You are currently viewing Τό Ψυχοσσάββατο πρό τῆς Ἀπόκρεω.

Τό Ψυχοσσάββατο πρό τῆς Ἀπόκρεω.

Μητροπολίτου Φαναρίου Ἀγαθαγγέλου
Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

 

Τήν παραμονή τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ σέ μιά παγκόσμια ἀνάμνηση ὅλων “τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσε-βῶς, ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου”. Αὐτή πραγματικά εἶναι ἡ μεγάλη ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν ὁποία προσευχόμαστε γιά τά κοι-μηθέντα μέλη της. Γιά νά καταλάβουμε τό νόημα πού ὑπάρχει στή σχέ-ση τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καί τῆς προσευχῆς γιά τούς κοιμηθέντες θά πρέπει νά θυμηθοῦμε ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἡ θρησκεία τῆς ἀγά-πης.

Ἡ νέα ζωή πού μᾶς ἔδωσε ὁ Χριστός καί πού μεταβιβάζεται σέ μᾶς διά τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα μιά ζωή συνδιαλλαγῆς, “συ-ναγωγῆς εἰς ἑνότητα ὅλων τῶν διεσκορπισμένων”, ἡ ἀποκατάσταση τῆς θραυσμένης ἀπό τήν ἁμαρτία ἀγάπης. Ἀλλά πῶς εἶναι δυνατό ν’ ἀρχί-σουμε ποτέ τήν ἐπιστροφή μας στό Θεό καί τή συμφιλίωσή μας μ’ Αὐ-τόν, ἄν ἀπό μέσα μας δέν ξαναγυρίσουμε στή μοναδική καινή ἐντολή τῆς ἀγάπης; Ζητᾶμε ἀπό τό Θεό νά θυμηθεῖ αὐτούς πού καί μεῖς θυμό-μαστε καί τούς θυμόμαστε ἀκριβῶς γιατί τούς ἀγαπᾶμε. Προσευχόμε-νοι γι’ αὐτούς τούς συναντᾶμε ἐν Χριστῷ, ὁ ὁποῖος Ἀγάπη ἐστίν καί πού – ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι ἀγάπη – ξεπερνάει τό θάνατο πού εἶναι ἡ τελική νίκη τοῦ χωρισμοῦ καί τῆς ἔλλειψης τῆς ἀγάπης. Μέσα στό Χριστό δέν ὑπάρχουν ζωντανοί καί πεθαμένοι γιατί ὅλοι εἶναι ζῶντες ἐν Χριστῷ. Αὐτός εἶναι ἡ ζωή καί αὐτή ἡ Ζωή εἶναι τό φῶς τοῦ ἀνθρώπου. Ἀγαπώ-ντας τό Χριστό ἀγαπᾶμε ὅλους ἐκείνους πού βρίσκονται ἐν Αὐτῷ.

Ποιό εἶναι τό νόημα τῶν προσευχῶν μας γιά τούς νεκρούς; Μή-πως ζητοῦμε ἀπό τό Θεό νά κάνει κάποια ἀδικία; Βεβαίως ὄχι. Μέ τήν προσευχή μας ἀποδεικνύουμε ὅτι οἱ νεκροί δέν ἔζησαν μάταια. Μαρτυ-ροῦμε, ὅτι μαζί μέ τά πολλά λάθη πού ἔκαμαν στή ζωή τους, βοήθησαν νά φυτευτεῖ ὁ σπόρος τῆς ἀγάπης. Προσευχόμαστε γι’ αὐτούς μέ ἀγάπη καί εὐγνωμοσύνη καί θυμόμαστε τήν παρουσία τους ἀνάμεσά μας. Ἡ προσευχή μας γι’ αὐτούς πρέπει νά στηρίζεται καί ἀπό τίς πράξεις μας. Ἐάν στή ζωή μας δέν καρποφορεῖ ὁ σπόρος πού αὐτοί ἔσπειραν μέσα μας, τότε οἱ προσευχές μας γι’ αὐτούς θά’ ναι ἀληθινά ἀδύναμες.

Πρέπει νἄμαστε σέ θέση νά λέμε: “Κοίταξε, Χριστέ μου, αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔζησε καί μ’ ἔκανε νά τόν ἀγαπήσω, μοὔδωσε παραδείγματα

ν’ ἀκολουθήσω καί τ’ ἀκολουθῶ”. Καί θἄρθει ἡ μέρα πού θά μποροῦμε νά λέμε: “Ὅ,τι καλό βλέπεις στή ζωή μου δέν εἶναι δικό μου. Ἐκεῖνος μοῦ τὄδωσε, πάρε το καί ἄς εἶναι αὐτό προσφορά στήν αἰώνια μνήμη του, καί ἴσως-ἴσως στή συγχώρεσή του”.

Ἡ ζωή τοῦ καθενός μας δέν λήγει μέ τόν θάνατό μας πάνω στή γῆ καί τή γέννησή μας στόν ἄλλο κόσμο. Ἡ παρουσία μας σφραγίζει ὅποιον συναντήσουμε. Αὐτή ἡ εὐθύνη συνεχίζεται καί μετά θάνατον κι ἔτσι οἱ ζωντανοί συνδέονται μέ τούς νεκρούς γιά τούς ὁποίους καί προσεύχο-νται. Γιά τούς νεκρούς ἐμεῖς οἱ ζωντανοί δέν ἀνήκουμε πλήρως σ’ αὐτό τόν κόσμο· γιά μᾶς οἱ νεκροί ἀνήκουν ἀκόμη στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπό-τητας. Ἡ προσευχή μας γι’ αὐτούς εἶναι οὐσιαστική γιατί ἐκφράζει τήν πληρότητα τῆς κοινῆς μας ζωῆς.

«Μνήσθητι Κύριε τῶν ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου κεκοι-μημένων πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν, καί πάντων τῶν ἐν εὐσεβείᾳ καί πίστει τελειωθέντων, καί συγχώρησον αὐτοῖς πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καί ἀκούσιον, ἐν λόγῳ, ἤ ἔργῳ, ἤ κατά διάνοιαν πλημμεληθέν ὑπ’ αὐ-τήν.

Καί κατασκήνωσον αὐτούς ἐν τόποις φωτεινοῖς, ἐν τόποις χλοε-ροῖς, ἐν τόποις ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα λύπη, πᾶσα ὀδύνη, καί στενα-γμός, ὅπου ἡ ἐπισκοπή τοῦ ποσώπου σου εὐφραίνει πάντας τούς ἀπ’ αἰ-ῶνος Ἁγίους σου.

Χάρισαι αὐτοῖς τήν Βασιλείαν σου, καί τήν μέθεξιν τῶν ἀφράστων καί αἰωνίων σου ἀγαθῶν, καί τῆς σῆς ἀπεράντου καί μακαρίας ζωῆς τήν ἀπόλαυσιν»