι’ ὅ καὶ ὁ παρών Ἀποστολικὸς Κανὼν διορίζει, ὅτι δέν πρέπει ὁ Ἐπίσκοπος νά κάμνῃ χάριν, καὶ νά χειροτονῇ διάδοχον εἰς τὸ ἀξίωμα τῆς Ἐπισκοπῆς ὁποῖον θέλοι ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς του, ἢ τοὺς υἱοὺς του, ἢ τοὺς συγγενεῖς του. Διότι δέν εἶναι δίκαιον νά κάμνῃ τινὰς κληρονόμους τῆς Ἐπισκοπῆς, καὶ ἀρχιερωσύνης, (καθὼς δηλαδὴ κάμνει καὶ τῶν ἄλλων πραγμάτων τῶν κοσμικῶν) καὶ νά χαρίζῃ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, ὁποία εἶναι ἡ Ἀρχιερατικὴ ἐξουσία, διὰ πάθος ἀνθρώπινον, ἤτοι διὰ σχέσιν συγγενικήν, καὶ φιλίαν. Ἀλλ’ οὔτε πρέπει νά βάλῃ τις τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ ὑποκάτω εἰς κληρονομίαν, κάμνωντάς την νά ὀνομάζηται πατρογονικὸν δίκαιον… Καὶ ἂν κατὰ τὸν μ΄ τῆς ἐν Καρθαγεν. οἱ Ἐπίσκοποι δέν ἔχουν ἐξουσίαν νά ἀφήνουν εἰς συγγενεῖς των, ἢ εἰς ὅσους ἄλλους βουληθοῦν, τὰ ὑποστατικὰ ὁποῦ μετὰ τὴν Ἐπισκοπὴν ἀπέκτησαν, εἰς λόγον κληρονομίας, (ἔξω μόνον, ὅσα ἀποκτησαν ἀπὸ κληρονομίαν συγγενῶν τους, ἢ φιλοτιμίαν κυρίως εἰς αὐτοὺς γενομένην παρά τινος). Πῶς δύνανται νά ἀφήσουν ὡς κληρονομίαν εἰς τοὺς συγγενεῖς των, ἢ εἰς ὅσους ἄλλους θελήσουν, αὐτὴν τὴν Ἐπισκοπήν;».

Συνεπώς, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία τόσο από το γράμμα του κανόνα, όσο και από την ερμηνεία του, ότι υπάρχει έστω και η παραμικρή πιθανότητα της κληρονομικώ δικαίω μεταβιβάσεως μίας μητροπόλεως (και αναλογικώς όποιασδήποτε εκκλησιαστικής περιφέρειας) από τον διοικούντα αυτήν Μητροπολίτη σε κάποιον εκ των εχόντων κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας του Μητροπολίτη. Εν ολίγοις, καταρχήν μεταβίβαση εκκλησιαστικής περιφέρειας από τον ασκούντα την επ’ αυτής κανονική δικαιοδοσία και της εξ αυτής απορρέουσας μεταβιβάσεως και της αρχιερωσύνης δεν νοείται.

Περαιτέρω, ας δούμε τα πρόσωπα, για τα οποία ισχύει αυτή η απαγόρευση. Ο κανόνας φαίνεται να περιορίζει την απαγόρευση μεταβιβάσεως ως κληρονομία της επαρχίας αλλά και της αρχιερωσύνης μόνο στα πρόσωπα, που θεμελιώνουν δικαίωμα κληρονόμου ως συγγενείς του «κληρονομουμένου» επισκόπου: «Ὅτι οὐ χρή ἐπίσκοπον τῷ ἀδελφῷ, ἢ τῷ υἱῷ, ἢ ἑτέρῳ συγγενεῖ χαριζόμενον, εἰς τό ἀξίωμα τῆς ἐπισκοπῆς χειροτονεῖν

