You are currently viewing Από το βιβλίο: «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός». ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

Από το βιβλίο: «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός». ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

 
Μια συγκλονιστική αφήγηση του Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας κ. Νικολάου
Κυριακή 14 Αυγούστου 2005.
Παραμονή της Παναγίας.
Όλη η Ελλάδα ανάσταση.
Η Κύπρος για μια ακόμη φορά βυθισμένη στο πένθος.
Ένα αεροσκάφος, προερχόμενο από τη Λάρνακα και με προορισμό τη Αθήνα, μένει ακυβέρνητο και ύστερα από περιπλάνηση δύο και πλέον ωρών συντρίβεται στο Μαύρο Βουνό του Γραμματικού.
Δεν έχει καμία σημασία ποια είναι τα αίτια, ποιος ευθύνεται, πώς συνέβη. Σημασία έχει ότι εκατόν είκοσι ένα άτομα, όλα μαζί, τέτοια μέρα, εντελώς άδικα και τραγικά άφησαν την τελευταία τους πνοή σε μια γωνιά της Αττικής.
Πληροφορήθηκα το γεγονός και ξεκίνησα με κομματιασμένη την καρδιά για τον πόνο του ατυχήματος.
Έφτασα στις δύο παρά δέκα. Λίγο λιγότερο από δύο ώρες μετά το τραγικό ατύχημα.
Προχώρησα βιαστικά. Δεν ήθελα να με αντιμετωπίσουν σαν επίσημο.
Αναπόφευκτα όμως έγινε και αυτό.
Ήλθαν οι αρμόδιοι να με ενημερώσουν.
Βρήκα τρόπο να μην πολυασχοληθούν μαζί μου.
Είχα την πεποίθηση ότι ήμουν ο πιο άχρηστος εκεί επάνω.
Δεν ήθελα να γίνω και ο πλέον βλαβερός.
Εντυπωσιακή η κινητοποίηση.
Δεκάδες ασθενοφόρα, στρατός,αστυνομικές και πυροσβεστικές δυνάμεις, πλήθος κόσμου, ένας πραγματικός πανικός.
Μπροστά μας συντρίμμια από το αεροσκάφος, καπνοί και φλόγες από την πυρκαγιά που από άγνωστη αιτία ξέσπασε,πυροσβεστικά αεροπλάνα και ελικόπτερα σε έντονη προσπάθεια κατάσβεσης της φωτιάς.
Επιπλέον, σκόρπια πτώματα που, σαν να μην έφτανε η κακοποίησή τους από την συντριβή, έπρεπε να μεταμορφωθούν και σε στάχτες.
Ανθρώπινα σώματα όχι μόνο νεκρά ούτε μόνον αλλοιωμένα, αλλά κυριολεκτικά εξαφανισμένα.
Όχι μόνο μη αναγνωρίσιμα αλλά και μη ανιχνεύσιμα.
Μόλις βρήκα την ευκαιρία, κάθισα κάπως παράμερα.
Περνούσαν οι ώρες και η φωτιά δεν έσβηνε.
Τη μάχη την έδιναν λίγοι άνθρωποι: οι ειδικές δυνάμεις από τη γη και οι πιλότοι από τον αέρα. Οι υπόλοιποι θεατές.
Ένας από αυτούς και εγώ.
Όλοι οι άλλοι έτοιμοι, μόλις δοθεί το σύνθημα να βοηθήσουν.
Εγώ δίχως καμία αιτιολογία της παρουσίας μου. Δεν έχω να προσφέρω τίποτα.
Με πυρκαγιά όμως εσωτερική ανεξέλεγκτη.
Το συναίσθημά μου κουρελιασμένο.
Θλίψη, πόνος, παράπονο.
Η σκέψη να τυραννιέται από την προσπάθεια προσδιορισμού των παραμέτρων της τραγωδίας αφ’ ενός και από το σφυροκόπημα των απαιτητικών ερωτημάτων αφ’ ετέρου.
Η πίστη μου ξανά σε αμφισβήτηση.
Της το επιτρέπω εγώ. Ίσως και να το προκαλώ.
Ο κλασικός θεός των θρησκευτικών εγχειριδίων και της επικρατούσης αγωγής ή ένοχα απών ή συντριπτικά υπεύθυνος ή τελικά ανύπαρκτος.
