You are currently viewing Σταθερά βήματα γόνιμης συνεργασίας: ο (εξ)ορθολογισμός που εκκρεμεί, το χάος που επιμένει, η συναλληλία που χρειαζόμαστε

Σταθερά βήματα γόνιμης συνεργασίας: ο (εξ)ορθολογισμός που εκκρεμεί, το χάος που επιμένει, η συναλληλία που χρειαζόμαστε

Του π. Ιωάννη Μπούτση,
Αρχιδιακόνου της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών *

 

Ο Μάϊος ήταν ένας μήνας λαμπρής χαράς για την Αρχιεπισκοπή Αθηνών: στις τρεις Ιερατικές Συνάξεις της, ο πατέρας της τοπικής εκκλησίας και Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος είχε τη χαρά της συνάντησης με τους πατέρες των ενοριακών κοινοτήτων και τους εφημερίους των ιερών ναών της Αρχιεπισκοπής. Μαζί μίλησαν για τις προκλήσεις του μέλλοντος, τον απολογισμό του —πρόσφατου, πανδημικού και δύσκολου— παρελθόντος, την πάντοτε περαιτέρω επιμόρφωση των κληρικών, το όραμα συλλογικής προσφοράς της αυριανής ημέρας.

Η χαρά της συνάντησης, όμως, δεν κρύβει τις σκιές των προβλημάτων. Των ζητημάτων που παραμένουν ανεπίλυτα και υπονομεύουν στην πράξη τη δυνητική εμβέλεια της προσφοράς της Εκκλησίας.

Αναφερόμαστε στην επίμονη εκκρεμότητα για την τακτοποίηση των εφημερίων της Εκκλησίας. Για την επίλυσή της δε χρειάζεται τίποτα παραπάνω από εξορθολογισμό∙ διαφάνεια∙ συνεργασία∙ συναλληλία. Ο μέσος αναγνώστης δεν έχει εξοικείωση με τις λεπτομέρειες, αλλά έχουμε να κάνουμε με μια χαίνουσα πληγή που κατ’ ουσίαν εκκρεμεί από τη δεκαετία του 1920. Διότι, έναν αιώνα τώρα, η μισθοδοσία του κλήρου χαρακτηρίζεται από νομοθετική και διοικητική ασάφεια, καθιστάμενη μετέωρη. Για παράδειγμα, δεν γνωρίζει κανείς, δεν είναι σαφές, πόσους κληρικούς συμφωνεί το κράτος να μισθοδοτεί, σε ποιές οργανικές θέσεις, ποιά είναι η θεσμικά διαυγής και διαφανής διαδικασία για τη συν τω χρόνω αντικατάστασή τους, πώς επηρεάζεται η κατανομή τους από παράγοντες, όπως οι δημογραφικοί ή οι ακριτικοί. Ήδη από την απαρχή της κρατικής μισθοδοσίας του κλήρου, οι αριθμοί της πραγματικής ζωής και των επίσημων εγγράφων ήσαν ασύμφωνοι μεταξύ τους, ενώ το ζήτημα των οργανικών θέσεων παραμένει επίπονα εκκρεμές (παραπέμπω για λεπτομέρειες στη μελέτη «Η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα και η συνάρτησή της με την εκκλησιαστική περιουσία», ευχερώς ανευρέσιμη στο διαδίκτυο). Οι νέοι διορισμοί εφημερίων προκύπτουν από μια, νέα κάθε φορά, συνεννόηση με τους εκάστοτε εκπροσώπους της Πολιτείας, ενώ μετά την τελευταία δεκαετία και τον κανόνα πολλαπλών αποχωρήσεων για κάθε νέο διορισμό, ο αριθμός των νεοδιοριζόμενων εφημερίων έχει μειωθεί σε δυσοίωνη αναντιστοιχία με τις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών — ειδικά σε περιοχές με μικρότερη πυκνότητα πληθυσμού, όχι όμως μικρότερες ανθρώπινες ανάγκες. Πρόκειται για μια συνθήκη, θα τολμούσαμε να πούμε, χαοτική∙ και το χάος δεν είναι προς το συμφέρον κανενός, δεν τυγχάνει δύναμη δημιουργική…

Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως δεν αναφερόμαστε σε αίτημα παροχών από την Πολιτεία, ούτε σε περαιτέρω επέκταση μιας «δωρεάν» κρατικής μισθοδοσίας. Άλλωστε ο Μακαριώτατος έθεσε με σαφήνεια τη στοχοθεσία: «αγωνιζόμαστε να γίνουμε ανεξάρτητοι και να είμαστε αυτάρκεις». Όμως, εξονυχιστικές μελέτες τεκμηριώνουν ότι η μισθοδοσία του κλήρου δεν δόθηκε ως κάποιο δώρο στην Εκκλησία, αλλά σε αντάλλαγμα και αντίβαρο για την —κάποτε βίαιη και μονομερή— οικειοποίηση του μέγιστου μέρους της περιουσίας της Εκκλησίας από το κράτος. Δηλαδή, της συλλογικής περιουσίας του λαού και των πιστών σε προοπτική δεκαετιών και αιώνων (οι επίσκοποι, άλλωστε, δεν έχουν βιολογικούς απογόνους). Αυτή η πραγματικότητα αναγνωρίστηκε επισήμως από πρωθυπουργικά χείλη, δημοσίως, εγγράφως και ενώπιον του Αρχιεπισκόπου, προ τεσσάρων ετών. Η παρέλευση του χρόνου αλλά και η αλληλοδιαδοχή των κυβερνήσεων δεν συνεπέφερε την επίλυση ζεόντων προβλημάτων. Σήμερα, το υπόλειμμα της εκκλησιαστικής περιουσίας μένει σε μεγάλο του μέρος αναξιοποίητο λόγω διαφόρων προσκομμάτων και της εκκρεμότητας πλήρως αποτελεσματικής συνεννόησης. Ο νέος εφημεριακός κλήρος, ο τόσο ζωτικής σημασίας για τις τοπικές κοινωνίες, βρίσκεται σε μια μετέωρη συνθήκη με τη σαφήνεια ενός επαρκούς θεσμικού πλαισίου να ελλείπει. Το πρώτο βήμα είναι η αποσαφήνιση του ζητήματος των οργανικών θέσεων των εφημερίων και η εισαγωγή φερέγγυου πλαισίου για το πλήθος τους.

