You are currently viewing Πίστη – Ταυτότητα – Αγάπη

Πίστη – Ταυτότητα – Αγάπη

Ακούμε συνεχώς, πως ο Χριστιανισμός διδάσκει την αγάπη. Αυτό δεν είναι λάθος. Εάν, όμως, δεν το ερμηνεύσουμε επάνω σε ένα ορθό υπόβαθρο, τότε, το σπουδαίο κήρυγμα της αγάπης του Χριστιανισμού, δεν θα διαφέρει από οποιοδήποτε άλλο μήνυμα αγάπης που προσπαθούν να μεταδώσουν έτερα φιλοσοφικά, κοινωνικά, ακόμη και θρησκευτικά σχήματα. Η αγάπη του Ευαγγελίου, όμως, δεν είναι αυτό το οποίο έχουμε οι περισσότεροι κατά νου.

Με αφορμή αυτόν τον προβληματισμό, την διάκριση, δηλαδή, της αγάπης εκτός και εντός της Εκκλησίας, θα δούμε τον Απόστολο Παύλο, να ομιλεί περί αυτού του θέματος. Στην προς Κορινθίους Α’ Επιστολή του θα βρούμε στο δέκατο τρίτο κεφάλαιο τον περίφημο «ύμνο της αγάπης», έναν πραγματικό θησαυρό θεολογίας, ο οποίος δυστυχώς έχει κακοποιηθεί τόσο πολύ κατά την ερμηνεία πολλών. Όταν θέλουμε να μελετήσουμε ένα χωρίο της Γραφής και να διεισδύσουμε στο βαθύ θεολογικό νόημα που μας παρέχει, ποτέ δεν το αποκόπτουμε από την υπόλοιπη Γραφή, καθώς αυτή η επικίνδυνη οδός θα μας οδηγούσε σε εσφαλμένα και μη θεολογικά συμπεράσματα. Ως εκ τούτου, λοιπόν, δεν μπορούμε να διαβάσουμε το εν λόγω κεφάλαιο της Α’ Κορινθίους, χωρίς να λάβουμε υπόψιν το δωδέκατο κεφάλαιο. Εκεί ο Απόστολος Παύλος παραθέτει τα χαρίσματα, τα οποία εκχέονται από το Άγιο Πνεύμα και αυτά έχουν ως σκοπό να συγκροτούν το Σώμα του Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία.

Αυτά τα χαρίσματα δεν μοιράζονται ακρίτως από το Άγιο Πνεύμα, αλλά κατά τρόπο, με τον οποίο να ωφελούνται οι πιστοί στην εν Χριστώ πορεία τους. Οι δωρεές του Πνεύματος του Θεού, όπως ευθύς εξ αρχής τονίζει ο θειότατος Παύλος, δίνονται στους πιστούς βαπτισμένους Χριστιανούς, όχι τους κατ’ όνομα, αλλά αυτούς, οι οποίοι άφησαν πίσω τους την πλάνη των ειδώλων και εστράφησαν προς τον αληθινό Ζωοδότη Κύριο. Αυτοί πλέον, επειδή έχουν τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, αναγνωρίζουν τον Ιησού ως τον Χριστό, τον Κύριο, τον Λόγο του Θεού και επ’ ουδενί δεν λέγουν «ανάθεμα Ιησούν»11. Τα χαρίσματα, συνεπώς, του Αγίου Πνεύματος, τα οποία λαμβάνουμε κατά την βάπτιση μας, την είσοδο μας στην Εκκλησία δηλαδή, ενεργούν επί τη βάση και το μέτρο της πίστεως μας και όχι ανεξαρτήτως, καθότι το Πνεύμα του Θεού, το Οποίο «πάντα χορηγεί», είναι το Πνεύμα της Αληθείας και η Αλήθεια είναι ο Χριστός, άρα το Πνεύμα είναι αυτό το οποίο μαρτυρεί περί του Υιού και Λόγου, τον Οποίο, είτε πιστεύουμε, είτε όχι.