Στις δύο πρώτες περιπτώσεις να τρελαίνεσαι από την αντίφαση και τη συνείδηση της κυριαρχίας του κακού στον κόσμο˙ οι άνθρωποι δυστυχισμένα αντικείμενα, παθητικά εργαλεία στα χέρια ενός αδιάφορου και ίσως κακού θεού.
Στην Τρίτη να καταρρέεις από το αίσθημα της τρομακτικής μοναξιάς˙ όλοι μας τραγικά μόνοι στον αχανή κόσμο μας, θύματα τυχαίων συμβάντων και συγκυριών, εντελώς αβοήθητοι στην τρικυμισμένη θάλασσα της τραγικής τυχαιότητος, με εντελώς συγκυριακή αρχή και αδυσώπητα βεβαιωμένο τέλος˙αναπότρεπτο ως γεγονός, ανεξέλεγκτο ως προς τον χρόνο και τον τρόπο του.
Όλοι θα πεθάνουμε, αλλά δεν ξέρουμε το πώς και το πότε.
Κανένας μας και καθόλου δεν μπορεί να ελέγξει καμία παράμετρο του θανάτου μας.
Ακόμη και η ιατρική παρέμβαση λειτουργεί με στατιστικές και πιθανότητες.
Και αυτό κάνει το τέλος ακόμη τραγικότερο.
Ιδίως όταν έχει προηγηθεί μια όμορφη ζωή.
Πού είναι τελικά ο Θεός;
Ποιός είναι ο αληθινός Θεός;
Πώς διακρίνεται μέσα από αυτό το γεγονός ο Θεός;
Κι αν τέτοιος δεν υπάρχει, γιατί είναι τραγικό το τέλος μας;
Γιατί είναι τραγικός ο αιφνίδιος, ο μαζικός, ο ασυνήθιστος στον τρόπο του θάνατος;
Γιατί είναι καλύτερο να σβήνει κάποιος στο ενενήντα πέντε του χρόνια την ώρα του ύπνου και θεωρείται αποτρόπαιο, όταν η ζωή του καταλήγει με τη συντριβή ενός αεροπλάνου πάνω σ’ ένα βουνό, συντροφιά με τα παιδιά και τη γυναίκα του;
Τραγική είναι η αρχή μας, τραγικότερη η αξία μας, τυραννικότερη η σκέψη μας.
Κάπου πρέπει όμως να υπάρχει ο Θεός, χωρίς εύκολα να διακρίνεται.
Αν εδώ στο Γραμματικό δεν είναι παρών ο αληθινός Θεός, τότε δεν υπάρχει πουθενά.
Λέω δυο λόγια προσευχής από μέσα μου. Έχω ένα μικρό κομποσχοινάκι στην τσέπη μου, βάζω το χέρι μου και χωρίς κανείς να με αντιλαμβάνεται αφήνω την ψυχή μου να περπατήσει στα ακανθώδη μονοπάτια της έμπονης ελπίδας για λίγη παρηγοριά, αλλά και του τιμίου και ασυνθηκολόγητου προβληματισμού για ακέραια την αλήθεια.
Η φωτιά συνεχίζει ανεξέλεγκτη.
Με πλησιάζει ο επικεφαλής της όλης επιχείρησης:
-Χαίρομαι πάρα πολύ, Σεβασμιώτατε, που σας γνωρίζω. Έχω ακούσει τόσα πολλά. Συγκινούμαι ιδιαίτερα που τέτοια μέρα βρίσκεστε εδώ, μέσα στη σκόνη, στην αγωνία, στην ένταση, στον πόνο.
Αυτός ο υπερθετικός, «Σεβασμιώτατε», μου ακούστηκε τόσο αταίριαστος, τόσο άχαρος, τόσο ψεύτικος.
Εδώ έχουμε μπροστά μας την ανθρώπινη αδυναμία σε όλο της το μεγαλείο και μιλάμε με υπερβολές προσφωνήσεων και βαρύγδουπους όρους;
-Δηλαδή που έπρεπε να βρίσκομαι; Τολμώ να ρωτήσω. Εγώ κ….είτε το καταλαβαίνετε είτε όχι, αντιλαμβάνομαι ότι είμαι ο πιο άχρηστος απ’ όλους.
