You are currently viewing Σερρών Θεολόγος: «Η υποκρισία ως ληστής και κακούργος λεηλατεί τους κόπους  και την ικμάδα του πνευματικού μας αγώνος»

Σερρών Θεολόγος: «Η υποκρισία ως ληστής και κακούργος λεηλατεί τους κόπους και την ικμάδα του πνευματικού μας αγώνος»

Στον εμβληματικό ιερό Ναό Αγ. Ιωάννου Θεολόγου Σερρών, χοροστάτησε ο Σεβ. Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγος, σήμερα Μεγάλη Δευτέρα, 18 Απριλίου 2022, ημέρα κατά την οποία η αγία μας Εκκλησία επιτελεί λειτουργικώς κατά το εσπέρας, τον Όρθρο της Αγίας και Μεγάλης Τρίτης.

Προ της απολύσεως της ιεράς ακολουθίας, με τους ωραιοτάτους ύμνους, που καλλιεργούν στην ψυχή των ευλαβών χριστιανών το αγωνιστικό φρόνημα και την αγάπη προς τον «Νυμφίο» Χριστό, ο Σεβ. κ. Θεολόγος, στον εμπνευσμένο από τα περίφημα «Οὐαί δέ ὑμῖν, γραμματεῖς Φαρισσαῖοι ὑποκριταί» της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής (Μτθ. κβ’ 15 – κγ’ 39), λόγο του, ανέπτυξε σκέψεις ωφέλιμες και επιστηρικτικές για τον προκείμενο πνευματικό αγώνα των πιστών, υπογραμμίζοντας μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Έχοντες ήδη εισέλθει στην Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών του Κυρίου μας, πορευόμεθα προς στην λαμπροφόρο Ανάστασή Του, μέσα από μία πορεία πνευματική, που έχει τα ιδικά της ξεχωριστά  ποιοτικά χαρακτηριστικά, που υποδεικνύουν στον άνθρωπο μία εθελούσια και λυτρωτική έξοδο από την χώρα της αμαρτίας. Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα της πίστεώς μας, η καρδιά του εκκλησιαστικού μας έτους, προβάλλει ενώπιόν μας ως ένα σωτήριο και αφυπνιστικό κάλεσμα του ιδίου του Κυρίου μας, να συνοδοιπορήσουμε μαζί Του προς τα Ιεροσόλυμα.

Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα προσφέρεται ως μία πνευματική ευκαιρία πρώτου μεγέθους πνευματικής αφύπνισης και αναβαπτισμού. Μας καλεί να ιεραρχήσουμε αξιολογικώς  τις προτεραιότητες στην ζωή μας. Η πίστις μας δεν απαξιώνει τον άνθρωπο, ούτε τις βιοτικές του ανάγκες, αλλά μας προσκαλεί ελευθέρως με γνώμονα το άγιο θέλημα του Θεού και το πραγματικό μας συμφέρον να κάνουμε στην ζωή μας τις σωτήριες επιλογές. Επιλογές και αποφάσεις ζωής.

Ο Κύριός μας, πορεύεται προς το εκούσιο Πάθος Του, για να ελευθερώσει το ανθρώπινο γένος από την σκλαβιά της αμαρτίας και  του  επακόλουθου αυτής, θανάτου, ελκύοντας κι εμάς προς τα άνω, σε ουρανοδρόμες διαδρομές. Σ’ αυτήν την πορεία μας προς τα άγια και υψηλά, όμως, ο αντίδικός μας διάβολος, ο υποβολεύς κάθε αμαρτίας, θέτει πολλά προσκόμματα και δυσκολίες, εκμεταλλευόμενος μισανθρώπως τα  πάθη μας, τα οποία εκείνος δολίως ενσπείρει στις ράθυμες καρδιές. Κορυφαίο πάθος ανάμεσα στα ανθρώπινα πάθη είναι αυτό της υποκρισίας, για το οποίο μας ομίλησε τόσο δυνατά σήμερα ο Κύριος, μέσα από την αποψινή  Ευαγγελική περικοπή.

Αναφερόμενος ο Κύριός μας στους Φαρισαίους της εποχής του, επεκτείνει τον λόγο Του και στους υποκριτικώς φερόμενους κάθε εποχής. Σ’ αυτούς, οι οποίοι εγκλωβισμένοι μέσα στην πολυπλοκότητα των ιδικών τους μέτρων, σκοπιμοτήτων και απαιτήσεων, θεωρούν τους εαυτούς τους ξεχωριστούς, ασκούν καταδυναστική εξουσία στους συνανθρώπους τους, εξυπηρετούν τις ιδικές τους ιδιοτέλειες και επιθυμίες, μένουν προσηλωμένοι στο ”γράμμα” του νόμου, δημιουργούν μία ιδική τους ”εθελοθρησκεία”, μεταβάλουν την ζωή και την εμπειρία της πίστεως σ’ ένα σύνολο ανούσιων διατάξεων, οι οποίες εγκλωβίζουν και καταδυναστεύουν τον άνθρωπο. Η υποκρισία ως ληστής και κακούργος λεηλατεί τους κόπους και την ικμάδα  του πνευματικού μας αγώνος.

