You are currently viewing Σκέψεις γιά τήν εὐχετήρια ἀλληλογραφία

Σκέψεις γιά τήν εὐχετήρια ἀλληλογραφία

🔺Από τον Σεβ. Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης κ. Συμεών

Ἀ­πο­τε­λεῖ πα­λαι­ό­τα­τη συ­νή­θεια —πα­ρά­δο­ση, θά ἔ­λε­γα— ἡ ἀ­πο­στο­λή εὐ­χε­τη­ρί­ων ἐ­πι­στο­λῶν ἤ δελ­τα­ρί­ων-καρ­τῶν με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων μέ ἀ­φορ­μή ση­μαν­τι­κά γε­γο­νό­τα τοῦ ἀν­θρω­πί­νου βί­ου ἤ ὀ­νο­μα­στι­κές ἑ­ορ­τές συ­γγε­νι­κῶν καί φι­λι­κῶν προ­σώ­πων. Εὐ­χετ­ή­ρι­ες ἐ­πι­στο­λές ἤ κάρ­τες ἐ­πι­κρά­τη­σε νά ἀ­πο­στέλ­λον­ται καί μέ τήν εὐ­και­ρί­α με­γά­λων ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν ἑ­ορ­τῶν, ὅ­πως εἶ­ναι τά Χρι­στού­γεν­να καί ἡ ἔ­λευ­ση τοῦ νέ­ου ἔ­τους, κα­θώς καί τό Πά­σχα. Ἄς μή μᾶς δι­α­φεύ­γει ὅ­τι ἡ γρα­πτή ἐ­πι­κοι­νω­νί­α ἦ­ταν ὁ μό­νος τρό­πος πού δι­έ­θε­ταν πα­λαι­ά οἱ ἄν­θρω­ποι γιά νά ἐκ­φρά­σουν τά συ­ναι­σθή­μα­τά τους. Ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι τρό­ποι πού ἔ­χου­με στή δι­ά­θε­σή μας σή­με­ρα εἶ­ναι νε­ώ­τε­ροι καί συν­δέ­ον­ται μέ τίς ἀ­να­κα­λύ­ψεις καί τήν πρό­ο­δο τῆς τε­χνο­λο­γί­ας.

Εὐ­χε­τή­ρι­ες ἐ­πι­στο­λές ἤ κάρ­τες μέ τήν εὐ­και­ρί­α τῶν ὀ­νο­μα­στι­κῶν ἑ­ορ­τῶν καί τῶν με­γά­λων ἑ­ορ­τῶν τῆς πί­στε­ώς μας (Χρι­στού­γεν­να καί Πά­σχα) ἐ­πι­κρά­τη­σε νά ἀ­νταλ­λάσον­ται καί με­τα­ξύ κλη­ρι­κῶν, ἰ­δι­αι­τέ­ρως τῶν ἐ­πι­σκό­πων, γε­γο­νός τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τέ­λε­σε τήν ἀ­φορ­μή γιά νά γρα­φοῦν οἱ σκέ­ψεις πού ἀ­κο­λου­θοῦν. Ση­μει­ώ­νω ἐν ἀ­γά­πῃ ὅ­τι πρό­θε­σή μου δέν εἶ­ναι νά δι­δά­ξω πρε­σβυ­τέ­ρους ἤ νε­ω­τέ­ρους συ­νε­πι­σκό­πους μου, ἀλ­λά­ νά προ­βλη­μα­τί­σω πά­νω σ᾽ αὐ­τό πού γί­νε­ται σή­με­ρα καί τό τί θά μπο­ροῦ­σε νά ἀλλά­ξει.

1. Κατ᾽ ἀρ­χήν ὑ­πεν­θυ­μί­ζω ὅ­τι τό θέ­μα τῆς εὐ­χε­τή­ριας ἀλ­λη­λο­γρα­φί­ας «ἐ­πί ταῖς ἁ­γί­αις ἑ­ορ­ταῖς τῶν Χρι­στου­γέν­νων καί τοῦ Πά­σχα», ἐξ ἀ­φορ­μῆς τῆς τό­τε οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σε­ως, συ­ζη­τή­θη­κε καί ἐ­λή­φθη σχε­τι­κή ἀ­πό­φα­ση ἀ­πό τή Δια­ρκῆ Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο τήν 1η Νο­εμ­βρί­ου 2011, ἡ ὁ­ποί­α μᾶς γνω­στο­ποι­ή­θη­κε μέ τό ὑπ᾽ ἀ­ριθμ. πρωτ. 6675/2954/16-11-2011 Ἐγ­κύ­κλιο Ση­μεί­ω­μα. Ὁ προ­βλη­μα­τι­σμός τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου τό­τε ἑ­στι­ά­στη­κε κυ­ρί­ως στό οἰ­κο­νο­μι­κό κό­στος τῆς ἀ­πο­στο­λῆς τῶν εὐ­χῶν καί ἄν κρί­νου­με ἀ­πό τά πράγ­μα­τα ἡ ἀ­πό­φα­ση καί οἱ προ­τά­σεις τοῦ Ἐγ­κυ­κλί­ου Ση­μει­ώ­μα­τος γρήγορα λη­σμο­νή­θη­καν.

2. Κα­θώς ὑ­πεν­θύ­μι­σα τό πα­ρα­πά­νω Ἐγ­κύ­κλιο Ση­μεί­ω­μα, καί ἡ τα­πει­νό­της μου ἐ­κτι­μᾶ ὅ­τι δέν δι­και­ού­μα­στε νά πα­ρα­βλέ­που­με τό κό­στος τῆς ἀ­πο­στο­λῆς τῆς εὐ­χε­τή­ριας ἀλ­λη­λο­γρα­φί­ας, ἄν αὐ­τό μά­λι­στα συ­νο­δεύ­ε­ται καί ἀ­πό τήν ἐ­κτύ­πω­ση πο­λυ­τε­λῶν καρ­τῶν.

3. Ἡ ἑ­τοι­μα­σί­α καί ἡ δι­εκ­πε­ραί­ω­ση γιά τά γρα­φεῖ­α τῶν Μη­τρο­πό­λε­ών μας τῆς ἑ­όρ­τιας ἀλ­λη­λο­γρα­φί­ας πα­ρα­μο­νές με­γά­λων ἑ­ορ­τῶν ἀ­πο­τε­λεῖ με­γά­λο βά­ρος. Δι­ε­ρω­τῶ­μαι : γιά ποι­ό λό­γο; Ποι­ός Ἱ­ε­ράρ­χης δέν εὔ­χε­ται ὅ,τι τό κα­λύ­τε­ρο γιά τούς συ­νε­πι­σκό­πους του; Χρει­ά­ζε­ται προ­κει­μέ­νου νά τό ἐκ­φρά­σει —καί μά­λι­στα μ᾽ ἕ­ναν τρό­πο συ­χνά ἄ­κρως τυ­πο­ποι­η­μέ­νο— νά ὑ­πο­βά­λει ἑ­αυ­τόν καί τούς συ­νερ­γά­τες του σ᾽ ἕ­να τέ­τοι­ο κό­πο;

4. Συ­νε­χί­ζου­με πα­νο­μοι­ό­τυ­πα μιά πρα­κτι­κή τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, ἐ­νῶ σή­με­ρα δι­α­θέ­του­με νέ­ους τρό­πους ἀ­με­σό­τε­ρους καί ἐκ­φρα­στι­κό­τε­ρους ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας. Ἐ­νο­ο­ῶ τήν τη­λε­φω­νι­κή συν­δι­ά­λε­ξη, τή v­i­d­eo κλή­ση. Βε­βαί­ως καί αὐ­τοί οἱ τρό­ποι ἀ­παι­τοῦν χρό­νο, τόν ὁ­ποῖ­ο δέν δι­α­θέ­του­με γιά μιά γε­νι­κευ­μέ­νη ἑ­όρ­τια ἐ­πι­κοι­νω­νία.

5. Ἔ­τσι, ἄλ­λοι ἐμ­μέ­νου­με στόν πα­λαι­ό τρό­πο τῆς ἑ­όρ­τιας ἐ­πι­στο­λῆς μέ χει­ρό­γρα­φη προ­σφώ­νη­ση, κα­τα­κλεί­δα καί «ζων­τα­νή» ὑ­πο­γρα­φή, τρό­πο πού δείχνει ἀρ­χον­τιά καί πε­ρι­ποι­εῖ τι­μή τό­σο στόν ἀ­πο­στο­λέ­α ὅ­σο καί στόν πα­ρα­λή­πτη, ἀλ­λά καί ἀ­παι­τεῖ πολύ χρό­νο.

Ὁ λό­γος αὐ­τός εἶ­ναι πού ὁ­δή­γη­σε πολ­λούς νά ἐ­πι­νο­ή­σουν ἁ­πλού­στε­ρους τρό­πους πού προ­σφέ­ρει ἡ σύγ­χρο­νη τε­χνο­λο­γί­α. Εὐ­χε­τι­κό κεί­με­νο, μέ προ­σφώ­νη­ση καί ὑ­πο­γρα­φή χει­ρό­γρα­φες ἀλ­λά «σκα­να­ρι­σμέ­νες», τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­στέλ­λε­ται μέ­σω ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου. Ὁ τρό­πος αὐ­τός κα­τά τήν ἐ­κτί­μη­ση πολ­λῶν θε­ω­ρεῖ­ται «ψυ­χρός». Καί δυ­στυ­χῶς πέ­ρα­σε καί στούς συμ­πρε­σβυ­τέ­ρους μας, ὅ­ταν μά­λι­στα ἀ­πευ­θύ­νον­ται καί πρός Ἱ­ε­ράρ­χες.

6. Μιά ἀ­κό­μη πα­ρα­τή­ρη­ση ἀναφερόμενη στήν ἔ­κτα­ση καί τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῶν ἑ­ορ­τί­ων ἐ­πι­στο­λῶν πού ἐ­πί­σκο­ποι ἀ­πο­στέλ­λο­υ­με σέ συ­νε­πι­σκό­πους μας. Κά­ποι­ες ἀ­πό αὐ­τές εἶ­ναι ἐ­κτε­νέ­στα­τες, μιά ὁ­λό­κλη­ρη σε­λί­δα. Καί φοβᾶμαι ἄν τε­λι­κά, λόγω φόρτου ἐργασίας, οἱ πα­ρα­λῆ­πτες τίς δι­α­βά­ζου­με.

Ἐ­πί­σκο­ποι, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νοι σέ συ­νε­πι­σκό­πους μας, προ­βαί­νου­με καί σέ θε­ο­λο­γι­κές ἀ­να­λύ­σεις πού μᾶλ­λον εἶ­ναι πε­ριτ­τές, ἀ­φοῦ καί οἱ δεύ­τε­ροι δέν εἶναι ἄμοιροι τοῦ θε­ο­λο­γι­κοῦ νοήματος τῶν ἑ­ορ­τῶν.

Τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια κά­ποι­οι στίς εὐ­χε­τή­ρι­ες ἐ­πι­στο­λές τους ἀναμειγνύουν καί τήν «κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α» προ­κει­μέ­νου νά πα­ρου­σιά­σουν ἕ­να πιό σύγ­χρο­νο τρό­πο γρα­φῆς. Σπά­νια τό ἐγ­χεί­ρη­μα μπο­ρεῖ νά χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ἐ­πι­τυ­χές.

Ἀ­να­φο­ρι­κά μέ εὐ­χές πλή­ρως τυ­πο­ποι­η­μέ­νες, πού μᾶλ­λον εἶ­ναι ἔρ­γο κά­ποι­ου ὑ­παλ­λή­λου (ὁ ὁ­ποῖ­ος εἴ­τε ἀ­πό κό­πο εἴ­τε ἀ­πό ἀ­προ­σε­ξί­α ἀ­πο­στέλ­λει δύ­ο φο­ρές (­!) τήν ἐ­πι­στο­λή τοῦ προ­ϊ­στα­μέ­νου του ἐ­πι­σκό­που στόν ἴ­διο πα­ρα­λή­πτη) καί ὄ­χι τῶν ἰ­δί­ων τῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ σκα­να­ρι­σμέ­νη ὑ­πο­γρα­φή ἀ­κο­λου­θεῖ, ἀ­να­ρω­τι­έ­ται κα­νείς κα­τά πόσον χρειάζονται.

7. Τέ­λος, δυ­ό λό­για καί γιά τή γλώσ­σα πολ­λῶν ἀ­πό τίς εὐ­χε­τή­ρι­ες ἐ­πι­στο­λές. Για­τί ἄ­ρα­γε αὐ­τή ἡ «ὑ­πε­ρά­γαν» ἀρ­χαι­ο­πρε­πής γλώσ­σα —λί­γο ἤ πο­λύ «ξύ­λι­νη»— γιά τήν ὁ­ποί­α με­ρι­κές φο­ρές χρει­ά­ζε­ται ν᾽ ἀ­νοί­ξου­με τό λε­ξι­κό L­i­d­e­ll-S­c­o­tt, (ὅ­σοι βέ­βαι­α τό ἔ­χου­με κον­τά μας); Καί κα­θώς οἱ νε­ώ­τε­ροι στήν ἡ­λι­κί­α δέν ἔ­χου­με δι­δα­χθεῖ κα­λά τά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά, ὁ κίν­δυ­νος νά ἐμ­φι­λο­χω­ρή­σουν σο­λοι­κι­σμοί ἤ βαρ­βα­ρι­σμοί στό εὐ­χε­τή­ριο κεί­με­νο εἶ­ναι πο­λύ με­γά­λος. Φρο­νῶ ὅ­τι ἡ ἁ­πλή κα­θα­ρεύ­ου­σα (για­τί ὄ­χι καί ἡ στρω­τή δη­μο­τι­κή), προ­σι­τή καί κα­τα­νο­η­τή ἀ­πό ὅ­λους μας, ἔ­χει τή δυ­να­τό­τη­τα νά ἐκ­φρά­σει μέ πλη­ρό­τη­τα καί πολύ πιό θερμά τά συ­ναι­σθή­μα­τά μας.

Συμπερασματικά, διερωτῶμαι:

Μή­πως θά ἔ­δει ἡ Δια­ρκής Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δος νά ἐ­ξε­τά­σει ἐκ νέ­ου τό ζή­τη­μα τῆς ἑ­όρ­τιας ἀλ­λη­λο­γρα­φί­ας, ἔ­τσι ὥ­στε νά πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται μό­νο στά ὀ­νο­μα­στή­ρια τῶν συ­νε­πι­σκό­πων μας καί νά ἀ­πο­φεύ­γε­ται ἐ­κεί­νη τῶν Χρι­στου­γέν­νων καί τοῦ Πά­σχα;