Κάθομαι και σκέπτομαι˙ οι πυροσβέστες έχουν ρόλο, να σβήσουν τη φωτιά˙ οι αστυνομικοί να περιφρουρήσουν την περιοχή˙ οι στρατιώτες, να τρέξουν όπου χρειασθεί˙ οι επικεφαλής της Περιφέρειας και της Νομαρχίας, να συντονίσουν το έργο˙ ακόμη και οι δημοσιογράφοι,να μεταφέρουν την είδηση.
Εγώ τί να προσφέρω;
Τίποτε απολύτως.
Είμαι σαφώς ο πιο άχρηστος.
Απλά, κάθομαι εδώ γιατί δεν με χωράει το σπίτι μου.
Τί να έκανα; Να άναβα ένα κλιματιστικό για να δροσίζομαι, να καθόμουν σε μια πολυθρόνα και μπροστά σε μια τηλεόραση να παρακολουθούσα τι κάνετε εσείς εδώ;
Δεν το άντεχα.
-Μα τί λέτε, Σεβασμιώτατε; Εσείς μας εμπνέετε, μας δίνετε δύναμη. Εσάς βλέπουμε και ενισχυόμαστε.
-Το μόνο που με δικαιολογεί δεν είναι αυτά που λέτε. Οι άνθρωποι δεν ενισχύονται με λόγια και εξουσιαστική επίδειξη ή έστω παρουσία.
Ενισχύονται με έργα.
Και το μερίδιο των έργων ανήκει αποκλειστικά σε σας.
Το μόνο που εγώ κάνω είναι να πω δυο λόγια προσευχής για τους ανθρώπους αυτούς, που πριν από λίγο έχασαν τη ζωή τους σ’ αυτόν τον τόπο.
Να πώ δυο λόγια για όλους τους συγγενείς που αυτήν τη στιγμή σπαράζουν.
Για όλους εσάς που σήμερα Κυριακή, παραμονή τέτοιας γιορτής, που η Αθήνα είναι άδεια, εσείς αντί να αγκαλιάζετε τα παιδιά σας, αντικρίζετε άγνωστα κακοποιημένα πτώματα, φρικιαστικά στην όψη τους.
Που αντί να κάθεστε στο σπίτι σας, ιδρώνετε μέσα στη σκόνη, ανεβοκατεβαίνοντας στους άχαρους λόφους του κατά τα άλλα γραφικού Γραμματικού.
Κυρίως όμως είμαι εδώ για να πώ εγώ ως Επίσκοπος το γιατί στον Θεό.
Με όση δύναμη έχω, με όσο παράπονο μπορώ να εκφράσω.
Όχι εσείς˙ ούτε οι συγγενείς.
Αλλά εγώ ο Επίσκοπος της περιοχής που μιλάω για την αγάπη του Θεού, για την παντοδυναμία Του, για τη δικαιοσύνη Του.
Πού είναι η αγάπη;
Πού είναι η δύναμη, η δικαιοσύνη Του;
Εδώ εκτός από πτώματα και συντρίμμια, δεν φαίνεται τίποτα.
Γι’ αυτό ήλθα. Για να πώ το γιατί, όχι της αντίδρασης, αλλά το γιατί της πίστης και της ταπείνωσης.
Τι φοβερό πράγμα! Να αποχαιρετάς στο αεροδρόμιο τα αγαπημένα σου πρόσωπα που πηγαίνουν ταξίδι για τη γιορτή της Παναγίας.
Να σταυροκοπιέσαι για να πάνε όλα καλά.
Να μην υποψιάζεσαι τίποτε κακό.
Να ετοιμάζεσαι για τη γιορτή.
Και να πληροφορείσαι ότι κάποιο αεροπορικό ατύχημα με Κυπριακό αεροπλάνο έγινε έξω από την Αθήνα.
Η πρώτη σου σκέψη είναι ότι μάλλον πρόκειται για άλλο αεροπλάνο.
Τόσα πολλά εξ΄ άλλου πετούν καθημερινά.
Το σκουλήκι όμως της ανησυχίας αρχίζει κάπως να μεγαλώνει. πληροφορείσαι ότι είναι της εταιρείας με την οποία πέταξαν οι δικοί σου.
Η αγωνία σου αυξάνει επικίνδυνα.
Διατηρείς όμως την ελπίδα ότι ίσως είναι άλλη πτήση.
