You are currently viewing Περί της προτεραιότητας του «άλλου»-Μία απάντηση στον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Αργολίδος κ.Νεκτάριο

Περί της προτεραιότητας του «άλλου»-Μία απάντηση στον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Αργολίδος κ.Νεκτάριο

κείμενο του θεολόγου Φίλιππου Κωστάκη

 

Σεβασμιότατε Αργολίδος,
στο κείμενο σας θέλετε να αναδείξετε τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας και όλος ο πλανήτης, καθώς και το ζήτημα των «ακραίων» πιστών το οποίο προσπαθείτε να λύσετε τεκμηριώνοντάς το υπό το πρίσμα της πατερικής και Ευαγγελικής Παραδόσεως, αλλά δυστυχώς το πρίσμα αυτό δεν συνάδει και τόσο με την πατερική διδασκαλία, καθότι φανερώνει μια δυτικού φιλοσοφικού και θεολογικού τύπου επιρροή και προσέγγιση.Εξηγώντας τη θέση μου, ξεκινάω από το γεγονός ότι στόχος του κειμένου σας είναι να τονίσετε ότι προϋπόθεση της κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό είναι η κοινωνία του ανθρώπου με τον συνάνθρωπο, όπως λέει και ο τίτλος «η προτεραιότητα του Άλλου». Αυτό στην προκειμένη περίπτωση είναι και το μεγαλύτερο θεολογικό σας λάθος. Πουθενά μέσα στη πατερική γραμματεία δεν υπάρχει ως προϋπόθεση η σχέση ανθρώπου με τον συνάνθρωπο για τη σχέση μας με τον Θεό. Επιφανειακά μπορεί να φαίνεται κάτι τέτοιο αλλά στο Ευαγγέλιο ξεκάθαρα γράφεται: «ὁδὲἸησοῦς ἀπεκρίθη αὐτῷὅτι πρώτη πάντων ἐντολή· ἄκουε, Ἰσραήλ, Κύριος ὁΘεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι· καὶἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. αὕτη πρώτη ἐντολή. καὶδευτέρα ὁμοία, αὕτη· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Μρ. 29-31).Δηλαδή πρωτη παντων εντολή το να αγαπήσεις τον Θεό και δεύτερη έρχεται η αγάπη προςτον πλησίον. Είναι ξεκάθαρο δηλαδή. Επίσης πάλι ο Χριστος λέει ότι:«Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰω. η ́ 32). Δηλαδή Γνώσεσθε πρώτα τήν ἀλήθειαν, και η αλήθεια, ύστερα ελευθερώσει ὑμᾶς. Η Αλήθεια είναι ο Χριστός, οπότε πρωτίστως κοινωνούμε με την αλήθεια (Χριστός, Θεός) και ύστερα κοινωνούμε αληθινά με τους «άλλους» γύρω μας. Και όχι το αντίθετο. Γιατί το αντίθετο μας οδηγεί σε μια διαλεκτική σχέση μεταξύ ανθρώπων μόνο, (αφού προέχει η σχέση με τον συνάνθρωπο) η οποία βασίζεται στις δικές μας δυνατότητες και όχι στην σχέση με τον Θεό μέσω των θείων ενεργειών.Η δική σας θέση λοιπόν δεν μοιάζει με αυτή του Ευαγγελίου, αντ’ αυτού περισσότερο ομοιάζει, με την δυτική φιλοσοφική θεώρηση την οποία συναντάμε στη υπαρξιστική φιλοσοφία, κυρίως αυτή του Καρλ Γιάσπερς, όπου σύμφωνα με τον ίδιο, η άμεση σχέση θεού και κόσμου δεν μπορεί να υπάρξει, διότι αν εγώ ως πρόσωπο έχω άμεση σχέση με τον θεό δίχως την συμβολή του «άλλου» (ανθρώπου, ετέρου), αυτό σημαίνει ότι η συνείδηση του Θεούταυτίζεται με την δική μου και ο άλλος βγαίνει στο περιθώριο και δεν μας είναι αναγκαίος, δεν έχει δηλαδή οντολογικό (ουσιαστικό) χαρακτήρα. Άρα, για τον Γιάσπερς, η μόνη οδός η οποία επιτρέπει να κάνουμε λόγο για σχέση με τον θεό (με το επέκεινα) είναι μέσω του «Άλλου». Και αυτό διότι όπως προείπαμε, αν ο άλλος θεωρηθεί ως μια προσθήκη και όχι προϋπόθεση, δεν έχει οντολογικό χαρακτήρα. Άρα η σχέση μας με τον θεό προϋποθέτει τη σχέση μας με τον Άλλο. Αυτή είναι μια από τις θέσεις που δυστυχώς έχει αναπτύξει η Δύση τόσο στη φιλοσοφία της όσο και στη θεολογία της. Όλα αυτά λοιπόν, Σεβασμιότατε, από πότε αποτελούν ορθόδοξη θεολογία;

Μήπως τόσο το λεξιλόγιο («Άλλος» κλπ.) αλλά και το περιεχόμενο αυτό, μας οδηγούν σε άλλες ατραπούς; Και δίνουν πάτημα για εισχώρηση στοιχείων αντιθέτων προς την ορθόδοξη θεολογία;Απ’ ότι φαίνεται ορισμένοι δεν μπορούν να κρύψουν, την Δυτική και αλλότρια επίδραση που έχουν υποστεί ως προς την θεολογική τους κατάρτιση. Αλλά ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι προϋπόθεση της σωτήριας και της κοινωνίας με τον θεό, είναι η κοινωνία του ανθρώπου με τον συνάνθρωπο, τότε αυτό παίρνει προεκτάσεις καταστροφικές για τη σωτηρία του ανθρώπου και αποτελεί πρόβλημα, διότι αν λόγου χάρη διαπληκτιστούμε με κάποιον και στη συνέχεια του ζητήσουμε συγγνώμη, εάν αυτός δεν μας συγχωρέσει, τότε η σχέση με τον «άλλο» δεν θα αποκατασταθεί εξαιτίας του, και άρα εγώ που ζήτησα και συγγνώμη δεν θα έχω ποτέ δυνατότητα κοινωνίας με τον θεό. Και όλο αυτό, διότι η σχέση δεν αποκατεστάθη. Στη βάση που το θέτετε, ακόμη και να μην το θέλετε, λέτε αυτό ακριβώς το πράγμα. Το οποίο βέβαια είναι άτοπο.Μια σχέση που δεν έχει ως προϋπόθεση την σχέση με τον θεό δεν είναι πραγματική σχέση. Είναι μια ηθικιστική, επιφανειακή και αληθοφανής σχέση, στην οποία, εφόσον δεν υπάρχει η φωτιστική χάρις του Αγίου Πνεύματος, που θα βοηθήσει στην κατανόηση μεταξύ των ανθρώπων, υπάρχει ο ανθρώπινος παράγοντας ως προϋπόθεση, που μας επιτρέπει να βλέπουμε μόνο τις δικές μας δυνατότητες και ύστερα τον Θεό. Έτσι η αγάπη του Θεού αποκτά έναν επιθετικό καταναγκαστικό χαρακτήρα, αφού απτή στιγμή που βασιζόμαστε στα δικά μας ανθρώπινα κριτήρια καταλαβαίνουμε ότι δεν είμαστε ίδιοι και αρχίζουν οι κοσμικές συγκρίσεις. Εκείθα μπορούσε κάλλιστα να επικρατήσει και ο νόμος του ισχυρού. Όπως συμβαίνει και στις μέρες μας, όπου οι άρχοντες όλων των εξουσιών, δεν βλέπουν τον Θεό και βλέποντας μόνο τον εαυτό τους (τις δυνατότητές τους), αποφασίζουν οι ίδιοι σαν ισχυρότεροιπου είναι, ποιο θα είναι το καλό μας. Θέλοντας να «τρυπήσουν» όλον το κόσμο με μια επιθετική αγάπη για το καλό όλων.Η ενότητα είναι στην αλήθεια και όχι η αλήθεια στην ενότητα. Δηλαδή η ενότητα βασίζεται στην αλήθεια που είναι ο Χριστός και γι’ αυτό είμαστε ενωμένοι.Ο Χριστός θα μας δώσει τα αληθινά κριτήρια για μια αληθινή ενότητα. Αν προϋπόθεση είναιη ενότητα(με τον άλλον),τότε τα κριτήρια είναι ανθρώπινα, ελλιπή και οδηγούν στη απώλεια.Έχουμε ζήσει τις κοσμικού τύπου ενότητες (κόμματα, ακτιβιστικές ομάδες, Μ.Κ.Ο.), μην υποβιβάζετε λοιπόν την εκκλησία σε μια τέτοιου είδους ενότητα.Εάν πάλι πιστεύετε πρωτίστως στη σχέση με τον συνάνθρωπο, τότε γιατί πριν από καιρό χαρακτηρίσατε δαιμονισμένους που χρειάζονταν διάβασμα, εκείνους που δεν συμμορφώνονταν με τις επιταγές των αρχόντων; Αυτό βοηθάει στην σχέση με τον «άλλο»; Ή χωρίζει τους ανθρώπους τόσο μεταξύ τους όσο και απ’ τον Θεό; Εγώ πάντως ξέρω ότι το επιχείρημα του δαιμονιζόμενου το χρησιμοποιούσε με ευκολία η ιερά εξέταση, προκειμένου να κάψει στην πυρά όποιον δεν συμφωνούσε με τις θέσεις της.