ὃν βούλεται· κληρονόμους γάρ τῆς ἐπισκοπῆς ποιεῖσθαι οὐ δίκαιον,…». Παρά ταύτα, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι η απαγόρευση αυτή είναι γενικοτέρου περιεχομένου και αφορά συνεπώς στην απαγόρευση μεταβιβάσεως της επαρχίας σε κάθε πρόσωπο, που θα μπορούσε να είναι αποδέκτης μιας τέτοιας «κληρονομίας». Και τούτο, διότι το «πνεύμα» του κανόνα δεν είναι να επιτρέψει την περιορισμένη κατά πρόσωπο μεταβίβαση επισκοπής και κατ’ επέκτασιν και της αρχιερωσύνης, εξαιρώντας συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά να απαγορεύσει πλήρως και απολύτως στους επισκόπους την μεταβίβαση αυτή σε πρόσωπο της προσωπικής τους επιλογής, κίνηση η οποία υποκρύπτει μη αξιοκρατική λήψη αποφάσεων και υποθάλπει τον υποβιβασμό της χάριτος του Αγίου Πνεύματος ως γενεσιουργού αιτίας της αρχιερωσύνης. Την άποψη αυτή για ευρύτερη ερμηνεία του κανόνα, ώστε να συμπεριληφθούν και μη συγγενικά πρόσωπα, εκφράζουν στα σχόλιά τους υπό τον ανωτέρω 76ο κανόνα των Αποστόλων τόσο ο Ι. Ζωναράς (βλ. Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. 2, 98: «…καί διά πάθος ἀνθρώπινον, φιλίαν δηλαδή, ἤ σχέσιν συγγενικήν».) όσο και ο Θ. Βαλσαμών (βλ. Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. 2, 99: «Σύ δέ εἰπέ, ὅτι, κἄν μή εἰς προσγενῆ αὐτοῦ παραπέμψῃ ὁ ἐπίσκοπος τήν ἐπισκοπήν, ἀλλά πρός ἀλλότριον , τό αὐτό γενήσεται.») αλλά και το Πηδάλιον: «Πῶς δύνανται νά ἀφήσουν ὡς κληρονομίαν εἰς τοὺς συγγενεῖς των, ἢ εἰς ὅσους ἄλλους θελήσουν, αὐτὴν τὴν Ἐπισκοπήν;».

Συμπερασματικώς, η απαγόρευση μεταβιβάσεως μίας εκκλησιαστικής περιφέρειας από τον διοικούντα αυτήν επίσκοπο, καλύπτει κατά το «γράμμα» μεν του κανόνα τους κληρονόμους του επισκόπου, κατ’ ερμηνείαν δε του κανόνα και οποιοδήποτε άλλο συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο.

Από μία άλλη ευρύτερη οπτική γωνία αντιμετώπισε το θέμα η τοπική σύνοδος της Αντιοχείας, η οποία με τον 23ο κανόνα της απαγόρευσε στους επισκόπους επί ποινή ακυρότητας, να ορίζουν οποιοδήποτε πρόσωπο ως διάδοχό τους, ακόμη και αν οδεύουν προς τας δυσμάς του βίου τους, υπενθυμίζοντας μάλιστα ότι η κρίση για την εκλογή επισκόπου απαιτείται: α) να είναι η κρίση όχι ενός αλλά περισσοτέρων επισκόπων, β) να εκφράζεται συνοδικώς και γ) να οδηγεί σε επιλογή του αξιοτέρου: «Ἐπίσκοπον μή ἐξεῖναι ἀντ᾽ αὐτοῦ καθιστάν ἕτερον ἑαυτοῦ διάδοχον, κἂν πρός τῇ τελευτῇ τοῦ βίου τυγχάνῃ· εἰ δέ τι, τοιοῦτον γίγνοιτο, ἄκυρον εἶναι τήν κατάστασιν. Φυλάττεσθαι δέ τόν θεσμόν τόν ἐκκλησιαστικόν περιέχοντα, μή δεῖν ἄλλως γίνεσθαι

ἐπίσκοπον, ἢ μετά συνόδου καί ἐπικρίσεως ἐπισκόπων, τῶν μετά τήν κοίμησιν τοῦ ἀναπαυσαμένου τήν ἐξουσίαν ἐχόντων τοῦ προάγεσθαι τόν ἄξιον» (βλ. το κείμενο του κανόνα σε Α. Βαβούσκου. Κώδικας Νομοκανονικός, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, σελ.106).

Βάσει, λοιπόν, της γραμματικής ερμηνείας του 23ου κανόνα:

α) Η κρίση περί του προσώπου, που θα εκλεγεί σε μια κενωθείσα επαρχία ανήκει όχι σε έναν αλλά σε περισσοτέρους επισκόπους, ως έκφραση της συλλογικότητας στη λήψη των αποφάσεων.

β) Η κρίση αυτή δεν αρκεί να προέρχεται από πολλούς επισκόπους, αλλά θα πρέπει να εκφράζεται εντός του πλαισίου λειτουργίας της συνόδου της περιφέρειας, στην οποία ανήκει η κενωθείσα επαρχία. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η εκλογή επισκόπου, που στηρίζεται σε εκπεφρασμένη άποψη περισσοτέρων επισκόπων, εάν η άποψη αυτή εκφράσθηκε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο (δι’ επιστολής, διά τηλεφώνου κ.λ.π.) και όχι συνοδικώς.