Τα πράγματα σφίγγουν αφόρητα μόλις φθάσει και η είδηση ότι ο αριθμός της πτήσης είναι αυτός που δεν θέλεις με τίποτα να ακούσεις.
Τότε αρχίζεις να παλεύεις με την απίστευτα μικρή ελπίδα της σωτηρίας των ανθρώπων σου, έστω και αν αυτό σπάνια συμβαίνει.
Ίσως να μην σκοτώθηκαν όλοι, σκέπτεσαι.
Θα βοηθήσει και η Παναγία.
Τέτοια μέρα, είναι δυνατόν;
Πέρασαν περίπου τρεις ώρες.
Εγώ έπρεπε να φύγω για τον εσπερινό της Παναγίας.
Θα πήγαινα σε πανηγύρι… Δεν είχα όρεξη!
Αλλά το είχα τόση ανάγκη!
Η ανθρώπινη φύση μου, το συναίσθημα, η λογική μου αντιπάλευαν με την πίστη, με την «άλλη» εικόνα του Θεού.
Αυτού που σταυρωμένος δοξάζεται˙ Αυτού που στον τάφο ζει και από τον τάφο Του δίνει ζωή˙ Αυτού που μακαρίζει τους «κλαίοντες» και προκρίνει τους«έσχατους», τους αδικημένους και τους μετανιωμένους αμαρτωλούς˙Αυτού που θεμελιώνει την Εκκλησία Του πάνω στο δικό Του αίμα και τη διδασκαλία Του στα μαρτυρικά αίματα των μαθητών Του˙ Αυτού που επειδή διαρκώς αποκαλύπτει την αιώνια ζωή, καταργεί στην ουσία την τραγικότητα του θανάτου.
Πόσο χαίρομαι που γεννήθηκα Ορθόδοξος!
Όλα αυτά με πείθουν πολύ μέσα μου και αποτελούν μονοπώλιο της Ορθόδοξης διδασκαλίας, παράδοσης και ζωής.
Από πουθενά αλλού δεν μου προκύπτει μια έστω παρεμφερής λογική.
Μέσα στην τρέλα του προβληματισμού μου, μου βγαίνει λίγη αλλά πηγαία και αυθόρμητη δοξολογία.
Τα δάκρυα αναμειγνύονται με λίγη ελπίδα.
Στο πικρό σκοτάδι διακρίνεται λίγο ιλαρό φως.
Όλα μεγάλα αλλά όλα… λίγα.
Την επομένη στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος». Φτάνουν οι συγγενείς από την Κύπρο και την Ελλάδα, προκειμένου να βοηθήσουν στην αναγνώριση των πτωμάτων.
Η τραγικότητα επιμένει να πιέζει το γεγονός˙ δεν αφήνει ίχνος πόνου που να μην το αξιοποιήσει.
Όλοι μαζί,πάνω από εκατόν είκοσι άνθρωποι, σε μια μεγάλη αίθουσα, εξοπλισμένη με πολλή αγάπη και φροντίδα, με τριάντα περίπου ψυχολόγους, με παρόντα τον πρέσβυ της Κύπρου και όλους τους αρμόδιους για την περίπτωση, σε κατάσταση αβάσταχτου πόνου.
Κάποιοι έχουν ήδη περάσει από τη δοκιμασία της αναγνώρισης στο νεκροτομείο και έχουν επιστρέψει και κάποιοι άλλοι περιμένουν να έλθει η τόσο αναγκαία αλλά και τόσο φοβερή αυτή ώρα.
Με ειδοποιεί ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Υγείας να πάμμε δυο – τρεις ιερείς για μια συμπαράσταση και ανακούφιση.
Συμπαράσταση και ανακούφιση διερωτήθηκα;
Ποιός μπορεί να δώσει τέτοια πράγματα;
Ποιός είναι αυτός που γνωρίζει τις απαντήσεις και δεν μας τις αποκαλύπτει;
Ποιός είναι αυτός που έχει τη δύναμη να συναρμολογήσει τον κατακομματιασμένο, να ξανακτίσει τον γκρεμισμένο, να αναστήσει τον σκοτωμένο;
Και πώς και γιατί περιμένουν αυτοί οι άνθρωποι κάτι από μένα και την Εκκλησία;
Αλλά η θέση των ψυχολόγων είναι ακόμη πιο δύσκολη. Οι ιερείς μπορούν ενδεχομένως και να σιωπήσουν. Απλά, να κλάψουν, να συμπαθήσουν, να ακούσουν, να δώσουν αγάπη, να που δυο λόγια μυστικής προσευχής. Οι ψυχολόγοι πρέπει οπωσδήποτε να μιλήσουν. Κάτι πρέπει να κάνουν. Κάθομαι σε μία άκρη και αφήνω λίγο την ψυχή μου να φύγει απότους πονεμένους ανθρώπους και να ακουμπήσει στον αιώνια Σταυρωμένο Χριστό.
Πέρασαν περίπου τρείς ώρες. Όλοι έχουν επιστρέψει. Όλοι τους σοκαρισμένοι, ξενυχτισμένοι, τσακισμένοι, κάθονται δεξιά και αριστερά περιμένοντας μόνο να περάσει η ώρα, να πάρουν το αεροπλάνο να επιστρέψουν στην Κύπρο και να ετοιμαστούν για τις ομαδικές κηδείες. Κάποιοι περπατούν νευρικά. Άλλοι καπνίζουν αμήχανα. Κάπου – κάπου ακούγονται αναφιλητά από μια μητέρα πού έχασε την κόρη, τον γαμπρό και τρία εγγόνια. Πόνος βουβός. Τόσο δυνατός, που αδυνατείς να τον συνειδητοποιήσεις. Κάποιοι ζητούν, πριν φύγουν, να κάνουμε ένα τρισάγιο.
Οι ψυχολόγοι εκφράζουν δισταγμό μήπως κάτι τέτοιο αναστατώσει τους πιο ευαίσθητους. Το ανακοινώνει ο πρέσβυς διακριτικά˙ για όποιον θέλει. Σβήνουν όλοι τα τσιγάρα, σηκώνονται οι πάντες ανεξαιρέτως και πλησιάζουν στο κέντρο. Οι καημένοι δεν είχαν θυμώσει με τον Θεό! Αφού δεν έπιασαν οι προσευχές μας όμως πριν το ατύχημα, γιατί να πιάσουν τώρα, που μάλιστα δεν μπορούμε να διαπιστώσουμε το αποτέλεσμά τους;
Το τρισάγιο αρχίζει. Μπροστά μας η γυναίκα και η αδελφή του συγκυβερνήτη. Με λυγμούς όλοι μαζί συμψάλλουν. Το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί, να μου ζητήσουν να πω δυο λόγια. Το λάθος το κάνει ο διευθυντής των Κυπριακών Αερογραμμών. Αποφεύγω να μιλήσω…λέγοντας πώς εμείς όλοι δεν βρισκόμαστε κοντά τους για να τους παρηγορήσουμε – αφού είμαστε κι εμείς απαρηγόρητοι, αλλά για να συμπονέσουμε, να μοιραστούμε λίγο – όσο μπορούμε – από το μεγάλο ασήκωτο δικό τους βάρος. Θα ήθελα πολύ να τους συνόδευα στην Κύπρο, μα κάτι τέτοιο ήταν πρακτικά αδύνατο. Υποσχέθηκα να πάω στο μνημόσυνο.
Μνημόσυνο στο Παραλίμνι της Κύπρου. Μια εκκλησία κατάμεστη. Καθώς κοιτάζει κανείς από την Ωραία Πύλη προς τον κόσμο, κυριαρχεί το μαύρο χρώμα. Δεκαέξι άτομα μαζί από τον ίδιο τόπο, την ίδια ώρα στον τάφο. Πόνος αβάσταχτος, απερίγραπτος, λογικά αδικαιολόγητος, πνευματικά αναπάντητος. Πηγαίνουμε στο κοιμητήριο. Χιλιάδες συγγενείς, φίλοι και γνωστοί περιβάλλουν τους σκεπασμένους με γλάστρες και λουλούδια τάφους. Θέαμα μακάβριο. Τρεις τάφοι δίπλα – δίπλα. Στον πρώτο ένα ζευγάρι με τα τρία μικρούλια παιδιά τους. Στον διπλανό ένα άλλο ζευγάριμε τα δυο τους παιδάκια.
 Και δίπλα ένα τρίτο με το ένα τους. Δίπλα ακριβώς μια γιαγιά κρατάει στην αγκαλιά της ένα της εγγονάκι, δυο-τριών ετών, που ποτέ ίσως δεν θα μπορέσει να ανακαλέσει στη μνήμη του τις γλυκειές μορφές των γονιών και αδελφών του. Αν δεν κάνω λάθος, όλοι οι παπούδες και οι γιαγιάδες, δώδεκα τον αριθμό, ζωντανοί.
Η Εκκλησία ψάλλει « Μακαρία η οδός, ή πορεύη σήμερον ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως». Και αν υποθέσουμε ότι αυτό ισχύει για τους νεκρούς, τί θα μπορούσε να ψάλει για τους εναπομείναντες στη ζωή… νεκρούς;
Έκανα την προσευχή μου όσο καλύτερα μπορούσα. Η σκέψη μου, η πίστη μου, η ψυχή μου έψαχναν τον δικό τους τόπο… αναπαύσεως. Πολύ δύσκολη η προσευχή κάτω από τέτοιες συνθήκες.
Πώς να μιλήσει η καρδιά σε Θεό που δεν φαίνεται; Τα γεγονότα, η πραγματικότητα, η λογική, τα όποια ερεθίσματα εκείνης της στιγμής φανερώνουν ή θεό που δεν υπάρχει ή θεό που έχασε τον έλεγχο του κόσμου ή θεό τύραννο, δυνάστη, απαίσιο, τέτοιον που δεν θέλουμε να υπάρχει.
Και ο Θεός της αγάπης ο Παντοδύναμος; Αυτός που με την Ανάστασή Του συνέτριψε τον θάνατο; Αυτός στον οποίο τώρα θέλουμε να προσευχηθούμε για να μας φωτίσει και να μας ενισχύσει, γιατί επέτρεψε αυτό; Γιατί δεν μας απαντά; Αυτός που είναι;
Ο περισσότερος κόσμος φοβάται λίγο αυτά τα ερωτήματα. Κάποιοι με σκληρότητα φιλοσοφική και περισσή έπαρση τα θέτουν, αλλά με αρκετά βλάσφημη θρασύτητα που δεν αφήνει περιθώριασε αγνό διαφωτιστικό προβληματισμό.
Οι συγγενείς είναι τόσο συντετριμμένοι που δεν έχουν κουράγιο ούτε και να υποβάλουν τέτοια ερωτήματα μέσα τους. Ζούν όμως μέσα στις πικρές αναθυμιάσεις τους. Εγώ ούτε να υποκρίνομαι μπορώ ούτε και τις εύκολες και άμεσες απαντήσεις διαθέτω. Επιτρέπω όμως στην ψυχή μου να προβληματίζεται. Και αντί να σκέπτομαι μόνος μου αν υπάρχει Θεός και να του προσδιορίζω τις ιδιότητες, θέτω απ’ ευθείας το ερώτημα στον Ίδιο. Αυτός θα μου δώσει ό,τι μου χρειάζεται κι ό,τι εγώ αντέχω. Παραδέχομαι τη μικρότητά μου και τη μικρότητα όλων μας, συστέλλομαι και προσεύχομαι.
Το τρισάγιο τελείωσε. Πηγαίνουμε βουβοί όλοι για καφέ. Νομίζω πως η σιωπή μου τους γλύκανε τους ανθρώπους λίγο. Ήταν καλύτερα που απέφυγα τις μεγαλόστομες αποδείξεις περί της αγάπης του Θεού, τις φοβερές περιγραφές της βασιλείας Του και τα άλλα λόγια που ταπεινά μεν λέγει η Εκκλησία μας, αλλά συνήθως μη βιωματικά επαναλαμβάνουν οι ιεροκήρυκες. Είναι φοβερό να υποκαθιστάς το βίωμα με σκέψεις, τη συμπόνια με συμβουλές, τη δοκιμασία της πίστεως με θεολογικές απόψεις.
Εκείνη την ώρα που γκρεμίζεται η όλη ύπαρξη και σκανδαλίζεται η πίστη, αυτό που χρειάζεται περισσότερο κανείς δεν είναι οι κούφιες διδασκαλίες περί πίστεως, αλλά η κατανόηση της απιστίας ως πολύ φυσιολογικού στοιχείου του ανθρώπου. Εγώ έτσι φέρθηκα στους ανθρώπους και προτίμησα να ανοίξω τα αυτιά μου και να κλείσω το στόμα μου.
Με πλησιάζει κλαίγοντας μια γιαγιούλα. Έχει χάσει την κόρη, τον γαμπρό και τα εγγόνια της. Έχει τελειώσει γι΄ αυτήν η ζωή. Η ομορφιά της αποδείχθηκε κίβδηλη. Η αλήθεια της μαρτυρική. Με αγκαλιάζει και ασπάζεται το χέρι μου με πολλή δύναμη και πίστη. Λέει πολλά η κίνηση αυτή. Δεν ξέρω τί περιμένει ή τί θέλει να εκφράσει.
-Πανιερώτατε, πονάω πολύ, θέλω να φύγω από αυτόν τον κόσμο. Δεν με χωράει ο τόπος. Δεν έχω παράπονο από τον Θεό. Κανένα. Αυτός μόνο ευλογίες δίνει. Ούτε θέλω να ‘ρθουν τα παιδιά μου εδώ. Δεν αξίζει. Θέλω όμως εγώ να φύγω. Μήπως είναι αμαρτία;
Το ύφος της ήταν πονεμένο, αλλά ιερά πονεμένο. Δεν ήταν πληγωμένο, γιατί είχε μια μυστική ταπείνωση˙ την ταπείνωση της αποδοχής του τραγικού γεγονότος ως ασύλληπτα επώδυνου αλλά απλού. Έμοιαζε η δική μας καρδιά, που έπασχε από τον συγκλονισμό του γεγονότος, να ήταν πιο πληγωμένη από τη δική της, που τραυματίστηκε από τον χωρισμό των προσφιλών της προσώπων. Κάπως η ταπεινή αποδοχή του συμβάντος μαλάκωσε το βαθύ τραύμα του χωρισμού. Κάποια μορφή ταπείνωσης της έβγαζε πίστη. Και η πίστη της της έδινε ισορροπία και γαλήνη. Έδειχνε η μαχαιριά στο στήθος της να έβγαζε μόνο μορφασμό και δάκρυ και όχι αίμα.
Δεν απάντησα με λόγια. Την αγκάλιασα και την ασπάσθηκα στο κεφάλι. Η ίδια σαν να αρκέστηκε σε αυτό. Αν μπορούσα, θα τη φιλούσα στην καρδιά. Με κοίταξε στο πρόσωπο προσπαθώντας να ρουφήξει την ψυχή μου, μου κράτησε ευλαβικά το χέρι και κόλλησε τα χείλη της επάνω.
Γιαγιούλα μου, τί θέλεις από μένα; Τόλμησα να ρωτήσω.
-Τίποτα, γυιέ μου, μόνο την προσευχή σου για τα παιδάκια μου και την ευχή σου να με πάρει και μένα έτοιμη ο Θεός, στην ώρα μου.
Δεν σε πληγώνει που ‘φυγαν όλοι μαζί;
-Αν είναι τώρα κοντά στο Θεό, δεν υπήρχε λόγος να ‘μαστε μαζί. Εξ άλλου τα παιδιά μας είναι πιο πολύ δικά Του και λιγότερο δικά μας. Ίσως τώρα αγαπήσω πιο πολύ το Θεό. Προσπαθώντας να είμαι κοντά Του θα είμαι μαζί με τα παιδιά μου. Έτσι είπε ο π. Αθανάσιος.
Ήλθαν αρκετοί και μου ‘δωσαν ονόματα. Σαν να μην ήθελαν τίποτε άλλο. Με εκπληκτική ανωτερότητα και πνευματική ευγένεια έβρισκαν τρόπους να μου δίνουν αγάπη και ευγνωμοσύνη. Μια κυρία που έχασε την κόρη της καθόταν παράμερα απαρηγόρητη. Ένας ηλιοκαμένος μεσήλικας – είχε κιόλας αφήσει γένεια – κάπνιζε απορροφημένος στον εαυτό του. Μου έριξε μια ματιά απροσδιόριστης ερμηνείας και καθώς πλησίασα μου είπε:
-Θέλω να σε ευχαριστήσω. Φαίνεται πώς οι άνθρωποι αγαπούν περισσότερο από τον Θεό. Νάσαι καλά, κι ας είσαι του… Θεού!
-Μη το λές αυτό αδελφέ μου. Κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει.
-Μα δε βλέπεις, Δέσποτα τί πάθαμε; Τί ήταν αυτό το πράγμα που μας βρήκε; Μαύρισε ο τόπος μας. τί Θεός είναι αυτός; Δεν μπορούσε αυτό το αεροπλάνο να το σώσει; Εγώ δεν είχα κανέναν δικό μου, αλλά κοντεύω να τρελαθώ. Τους βλέπεις όλους αυτούς; Γιατί να ζουν πλέον;
-Σε τέτοιο κόσμο, γιατί κι εμείς να ζούμε πλέον; Τον ρωτώ.
Πράγματι, αν ο κόσμος είναι όπως τον απαιτούμε, με θεό σαν αυτόν που κατανοούμε, τότε δεν αξίζει καθόλου να ζούμε. Ζωή που τελειώνει, θεός που εκλογικεύεται, κόσμος που λογικά κατανοείται, ούτε αξίζουν ούτε φυσικά υπάρχουν. Κάπου αλλού κρύβεται το μυστικό. Η προσπάθεια να δεις τον Θεό μέσα από τον πόνο, είναι συχνά ματαιοπονία. Χωρίς Θεό δεν ερμηνεύεται ο πόνος. Με λάθος πάλι Θεό, δεν παρηγορείσαι.
Πιο φυσικό είναι να δεις τον πόνο μέσα από τον Θεό και τότε από τον πόνο να αναγνωρίσεις τον αληθινό Θεό. Τί φοβερό που η Εκκλησία μας κηρύσσει Θεό Σταυρωμένο! Πόσο τίμιο και πόσο αληθινό! Πόσο επαναστατικό για τη σκέψη μας και πόσο ανατρεπτικό! Ομολογεί Θεό που είναι για μεν τους Έλληνες «μωρία» για δε τους Ιουδαίους «σκάνδαλο». Θεό εκούσια ηττημένο, που δεν Τον αντέχει η ορθή λογική. Θεό που ομολογείται με θυσία τόσων μαρτύρων και θριαμβεύει.”
 Θεό που διωκόμενος ζωντανεύει και θανατούμενος ανασταίνεται. Θεό που φτιάχνει ανθρώπους κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του και αυτοί μόνοι τους αυτοκαταστρέφονται,
μεταξύ τους σφάζονται, όλοι τους αποστατούν. Δημιουργεί αθάνατους ανθρώπους και αυτοί πεθαίνουν, δοξασμένους και αυτοί επιλέγουν την ατίμωση.
Έρχεται στον κόσμο ταπεινά και εξαγγέλλει «επί γης ειρήνη» και ο ερχομός Του συνοδεύεται από τη σφαγή χιλιάδων αθώων νηπίων αντί Αυτού. Πώς να ερμηνεύσει κανείς αυτό το μαζικό αποτρόπαιο έγκλημα; Και αν ο άγγελος διεμήνυσε στον Ιωσήφ να φύγει στην Αίγυπτο, γιατί δεν έκανε κάτι άλλο πιο καλό, προκειμένου να σώσει αυτά τα αθώα παιδάκια από τη σφαγή, τους γονείς τους από τον αβάσταχτο πόνο και την ιστορία από μία τεράστια κηλίδα;
Στο φόντο της γήινης εφημερότητος και ματαιότητος, παρά τον καθημερινό του χαρακτήρα, το γεγονός του Γραμματικού είναι τραγικό, άδικο και αδιεξοδικό. Στο φόντο της αιώνιας προοπτικής του κάθε ανθρώπου αποτελεί ένα απλό συμβάν. Όποιος ζει εφήμερα, τρελαίνεται˙ βλέπει τους ανθρώπους του να χάνονται. Όποιος επιθυμεί τα αιώνια πονάει ανθρώπινα, αλλά παρηγοριέται «υπέρ έννοιαν»˙ αντικρίζει τους δικούς του, όταν αδικούνται να δοξάζονται και, όταν τελειώνουν να τελειώνονται.
Μαζί τους διακρίνει σαφές το περίγραμμα του Προσώπου του Θεού. Μέσα από τον πόνο των φαινομένων, ζει τη γλυκειά ελπίδα και την αίσθηση των μη ορωμένων.
Από το βιβλίο: «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός». ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