Εν συνεχεία, ο Απόστολος Παύλος θα διακρίνει τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, οι οποίες αν και μερίζονται «αμερίστως εν μεριστοίς»22, όπως θα επισημάνει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, προέρχονται από την μια άκτιστη ενέργεια του Ενός Τριαδικού Θεού και απευθύνονται στην μια Αγία και Καθολική Εκκλησία και στα μέλη αυτής, τα οποία αν και φαινομενικά διακρίνονται, αποτελούν ένα όλον, δηλαδή τα μέλη του ενός Σώματος του

Χριστού. Ένας Θεός, μία ενέργεια, μια Εκκλησία. Εδώ φτάνουμε στο πρώτο σημείο, το οποίο πρέπει να διευκρινίσουμε. Μέσα στην Εκκλησία η οποιαδήποτε έννοια της ετερότητας καταργείται. Μέσα στην Εκκλησία υπάρχει ταυτότητα και μόνον. Για τον λόγο αυτό, ο όρος «συνάθροιση» εντός της Εκκλησίας, καθίσταται αδόκιμος. Όλοι αποτελούμε ένα Σώμα, το Σώμα του Αναστάντος Χριστού, είμεθα μέλη Αυτού και ο Ίδιος αποτελεί την κεφαλή του Σώματος. Αυτή η εικόνα δεν είναι ένας απλός συμβολισμός, αλλά μια πραγματικότητα, την οποία πρέπει να καταλάβουμε. Όπως το σώμα αποτελείται από πολλά μέλη, λέει ο Απόστολος Παύλος33, αλλά κανένα από αυτά δεν αυτονομείται και δεν λέγει πως δεν ανήκει στο ίδιο και το αυτό σώμα, ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στην Εκκλησία. Η σχέση, επομένως, του ενός μέλους προς το άλλο, δεν μπορεί να υφίσταται εκτός του σώματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η σχέση των πιστών μεταξύ τους στηρίζεται στη βάση της σχέσεως εκάστου προς τον Χριστό, αυτή δε η σχέση είναι ασφαλώς η πίστη44. Η μια πίστη και η μια κοινή ομολογία του ονόματος του Χριστού, καθιστά την Εκκλησία ως την κατ’ εξοχήν κοινωνία. Σε αυτή την περίπτωση, λοιπόν, όλα τα μέλη του Σώματος είναι Χριστός και αυτή είναι η χριστοποίηση που τελείται εντός της Εκκλησίας.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στο έργο του «Μυσταγωγία», θα εξηγήσει το πώς η Εκκλησία αποτελεί εικόνα του Θεού. Ο αναπληρωτής καθηγητής Δογματικής κ. Νικόλαος Ξιώνης θα επισημάνει επ’ αυτού, ότι δεν λέγει ο Άγιος «του Τριαδικού» ακριβώς επειδή αυτό που θέλει είναι να τονίσει το ομοούσιο. Για τον Άγιο, η Εκκλησία επιτελεί κατά τη μίμηση και τη μορφή το ίδιο έργο με τον Θεό55. Ο Θεός δημιουργεί τα πάντα, τα συγκρατεί και τα συνενώνει, χαράσοντας τα όρια τους. Συνδέει με την Πρόνοια Του το ένα με το άλλο και με τον Εαυτό Του και τα νοητά με τα αισθητά. Ο Ίδιος, ο Οποίος αποτελεί την αρχή και το τέλος των πάντων οδηγεί τα πάντα σε μια ταυτότητα κίνησης και ύπαρξης66. Ακριβώς το ίδιο, λέγει ο ιερός πατήρ, συμβαίνει και μες στην Εκκλησία. Παρ’ όλες τις διαφορές μεταξύ των πιστών, φύλλο, ηλικία, εθνικότητα, κοινωνική θέση, τους χαρίζεται κατά ίσο μέτρο μια θεϊκή μορφή και ίδιο όνομα από τον Ίδιο τον Χριστό, μέσα σε μια απλή και αδιαίρετη σχέση που δημιουργεί η πίστη τους77. Βλέπουμε αυτό που τονίσαμε και πιο πάνω, βάση είναι η μία πίστη στην μια Αλήθεια. Ο απόστολος Παύλος στην Προς Γαλάτας θα γράψει «ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»88. Κάθε μορφή ετερότητας καλιμπάνεται. Χαρακτηριστικά ο Άγιος Μάξιμος θα πει « τὰ πάντα καὶ μέσα στὰ πάντα εἶναι Αὐτὸς ποὺ μὲ τὴ μία κι ἁπλῆ πάνσοφη δύναμη τῆς καλωσύνης του περικλείει τὰ πάντα μέσα του, σὰν ἕνα κέντρο ἀπὸ εὐθεῖες, ποὺ ἀκτινωτὰ ξεκινοῦν ἀπ’ αὐτό, σύμφωνα μὲ τὴν ἴδια ἁπλῆ κι ἑνιαία αἰτία καὶ δύναμη»99. Αυτή η ένωση είναι ο επιδιωκόμενος σκοπός μέσα στην Εκκλησία. Παρά τις όποιες διαφορές, λοιπόν, τα πάντα, όλοι και όλα, γίνονται εν και αυτό είναι που τους ενώνει με τον Χριστό και μεταξύ τους είναι η μια πίστη.

Συνεχίζοντας, έχοντας υπόψιν τα ανωτέρω, ας δούμε πως σχετίζεται η αγάπη για την οποία μας μιλά όχι μόνο απόστολος Παύλος, αλλά ολόκληρο το Ευαγγέλιο και η Πατερική Γραμματεία. Ξανά ο Άγιος Μάξιμος αναφέρει στα περί Αγάπης Κεφάλαια του «Πολλοί μεν είπαν πολλά περί αγάπης, αλλά μόνο στους μαθητές του Χριστού θα την ζητήσεις και θα την βρεις, επειδή μόνο αυτοί είχαν την αληθινή Αγάπη (τον Χριστό), τον διδάσκαλο της αγάπης, περί της οποίας έλεγαν∙ «εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι» 1010Εκείνος που απέκτησε την αγάπη, αυτός τον Θεό απέκτησε, επειδή «ο Θεός αγάπη εστιν»1111. Λέγοντας ο ευαγγελιστής Ιωάννης πως ο Θεός αγάπη εστί, ασφαλώς δεν αναφέρεται στην ουσία αυτή καθεαυτή του Θεού. Η αγάπη αποτελεί θεία ενέργεια. Μιλώντας ο Απόστολος Παύλος για την αγάπη αναφέρεται στον ίδιο τον Χριστό, αυτό εξηγεί ο Άγιος Μάξιμος στο πιο πάνω χωρίο. Η πραγματική αγάπη δεν απευθύνεται στον άλλον, γιατί εντός της Εκκλησίας όπως αναφέραμε υπάρχει ταυτότητα. Εδώ κατακρημνίζεται η περσοναλιστική θεολογία περί προσώπου. Εν τη Εκκλησία, ο πιστός αλλοτριώνεται, απεγκλωβίζεται από την υποκειμενικότητα του και από κάθε είδους ενδοκοινωνική αγκύλωση. Πλέον ο άνθρωπος δεν βλέπει τον άλλον, τον συνάνθρωπο, αλλά τον αδελφό εν Χριστώ, ως προέκταση του ίδιου του εαυτού του και έτσι βλέπει και ολόκληρη την κτίση, όχι σε μια διαλεκτική σχέση, αλλά ως όλον. Αυτό είναι το Σώμα του Χριστού. Όλο το Σώμα είναι Χριστός και ενώ τα μέλη είναι διακριτά μεταξύ τους, δεν παύουν να ανήκουν στο ίδιο σώμα. Πλέον η μοναδική αναφορά του ανθρώπου, που έφτασε σε αυτό το σημείο, είναι προς τον άκτιστο Θεό.

Η αγάπη, λοιπόν, έρχεται ως καρπός του Αγίου Πνεύματος1212, δεν αποτελεί την προϋπόθεση, αλλά είναι το αποτέλεσμα και αυτή είναι η απάντηση στις φωνές που λένε πως «η αγάπη προς τον Θεό περνά μέσα από τον συνάνθρωπο». Το αντίθετο μάλλον συμβαίνει, αυτός που αγαπά όντως τον Θεό αγαπά και πραγματικά το πλάσμα του Θεού. Υπάρχουν πολλοί, οι οποίοι αγαπούν τους ανθρώπους, τους νοιάζονται, τους φροντίζουν, μπορεί ακόμη να δώσουν και τη ζωή τους για αυτούς, αλλά δεν αγαπούν το Θεό, γιατί δεν γνώρισαν το Θεό. Όσο σπουδαία κι αν είναι αυτή η αγάπη, δεν είναι η αγάπη του Ευαγγελίου, γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος δεν κατάφερε να δει στο πρόσωπο του αδελφού το τον Χριστό, αλλά έβλεπε τον άλλον, αυτόν που δεν ήταν ο ίδιος, αυτόν που βλέποντας τον, τον επιβεβαίωνε για τη δική του ύπαρξη. Το ίδιο ακριβώς θα μας πει και ο ευαγγελιστής της αγάπης σε πολλά σημεία, όπως και με τον εξής λόγο «ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὅτι ἡ ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι, καὶ πᾶς ὁ ἀγαπῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται καὶ γινώσκει τὸν Θεόν»1313. Βάση είναι ο Θεός και η σχέση του ανθρώπου με το Θεό, η οποία πλέον αντανακλά στη σχέση του τόσο με τον αδελφό, όσο και με ολόκληρη την κτίση.

Παραταύτα, οι φωνές που «κολάζουν» τους «ανυπότακτους» Χριστιανούς, αυτούς που εν μέσω πανδημίας προσπαθούν να κρατήσουν ένα πνευματικό επίπεδο, μη ολισθαίνοντας στο ολέθριο πολυδιάστατο κατακρήμνισμα που συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, εξακολουθούν να καλούν να δείξουμε αγάπη. Και διερωτάται κανείς μετά από

όλα αυτά που αναφέραμε, για ποια αγάπη μιλούν τελικά αυτοί οι άνθρωποι; Ένα απλό συναίσθημα συμπαθείας; Δεν είναι αυτή η αγάπη του Χριστού. Δεν είναι μια συναισθηματική κατάσταση, καθότι ό, τι ανήκει στο συναίσθημα μεταβάλλεται πολύ εύκολα. Το κάλεσμα, λοιπόν, να μείνουμε στο σπίτι μας για να προφυλάξουμε την υγεία του συνανθρώπου μας, με τίμημα την αποκοπή μας από την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, είναι εμφανές ότι κάπου χωλαίνει και ουδεμία σχέση έχει με το μήνυμα του Ευαγγελίου περί αγάπης.

Αναφέραμε πως μες στην Εκκλησία δεν υπάρχει ετερότητα. Επί τη βάση αυτή τα πάντα μες στο Μυστηριακό Σώμα της Εκκλησίας είναι Χριστός! Δεν μπορούμε να βάλουμε στο μικροσκόπιο το Μυστήριο και να το ερευνήσουμε με τους νόμους των θετικών επιστημών και του ορθολογισμού. Το Μυστήριο προσεγγίζεται λογικά, αλλά όχι ορθολογικά και ό, τι δεν είναι ορθολογικό δεν σημαίνει πως δεν είναι λογικό. Ο ορθολογισμός, λέει πως μες στο Ναό μεταδίδονται οι μολυσματικές νόσοι, η δε λογική – η κατά Θεόν χρήση του λόγου – λέγει πως όχι, μέσα στο Θεό δεν μεταδίδεται καμία νόσος. Υπάρχει ωστόσο και το πάντρεμα αυτών των δύο απόψεων, το οποίο κατά τον γράφοντα, αποτελεί μια άκρως σχολαστική θεώρηση. Αυτή η άποψη θέλει, ναι μεν να μεταδίδονται ιοί εντός του Ναού, όχι όμως κατά την ώρα της Θείας Κοινωνίας. Αυτή η άποψη είναι όντως μια σχολαστική διαίρεση του όλου Μυστηρίου σε πιο ιερό και λιγότερο ιερό, των σκευών σε Άγια και μη, μια διαίρεση του Ίδιου του Χριστού. Είναι ανούσιο να προσπαθούμε να χωρίσουμε το Μυστήριο, λέγοντας πως η τάδε στιγμή είναι ιερότερη από την δείνα, άρα εκεί δεν κολλάς. Με αυτό το σκεπτικό ας αναρωτηθούμε το εξής: κατά τη θεία Κοινωνία δεν κολλάμε, κατά την στιγμή όμως που όλοι σπογγίζουμε τα χείλη μας με το ίδιο μάκτρο, εκεί κολλάμε ή όχι; Στο Μυστήριο, λοιπόν, είτε θα κολλάς από όλα, είτε από τίποτε. Ο Χριστός είναι παρών καθ’ όλη την διάρκεια της τελέσεως του Μυστηρίου. Όλοι και τα πάντα είναι εν. Κοινωνώντας, μεταλαμβάνουμε τον Χριστό, φιλώντας την εικόνα, προσκυνούμε τον Χριστό, ασπαζόμενοι το χέρι του ιερέα, φιλάμε το χέρι του Χριστού. Είναι αδύνατη και μη λογική η θέση, πως στα ιερά Μυστήρια, τα οποία δεν είναι μια εθιμοτυπία, αλλά θεραπεία και ανακαίνιση, μεταδίδονται ιοί. Ας θυμηθούμε τι λέει η μεταβολή των Τιμίων Δώρων: «Κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ’ ημάς, και επί τα προκείμενα Δώρα ταύτα…». Αυτό το σημείο έχει τεράστια σημασία, ο λειτουργός παρακαλεί την χάρη του Αγίου Πνεύματος να έλθει πρώτα σε εμάς και έπειτα επί τα προκείμενα Δώρα. Κλείνοντας με αυτό, πρέπει να τονίσουμε πως κανείς δεν φεύγει από την τέλεση των Μυστηρίων, εν προκειμένω της Θείας Λειτουργίας, χωρίς την καλή αλλοίωση, κατά το μέτρο σαφώς της δεκτικότητας του. Και όσοι μετέλαβαν των Αχράντων Μυστηρίων και όσοι για οιονδήποτε λόγο δεν προσήλθαν στον Ποτήριο της Ζωής έγιναν κοινωνοί της Θείας Χάριτος, οι μεν κοινωνώντας του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, οι δε κοινωνώντας ενεργητικώς, κατά τον αγγελικό τρόπο, όπως θα επισημάνει ο Ιερός Δαμασκηνός.

Συνοψίζοντας αυτή την προσπάθεια παραθέσεως ορισμένων σημαντικών σημείων της θεολογίας, τα οποία, ίσως να μην είναι πλήρως κατανοητά, με αποτέλεσμα να νοούνται και λάθος εν πολλοίς, θα τονίσουμε τρία βασικά στοιχεία. Πρώτον εντός της Εκκλησίας κάθε έννοια ετερότητας καταλύεται με την ένωση των πάντων και όλων με τον ίδιο τον Χριστό. Δεύτερον και έχοντας υπόψιν την ταυτότητα εντός της Εκκλησίας, η αγάπη, είναι ο καρπός

του Αγίου Πνεύματος, όχι μια συναισθηματικά φορτισμένη κατάσταση, αλλά η ενέργεια του Θεού, που διαπνέει όλους τους εν Χριστώ μεταμορφωμένους πιστούς. Τρίτον και τελευταίον εντός της Εκκλησίας, η οποία έχει ως σκοπό την ανακαίνιση του ανθρώπου, η οποιαδήποτε έννοια μετάδοσης μολυσματικής και μάλιστα θανατηφόρου νόσου δεν μπορεί να έχει θέση. Εδώ πρέπει να γίνει μια διάκριση. Δεν εννοούμε πως δεν υπάρχει φθορά, καθότι η φθορά (και η αλλοίωση) είναι ίδιον της κτιστότητας. Προς απάντηση δε, όσων λένε πως μέσα στην Εκκλησία δεν καταργούνται οι φυσικοί νόμοι επισημαίνουμε το εξής. Όντως! Μέσα στην Εκκλησία ισχύει κατεξοχήν η φυσικότητα, η οποία δεν είναι άλλη από τον αγιασμό του κτιστού από το άκτιστο και την ανακαίνιση του. Αυτό είναι το φυσικόν, ενώ αυτό που ζούμε τώρα είναι μια παρά φύση κατάσταση. Ο Ιερός Αυγουστίνος θα πει: «το θαύμα δεν είναι κάτι αντίθετο προς τη φύση, αλλά αντίθετο σε αυτά που γνωρίζουμε εμείς για την φύση».

Θέλουμε να μιλάμε περί αγάπης, είναι όμως πολύ δύσκολο. Μέσα από την ως άνω συλλογιστική πορεία, είδαμε πως η αγάπη είναι το αποτέλεσμα και δεν μπορούμε να την εκλάβουμε ως τη βάση για οποιαδήποτε ανάπτυξη μας. Για να καταφέρουμε να φτάσουμε στην αγάπη έπρεπε να μιλήσουμε πρώτα για την πίστη, την αλήθεια, την ένωση και τέλος να φτάσουμε στην αγάπη. Το δρόμο αυτό μας τον δείχνει ο ίδιος ο Παύλος, άλλωστε, με τον τρόπο και τη σειρά που γράφει την επιστολή του, για να φτάσει στο τέλος και να πει «νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη»1414

Παναγιώτου Β. Σελίμου
Θεολόγου, Υπ. ΜΔΕ
Δογματικής Θεολογίας

 

1 Α’ Κορ. 12.3
2 Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου, Εμπειρική δογματική π. Ιωάννου Ρωμανίδη Τόμος Β’, εκδ. Ιεράς Μονής Θεοτόκου 2011, βλ. σελ. 257.
3 Α΄Κορ. 12.1
4 Χρ. Βούλγαρης, «Η Εκκλησία ως η κατ΄ εξοχήν κοινωνία», Εκκλ. Κήρυκας Γ’ 1991, βλ. σελ. 34
5 Μαξίμου Ομολογητού, Μυσταγωγία, εκδ. Αποστολικής Διακονίας 2009, βλ. σελ. 99.
6 Αυτόθι
7 Οπ. π. βλ. σελ 103
8 Γαλ. 3.27,28 9 Μαξίμου Ομολογητού, Μυσταγωγία, βλ. σελ. 105
10 Α’ Κορ. 13. 2
11 Α’ Ιωαν. 4. 8
12 Γαλ. 5.22
13 Α’ Ιωαν. 4.7
14 Κορ. 13.13

Παραπομπές

[1] Α’ Κορ. 12.3
[2] Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου, Εμπειρική δογματική π. Ιωάννου Ρωμανίδη Τόμος Β’, εκδ. Ιεράς Μονής Θεοτόκου 2011, βλ. σελ. 257.
[3] Α΄Κορ. 12.1
[4] Χρ. Βούλγαρης, «Η Εκκλησία ως η κατ΄ εξοχήν κοινωνία», Εκκλ. Κήρυκας Γ’ 1991, βλ. σελ. 34
[5] Μαξίμου Ομολογητού, Μυσταγωγία, εκδ. Αποστολικής Διακονίας 2009, βλ. σελ. 99.
[6] Αυτόθι
[7] Οπ. π. βλ. σελ 103
[8] Γαλ. 3.27,28
[9] Μαξίμου Ομολογητού, Μυσταγωγία, βλ. σελ. 105
[10] Α’ Κορ. 13. 2
[11] Α’ Ιωαν. 4. 8
]12] Γαλ. 5.22
[15] Α’ Ιωαν. 4.7
[14] Κορ. 13.13