Αυτούς τους υποκριτές είχε απέναντί του ο Κύριος σ’ ολόκληρη την επίγεια ζωή Του. Εκείνους, που φορούσαν το προσωπείο μίας δήθεν ευσέβειας, προσαρμοσμένης στα ιδικά τους μέτρα, συμφέροντα και ανάγκες.  Βλέποντας  όμως ο Κύριός μας, ότι η αμαρτία εντός τους πολυκαιρίζει και κακοφορμίζει επικινδύνως, ως καλός ιατρός λαμβάνει το ”νυστέρι” της αληθείας, ώστε να αφαιρέσει το ”καρκίνωμα” της υποκρισίας, η οποία κατατρώγει την ψυχή ολίγον κατ’ ολίγον και οδηγεί τον άνθρωπο στην πνευματική πώρωση και τον θάνατο.

Ο φιλάνθρωπος Κύριός μας, δι΄ αυτού του τρόπου, βεβαίως, δεν επιδιώκει να εξουθενώσει τον άνθρωπο, που υποκύπτει στον πειρασμό της υποκρισίας, αλλά να τον οδηγήσει διά της μετανοίας στην σωτηρία. Η αμαρτία ”φορτώνει” με ενοχές, άγχος, ανασφάλειες, φοβίες και πνευματικά βαρίδια την ανθρώπινη ψυχή, η οποία τελικά καταλήγει να  ζει μία πραγματική κόλαση. Ο Κύριός μας, όμως, ήλθε στον κόσμο να ελευθερώσει, να αναπαύσει, να συγχωρήσει και να σώσει τους ”κοπιώντας και πεφορτισμένους” από την αμαρτία ανθρώπους, να προσφέρει ζωή και περίσσεια ζωής.

Ο άνθρωπος του Θεού δεν ασχολείται με τα λάθη του άλλου, αλλά του αρκούν τα ιδικά του. Είναι ταπεινός, ευγενής στην συμπεριφορά του, επιεικής με τους συνανθρώπους του, αλλά άτεγκτος στον εαυτό του. Είναι αγωνιστής, αληθινός, γεμάτος κατανόηση, καλοσύνη, ελπίδα και εμπιστοσύνη στο έλεος του Θεού.

Στην πορεία μας, λοιπόν αδελφοί, για να συναντήσουμε τον Χριστό, ας αποφύγουμε τον “σκόπελο” της υποκρισίας, που εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους πνευματικών ναυαγίων. Ας φυλάξουμε την ζωή μας από την ψυχοβλαβή ”ζύμη” της υποκρίσεως. Ας παραμείνουμε ειλικρινείς, ταπεινοί, αυθεντικοί. Το ταπεινό φρόνημα, η βαθειά πίστη μας στον Κύριό μας και η αγάπη μας στον συνάνθρωπο, ας είναι τα στοιχεία εκείνα που θα πιστοποιούν και θα φανερώνουν, ως αύρα λεπτή και δροσιστική, την ποιότητα της πίστεως και του ήθους μας, σ’ ένα κόσμο, όπου πλεόνασε και η υποκρισία και η απιστία».

Τέλος, ο Σεβ. κ. Θεολόγος, ανεφέρθη με λόγους ευγνωμοσύνης  στον φιλογενέστατο  και ευπατρίδη μεγάλο ευεργέτη του ιερού Ναού Αγ. Θεολόγου Σερρών, κ. Αθ. Μαρτίνο, ο οποίος συνέδραμε αρχοντικώς για τα έργα συντηρήσεως, στερεώσεως, αποκαταστάσεως και αναδείξεως του περίφημου τέμπλου και ιερών εικόνων του Ναού. Επίσης, ευχαρίστησε με λόγους θερμούς τον συμπροσευχόμενο Αντιπεριφερειάρχη Σερρών κ. Π. Σπυρόπουλο, για την συγκινητική βοήθεια της Αντιπεριφέρειας και του ιδίου στο πολύ σημαντικό έργο αποκαταστάσεως της οροφής του  κεντρικού κλίτους του ιστορικού αυτού Ναού της πόλεως των Σερρών. Όλα τα παραπάνω έργα πραγματοποιήθηκαν, του Θεού ευλογούντος πρωτίστως, αλλά κατά το ανθρώπινον και  χάρις στον ενθουσιασμό, την φιλοκαλία και την εργατικότητα του Αιδεσιμολ. Προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, π. Χριστοδούλου Καμπερίδη και των καλών του συνεργατών, τους οποίους ο Σεβ., πάνυ δικαίως ευχαρίστησε και επήνεσε.