Ούτε περιλαμβάνει η τοποθέτησή μας αναφορά στο (πέραν του πνευματικού και ποιμαντικού έργου, που ενδιαφέρει πρωτίστως τους πιστούς) ευρύτερης σημασίας προνοιακό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας, στις δράσεις για την διακονία ασθενών στα νοσηλευτικά ιδρύματα, στις στέγες κατακοίτων, στα συσσίτια, στα κοινωνικά φροντιστήρια, στις κατασκηνώσεις, στις δομές στήριξης των οικογενειών, των μητέρων, των παιδιών με ειδικές ανάγκες. Δεν τίθεται επί τάπητος η επίλυση ενός μετέωρου και εκκρεμούς διοικητικού προβλήματος επειδή, φερ’ ειπείν, η ενορία και η Εκκλησία είναι κάτι το καλό και χρήσιμο, αλλά επειδή τα προβλήματα είναι σώφρον να επιλύονται και η λειτουργικότητα να ανθίζει ανεμπόδιστη. Ο (εξ)ορθολογισμός είναι επιθυμητός, σημείο στο οποίο θα συμφωνούσαν ως και οι τυχόν πολέμιοι της Εκκλησίας. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το ζήτημα που τίθεται είναι ζήτημα όχι δωρεών, παροχών και αιτημάτων, αλλά εξορθολογισμού, διαφάνειας, συνεργασίας και συναλληλίας.

Εξορθολογισμού, διότι το να μην αναγνωρίζονται σαφείς οργανικές θέσεις για εφημερίους που το κράτος ούτως ή άλλως σήμερα μισθοδοτεί δεν είναι ορθολογικό, δεν αποτελεί σημάδι αποτελεσματικής κρατικής διοίκησης — των πόρων που η ίδια η Πολιτεία παρέχει, αν μη τι άλλο. Διαφάνειας, διότι η τρέχουσα κατάσταση εδράζεται σε έναν κυκεώνα διαφορετικών νομοθετημάτων και διοικητικών πράξεων που συσκοτίζει. Συνεργασίας, διότι το ζητούμενο εδώ είναι η από κοινού δράση και πρωτοβουλία για την άρση προσκομμάτων και την επίλυση προβλημάτων. Συναλληλίας, διότι για την Εκκλησία το επιθυμητό είναι να αναγνωρίζονται, Πολιτεία και Εκκλησία, ως δύο πραγματικά διακριτές και ασύγχυτες οντότητες, οι οποίες όμως μπορούν και πρέπει να συνεργάζονται επ’ αγαθώ του λαού, χωρίς να επιβάλλεται η μία στην άλλη. Στο βαθμό που μπορούμε να γνωρίζουμε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος και ο οιακοστρόφος αυτής, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, συντάσσονται με μια τέτοια προοπτική και σε αυτήν τη συνάφεια χαρακτηρίζονται από ανύστακτο ενδιαφέρον για τον εξορθολογισμό μιας εκκρεμότητας ενός αιώνα: του καθεστώτος των οργανικών θέσεων των εφημερίων της Εκκλησίας της Ελλάδος, δίπλα, πάντοτε, σε άλλες εκκρεμότητες, όπως η ανεμπόδιστη δυνατότητα αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας που έχει απομείνει.

Τις σκιές και τα σύννεφα θα τα ξεπεράσουμε: η Εκκλησία προϋπάρχει του νεωτερικού κράτους κατά 18 αιώνες και δεν καταβάλλεται με ευκολία, την κινεί η αναστάσιμη ελπίδα. Όμως, όσο καλύτερη η συνεργασία, όσο μικρότερα τα προβλήματα και όσο λιγότερα τα προσκόμματα, τόσο μεγαλύτερη και ανεμπόδιστη η προσφορά σε όλους — πιστούς και λιγότερο πιστούς, αδιακρίτως. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι τα σταθερά βήματα καλής συνεργασίας και γόνιμης συναλληλίας — με διαφάνεια, σαφήνεια, φερέγγυο σχεδιασμό, έμπρακτο ορθολογισμό, «ευανάγνωστο» θεσμικό πλαίσιο. Για να μπορεί να γίνει η ύλη πνεύμα. Με αυτήν την ευχή κλείνουμε, και με υπόμνηση του στόχου του Μακαριωτάτου: «αγωνιζόμαστε να γίνουμε ανεξάρτητοι και να είμαστε αυτάρκεις».

 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 24/6/2022