γ) Η κρίση αυτή θα πρέπει να οδηγεί στην εκλογή του αξιοτέρου εκ των υποψηφίων.

δ) Η επίκληση της αναμενομένης για οποιονδήποτε λόγο (ασθένεια, γήρας) τελευτής του βίου, δεν αποτελεί δικαιολογητικό λόγο για τον οδεύοντα προς την τελευτή τού βίου επίσκοπο, να επιλέξει τον διάδοχό του για την μέλλουσα να κενωθεί επαρχία. Υπό την έννοια βεβαίως της τελευτής δεν θα εννοήσουμε μόνο την επικείμενη τελευτή του επισκόπου αλλά και κάθε λόγο που οδηγεί σε στέρηση της διαποιμάνσεως μιας επισκοπής και κατ’ επέκτασιν και στην χηρεία της, είτε ο λόγος αυτός οφείλεται σε πρωτοβουλία του επισκόπου (παραίτηση) είτε σε λόγο ανεξάρτητο της θελήσεώς του (μετάθεση, καθαίρεση, παύση, προαγωγή σε ανώτερο θρόνο). Και τούτο, διότι αναλογικώς προς όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για τον τον 76ο κανόνα των Αποστόλων, το «πνεύμα» και αυτού του κανόνα δεν είναι η σχετικοποίηση της απαγορεύσεως και ο περιορισμός του φαινομένου μόνο στην περίπτωση που επίκειται η τελευτή του επισκόπου αλλά η απόλυτη απαγόρευση και εξάλειψη του φαινομένου, ανεξαρτήτως των λόγων που το προκαλούν.

Όπως, λοιπόν, προκύπτει από το σύνολο των προεκτεθέντων, η παράκληση του παραιτηθέντος Μητροπολίτη Ηλείας, η οποία δίδει την αίσθηση μιας οιονεί τελευταίας επιθυμίας, συνδεδεμένης όχι με το πέρας της ζωής αλλά με το πέρας της επί έτη αρχιερατικής διακονίας, κινείται εκτός του

πλαισίου των ιερών κανόνων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον χαρακτηρισμό της παρακλήσεως αυτής ως αντικανονικής.

Πέραν αυτού, η υποβληθείσα αυτή εγγράφως παράκληση θέτει υπό αμφισβήτηση και το αυτεξούσιο των επισκόπων ως μελών της Συνόδου, να επιλέγουν καθείς εξ αυτών κατόπιν δικής τους αποφάσεως τον υποψήφιο, που θεωρούν τον καταλληλότερο για την πλήρωση του θρόνου κενής Ιεράς Μητροπόλεως. Εάν, γινόταν δεκτή η επικράτηση μίας τέτοιας πρακτικής, θα αρκούσε ο ορισμός ενός κληρικού ως πρωτοσυγγέλλου ή βοηθού επισκόπου σε μία Ιερά Μητρόπολη, για να διασφαλίσει ο κληρικός αυτός και την εκλογή του στην Ιερά αυτή Μητρόπολη, τιθεμένου αυτομάτως εκτός ισχύος του υφισταμένου κανονικώς και νομοθετικώς κατοχυρωμένου συστήματος εκλογής Μητροπολιτών.

Εν κατακλείδι, τέτοιου είδους δηλώσεις βουλήσεως, οι οποίες έχουν και το «άρωμα» τελευταίας βουλήσεως, τονίζω όμως συνδεδεμένης όχι με το φυσικό θάνατο αλλά με τον πέρας της αρχιερατικής διακονίας, μπορεί να είναι ηθικώς και πραγματικώς αποδεκτές. Καταστρατηγούν όμως πλείστους όσους θεσμούς της Εκκλησίας (αυτεξούσιο επισκόπων, συνοδικό σύστημα κ.λ.π.), οι οποίοι έχουν κατοχυρωθεί νομοκανονικώς, ως ισχύοντες και εφαρμοζόμενοι παλαιόθεν.

Ελπίζω, ότι η περίπτωση της παρακλήσεως του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ηλείας κ.κ. Γερμανού να είναι και η τελευταία και τέτοιο φαινόμενο δεν θα ξαναπαρουσιασθεί, διότι είναι αδιαμφισβητήτως αντικανονικό, ζημιώνει δε και τον προτεινόμενο κληρικό, ο οποίος υπό άλλες – κανονικές – συνθήκες θα μπορούσε να είναι ίσως και η επιλογή της Ιεράς Συνόδου για την Μητρόπολη αυτή.

 

Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος

Δικηγόρος

Άρχων Ασηκρήτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου