You are currently viewing Τα πατρικά λόγια του Οικουμενικού Πατριάρχη προς τον νεοχειροτονούμενο Μητροπολίτη Σαράντα Εκκλησιών   και η συγκινητική αντιφώνηση του Ανδρέα2007

Τα πατρικά λόγια του Οικουμενικού Πατριάρχη προς τον νεοχειροτονούμενο Μητροπολίτη Σαράντα Εκκλησιών και η συγκινητική αντιφώνηση του Ανδρέα2007

Πριν από την χειροτονία του εψηφισμένου Μητροπολίτου της θρακικής Επαρχίας Σαράντα Εκκλησιών, ο Οικουμενικός Πατριάρχης, απηύθυνε προς αυτόν, πατρικούς λόγους οικοδομής και νουθεσιών για τη νέα αποστολή διακονίας που του ανέθεσε η Εκκλησία και ο Πατριάρχης .

“Αγάλλεται σήμερον η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία επί τη εις Επίσκοπον χειροτονία ενός αξίου κατά πάντα τέκνου αυτής. Η περί ημάς Αγία και Ιερά Σύνοδος σε εξέλεξεν, αγαπητέ αδελφέ, παμψηφεί Μητροπολίτην της Θρακικής Επαρχίας Σαράντα Εκκλησιών και σε κατέστησεν Αρχιερέα της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας της Ορθοδοξίας, της ευλογηθείσης υπό του πανδώρου Θεού να φυλάσση την πανίερον παράδοσιν της πίστεως, της αγάπης και της ελπίδος, να μαρτυρή εν τω κόσμω, έργω και λόγω, περί της εν Χριστώ απολυτρώσεως του γένους των ανθρώπων και της κτίσεως όλης”, είπε ο Παναγιώτατος, απευθυνόμενος προς τον Θεοφιλ. Εψηφισμένο Μητροπολίτη Σαράντα Εκκλησιών, υπενθυμίζοντας την πορεία του, από το 1999, οπότε και ήρθε στην Πόλη, μέχρι και σήμερα.

“Υπηρέτησες ευόρκως εις την Πατριαρχικήν Αυλήν ως Πατριαρχικός διάκονος, ως Τριτεύων, Δευτερεύων και από το 2014 ως Μέγας Αρχιδιάκονος, ενώ από τον Οκτώβριον του έτους 2017 μέχρι την πρόσφατον εκλογήν σου εις τον τρίτον βαθμόν της ιερωσύνης, διετελέσες ημέτερος Πρωτοσύγκελλος. Απλούς, αθόρυβος, πρόθυμος και συνεργάσιμος, αφωσιωμένος εις τον Πατριάρχήν σου, υπήρξες, κατά κοινήν ομολογίαν, μία σεμνή, σεβαστή και ιδιαιτέρως αγαπητή παρουσία εν Φαναρίω.

      Χειροτονείσαι επίσκοπος εις μίαν μεγάλην ημέραν διά την Εκκλησίαν του Χριστού, την Κυριακήν της Ορθοδοξίας. Εορτάζομεν σήμερον την χαρμόσυνον επέτειον της αναστηλώσεως των ιερών εικόνων κατά το έτος 843, το τέλος της μακράς και επωδύνου περιόδου της εικονομαχίας, ως νίκην της γνησίας πίστεως εναντίον των αιρέσεων, επιτομή των οποίων εθεωρήθη η απόρριψις της τιμητικής προσκυνήσεως των εικόνων και της αληθείας ότι η τιμή της εικόνος «επί το πρωτότυπον διαβαίνει», ως απεφάνθη η εν Νικαία Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, επομένη τοις Αγίοις Πατράσιν”.

Σε άλλο σημείο της ομιλίας του ο Παναγιώτατος επεσήμανε:

“Η εκκλησιαστική ζωή είναι μία σκυταλοδρομία, η οποία πάντοτε απαιτεί σύμπνοιαν, συντονισμόν, αλληλεγγύην και αγωνιστικότητα. Όταν παραλάβωμεν την σκυτάλην, δεν επαναπαυόμεθα εις τας δάφνας των προηγηθέντων, αλλά αναλαμβάνομεν ενεργόν ρόλον, αναπτύσσομεν όλην την δύναμίν μας. Αν και ημείς δεν διατρέξωμεν ταχέως το ιδικόν μας στάδιον, όλη η προσπάθεια κατερρέει. Τοιαύτη είναι η παράδοσις της Εκκλησίας, η οποία ζη από την συνοχήν και συνέχισιν των αγώνων των Πατέρων. Οι νυν κρατούντες την σκυτάλην θα την παραδώσωμεν εις αυτούς οι οποίοι ακολουθούν. Θα απαιτηθή και από εκείνους επαγρύπνησις και δυναμισμός. Ουδείς νικά μόνος ή, άλλως, Unus Christianus, nullus Christianus, «εις Χριστιανός, ουδείς Χριστιανός». Καμμία γενεά δεν επιτρέπεται να ολιγωρήση εις αυτήν την κοινήν πορείαν προς τα Έσχατα.

Και η χειροτονία σου εις επίσκοπον, Θεοφιλέστατε, αυτήν την αλήθειαν εκπροσωπεί. Όπως γράφει ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, εις την Εκκλησίαν του Χριστού, η οποία είναι το σημείον της παρουσίας της Βασιλείας του Θεού μέσα εις την ιστορίαν και συγχρόνως παραπέμπει εις τον ερχόμενον Χριστόν και εις την εσχατολογικήν πληρότητα των πάντων, ο Επίσκοπος είναι «εικών» του Χριστού. Ο Επίσκοπος είναι συνδεδεμένος με το κατ’ εξοχήν κοινοτικόν μυστήριον της Εκκλησίας, την Θείαν ευχαριστίαν, προεστώς της τελέσεως της οποίας είναι. Όλον το λοιπόν έργον του Επισκόπου είναι προέκτασις αυτής της λειτουργίας του. Τα πάντα εις την εκκλησιαστικήν ζωήν, η δομή της Εκκλησίας, η θεία λατρεία, η διοίκησις και η διαποίμανσις, αποτελούν φανέρωσιν της ευχαριστιακής ταυτότητος της Εκκλησίας την οποίαν ενσαρκώνει κατ’ εξοχήν ο Επίσκοπος.

      Εις αυτό το πλαίσιον εντάσσεται και το γεγονός ότι η Ορθόδοξος ευσέβεια αποδίδει εις τον Επίσκοπον ιδιαιτέραν τιμήν και μέγαν σεβασμόν. Να μη το λησμονής αυτό, και, επίσης, να ενθυμήσαι ότι αποτελεί μεγάλην ευλογίαν και ύψιστον προνόμιον διά σε το ότι είσαι Αρχιερεύς του Οικουμενικού Θρόνου, τα δίκαια του οποίου εδεσμεύθης προ ολίγου «φυλάττειν απαράβατα και απαρασάλευτα» έως εσχάτης σου αναπνοής. Εις την Ομολογίαν πίστεως υπεσχέθης, επίσης, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, να συναποδέχεσαι όσα αποδέχονται αι Επτά Οικουμενικαί Σύνοδοι και οι ιεροί Πατέρες και να συναποστρέφεσαι τα υπ’ αυτών αποστρεφόμενα. «Κράτει», λοιπόν, προσφιλέστατε αδελφέ, «της ομολογίας» (Εβρ. δ’, 14), της ομολογίας της Ορθοδόξου ημών πίστεως και της πιστότητος εις τας τιμίας παραδόσεις του Φαναρίου”.

Αμέσως μετά, ο Θεοφιλ. εψηφισμένος Μητροπολίτης Σαράντα Εκκλησιών κ. Ανδρέας, εμφανώς συγκινημένος, απηύθυνε λόγο ευγνωμοσύνης και αφοσιώσεως προς τον Παναγιώτατο.

“Τον Ανδρέαν τον συνεπώνυμον και «ομοπάτριον» -επιτραπήτω μοι η εκφρασις- του Πρωτοκλήτου Μαθητού, όστις, όμως, μόνον κατ’ όνομα ομοιάζει εις τον Απόστολον, τον ιδρυτήν αυτόν της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως και τον ακοίμητον φύλακα και προστάτην της γενεθλίου πόλεως των Πατρών. Καίτοι ανάξιος, εις την κληρουχίαν ταύτην του Πρωτοκλήτου, του αυταδέλφου Πέτρου, κατέστην, πατριαρχική προβλήσει και επινεύσει και ψήψοις αρχιερατικαίς, Επίσκοπος και Μητροπολίτης της αγιωτάτης Επαρχίας των Σαράντα Εκκλησιών, της Βυζαντινής Καράβου δηλονότι, ήτις εν «εμπόνω σιωπή και προσευχητική σιγή», κατά τους Πατριαρχικούς λόγους, ουχί ως όνομα ψιλόν, αλλά ως τόπος και τρόπος, άρρητός τε και μυστικός, ως όνειρον, αλλ’ ου ως φαντασία πορεύεται την οδόν της ιδικής Της, παρατεταμένης Μ. Τεσσαρακοστής, αναμένουσα την ερχομένην Ανάστασιν. Καίτοι, αι προγονικαί εστίαι ηφανίσθησαν, αι χιλιάδαι των πιστών εξέλιπον, οι Ναοί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, των αγίων Πάντων, των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων κατήντησαν «γη και σποδός», το αείφωτον Φανάριον, των τόπων και των τρόπων, των ονείρων και των θρύλων, φύλαξ ακοίμητος, διά της εκλογής και της χειροτονίας της ελαχιστότητός μου, αποδεικνύει διά μίαν ακόμη φοράν ότι είναι μέγεθος μετα-ιστορικόν και υπέρχρονον, ήτοι εσχατολογικόν, μακράν κείμενον πάσης εννοίας κοσμικής δυνάμεως και της πνιγηράς λογικής των αριθμών και μεγεθών.

Το Φανάριον, η Μεγάλη Εκκλησία, το Μέγα ετούτο Μοναστήριον, μικρόν και μέγα εν ταυτώ, αφανές και αείφωτον, τεταπεινωμένον και δεδοξασμένον, ολίγον και αμέτρητον, πεπερασμένον και άπειρον… Το Φανάριον· φλοξ υποκαίουσα και υποφώσκουσα, αλλά πυρπολούσα και λαμπρύνουσα… Το Φανάριον το ιστορικόν, αλλά κυρίως ειπείν, το αείποτε ανακαινιζόμενον… Το Φανάριον και ο Πατριάρχης∙ ο μέγας Ηγούμενος και Πρώτος Ιεροθύτης, ο άλλος Κυρηναίος… Ο Πατριάρχης και Πατήρ ημών εις τον Οποίον χρεωστώ και οφείλω τα πάντα!!!”.

Στη συνέχεια ο Θεοφιλ. κ. Ανδρέας επεσήμανε τα εξής::

“Προαισθάνομαι εις τα ώτα μου, συγκλονίζουσαν και πληρούσαν την υπάρξίν μου, την βροντώδη πατριαρχικήν φωνήν «η θεία Χάρις η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα» και συναισθάνομαι έως μυελού οστέων την ανθρωπίνην αδυναμίαν μου, την ασθένειαν και την ανεπάρκειαν της φύσεως, τας ελλείψεις του χαρακτήρος, τας δυσκολίας του εγχειρήματος, το υψηλόν του υπουργήματος και την ευθύνην της διακονίας. Και στρεφόμενος εις εαυτόν ιλιγγιώ και δειλιώ, αλλ’ όμως στρεφόμενος εις τον Δεσπότην Χριστόν και εις το Υμέτερον τιμιώτατον Πρόσωπον, Παναγιώτατε Δέσποτα, διανοίγονται οι οφθαλμοί και τα ώτα της καρδίας και ακούω την φωνήν του Κυρίου: «Ολιγόπιστε! εις τι εδίστασας;» (Μτ. 14, 31). Και ενωτίζομαι την φωνήν του Πατριάρχου μου, γλυκείαν και παρηγορητικήν, αλλά και στεντορεία, ως αι σάλπιγγαι εκείναι της Ιεριχούς, διαλύουσα τα νέφη της αμφιβολίας και κατακρημνίζουσα τον φόβον της αποτυχίας.

Τον φόβον και την αμφιβολίαν διά το «οστράκινον σκεύος» και την «ευτελήν πηλίνην διαρτίαν», καθώς η Μ. Εκκλησία δωροφορεί σήμερον εις την αναξιότητά μου τον θησαυρόν της Αρχιερωσύνης, ουχί ασφαλώς ως δικαιωματικόν προνόμιον, αλλ’ ως δώρημα και χάρισμα, αφού η Αρχιερωσύνη ανήκει μόνον εις τον Αρχιερέα Χριστόν και ημείς πάντες μετέχομεν, καίτοι όλως αναξίως, εις την δωρεάν ταύτην, χωρίς ουδόλως να ανήκει εις ημάς. Και είναι η δωρεά αύτη υπηρετική του Λαού του Θεού, είναι η δύναμις εκείνη ήτις υπηρετεί την συνοχήν και την σύστασιν των κτιστών όντων, και την αναφοράν των ως θυσίαν μυστικήν εις Αυτόν τον Δωρεοδότην Θεόν. Είναι, εν άλλαις λέξεσιν, το λειτούργημα της συμφιλιώσεως του κτιστού μετά του Κτιστού, ήτοι ο αγιασμός.

Το χριστοδώρητον τούτον αξίωμα, τον ελαφρόν και χρηστόν ζυγόν του Κυρίου, αποθέτει η Εκκλησία επί των ασθενικών ώμων μου σήμερον και ως άχθος μέγα το εκδέχομαι διά την πολλήν μου αδυναμίαν. Και διπλήν και πολλαπλήν αιθάνομαι την ευεργεσιαν και την τιμήν και την ευλογίαν, διότι καθίσταμαι όχι μόνον Αρχιερεύς, αλλά Αρχιερεύς της Μεγάλης και Οικουμενικής Καθέδρας της Κωνσταντινουπόλεως. Και υπισχνούμαι και ομνύω και καθομολογώ, Παναγιώτατε Πάτερ και Δέσποτα, όλη καρδία και διανοία και χείλεσι, την βαθείαν και αμετάθετον αφοσίωσιν και υπακοήν μου εις την αγίαν του Χριστού Μεγάλην Εκκλησίαν και εις τον Πατριάρχην μου έως εσχάτης αναπνοής και δυνάμεως και ικμάδος. Και επικαλούμαι την ώραν ταύτην την εύσημον και μοναδικήν την προστασίαν της Υπεραγίας Θεοτόκου της Παμμακαρίστου και του αγίου ενδόξου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου διά να μη απογοητεύσω την Εκκλησίαν και τον Πατριάρχην μου”.

Ακολούθως, ο εψηφισμένος Ιεράρχης της Μητρός Εκκλησίας εξέφρασε τις ιδιαίτερες ευχαριστίες του προς τους Σεβ. Μητροπολίτες Γέροντα Νικομηδείας κ. Ιωακείμ, Γέροντα Χαλκηδόνος κ. Εμμανουήλ, Γέροντα Δέρκων κ. Απόστολο και Αδριανουπόλεως κ. Αμφιλόχιο, οι οποίοι του συμπαραστάθηκαν κατά τη διάρκεια της πολύχρονης διακονίας του στην Πατριαρχική Αυλή, αλλά και προς όλους τους Ιεράρχες του Θρόνου για τις ευεργεσίες που του προσέφεραν, καθώς επίσης και προς όλα τα μέλη της Πατριαρχικής Αυλής, με τα οποία συνεργάστηκε όλα αυτά τα χρόνια, καθώς και προς τους γονείς και την οικογένειά του για την στήριξη και την ενίσχυση τους.

Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, ο νεοχειροτονηθείς Μητροπολίτης, αφού έλαβε τη Αρχιερατική Μίτρα και την ράβδο από τα χέρια του Παναγιωτάτου, ανέβηκε στο Θρόνο και τέλεσε την απόλυση.