Γέρων Χαλκηδόνος Αθανάσιος- Το άδοξο τέλος ενός μοναχικού Ιεράρχη

Γέρων Χαλκηδόνος Αθανάσιος- Το άδοξο τέλος ενός μοναχικού Ιεράρχη

Του Σωτήρη Μ. Τζούμα 

 

Εμβληματική μορφή στην Ορθοδοξία, φάρος του Πατριαρχείου στο Φανάρι, στις Μητροπολιτικές θέσεις, στις οποίες εξελέγη ή διορίσθηκε, πρόεδρος και μέλος πολλών Συνοδικών Επιτροπών, με βάθος στοχασμού, επίμονος στις θέσεις του, διακριτικός στις σκέψεις του και χείμαρρος στην έκφρασή του, αρχαιότερος του Οικουμενικού Πατριάρχου στην εκλογή και χειροτονία αλλά και στην ηλικία, ήταν  πάντα ισορροπιστής και λάτρης της τάξης και της τέχνης, ξεκινώντας από την παρατήρηση της λεπτομέρειας, για να φθάσει στην μελέτη του όλου.

Γαλουχήθηκε από τον μεγάλο Χαλκηδόνος Μελίτωνα, όπως και ο Πατριάρχης και ο Γέρων Νικομηδείας Ιωακείμ.  Σε αντίθεση με τους άλλους, ο Αθανάσιος επέλεξε τον δρόμο της σιωπής και της διάκρισης. 

Λάτρευσε την Συνοδική έκφραση της Ορθοδοξίας, και αντιπάθησε τον αυταρχισμό. Εισηγήθηκε καινοτόμες ρυθμίσεις για το καθεστώς του Αγίου Όρους (που ποτέ δεν υλοποιήθηκαν, γιατί κάποιοι φρέναραν τον Πατριάρχη).

Τίμησε τον Μητροπολιτικό Θρόνο της Χαλκηδόνος ως διάδοχος μεγάλων προκατόχων, οι οποίοι συνήθως  έφευγαν από την Χαλκηδόνα ως Πατριάρχες. Αυτοί που είχαν άδοξο τέλος ως Γέροντες Χαλκηδόνος,  ήταν ο Μελίτων (εξέπνευσε ως Χαλκηδόνος αλλά ήταν επι πολλά έτη ασθενής), ο Ιωακείμ που βρίσκεται σε κώμα 20 ολόκληρα χρόνια αλλά εξελέγη τιμητικώς ως Γέρων Νικομηδείας και ο Αθανάσιος  που κηρύχθηκε έκπτωτος και κατατάχθηκε στους σχολάζοντες Αρχιερείς του Θρόνου, ως πρώην  Χαλκηδόνος. 

Όσο αψύς ήταν στις  θέσεις του σε θέματα που έπρεπε να υποστηρίξει, τόσο νουνεχής και ήρεμος ήταν στην αποδοχή κάθε άποψης, που θα τον έπειθε για το δέον και το πρέπον.

Ήξερε να τιμά τους φίλους του και να υπομένει τους εχθρούς του. Δεν μπορούσε να ζήσει με ανθρώπους που τον περιθωριοποιούσαν ως άνθρωπο, πιστό και σκεπτόμενο.

Δεν άξιζε σε ένα Αρχιερέα, που ενσάρκωσε μέσα του, έναν συνοδικό τρόπο έκφρασης, μία ποικιλία δυνάμεων του λόγου, της σκέψης, της τέχνης, της καλλιτεχνίας, της επικαιροποίησης των παραδόσεων με την σύγχρονη ζωή, της λεπτής ευαισθησίας που κέντριζε τους νευρώνες του νοός και της ψυχής του, που υπηρέτησε την Εκκλησία περισσότερο από άλλους  νεόκοπους Αρχιερείς- πολλοί εκ των οποίων ανήλθαν «γλείφοντας και έρποντας» αφού δεν είχαν άλλα τάλαντα και ικανότητες- να κηρυχθεί έκπτωτος από το θρόνο του, με αυτό τον υποτιμητικό τρόπο, επειδή δεν ήταν αρεστή η συμπεριφορά του στα κακώς κείμενα ή δεν γινόταν δεκτή η αντίθετη άποψη που ενδεχομένως να είχε από άλλους Αρχιερείς του Φαναρίου.

Το Φανάρι, τελικά απέδειξε για μια ακόμη φορά, ότι δεν ξέρει να τιμά τα τέκνα του, που αφιέρωσαν την ζωή τους στην διακονία του Οικουμενικού Πατριαρχείου απανταχού.

Ήταν αρεστός, όταν αποστελλόταν ως πρόεδρος εξαρχίας στο Άγιον Όρος, σε συνέδρια, σε Εκκλησίες, εκπροσωπώντας το σεπτό Κέντρο και ξαφνικά έγινε απειθής, ασεβής και αγνώμων σε αυτό; Πότε έγινε αυτό; Τώρα; Τώρα  που είναι εις τας δυσμάς του βίου του, γέροντας και ανήμπορος και γιαυτό ακίνδυνος για να κάνει  κακό σε κανέναν!

Μάλλον,  είναι προσωπικοί οι λόγοι, που έκαναν τον Οικουμενικό Πατριάρχη να λάβει μία τέτοια σκληρή απόφαση. Ποιό το «ογκώδες αποδεικτικό υλικό» που επικαλούνται στο ανακοινωθέν; Ποιά  η κατηγορία; Και γιατί δεν υπήρξε απολογία του κατηγορουμένου; Τόσο κατά το Δίκαιο, όσο και από τους κανόνες της Εκκλησίας, «Ουδείς άκριτος και αναπολόγητος τιμωρείται»! Επιπλέον, μπορεί ο κατήγορος να γίνεται και δικαστής που θα αποδώσει δικαιοσύνη; (στα πολιτικά δικαστήρια αυτό δεν γίνεται). Και πόσο άμεμπτη μπορεί είναι μια τέτοια απόφαση όταν στηρίζεται σε υποκειμενικά κριτήρια;

Ασύστολες  και αψυχολόγητες κινήσεις, σε μία εποχή μάλιστα όπου η συστολή των ταγών της Εκκλησίας μπροστά στις μάστιγες που επέτρεψε ο Θεός, θα έπρεπε να είχαν μαλακώσει την ψυχή μας, που ταλαιπωρήθηκε τα τελευταία χρόνια με διαιρέσεις και σχίσματα.

Αλλά οι άνθρωποι όποια θέση και αν κατέχουμε, σε όποια έπαλξη και αν υπηρετούμε πρέπει να σκεφτόμαστε πάντα δίκαια. Οι δε Ποιμένες μας θα έπρεπε να εμπνέονται και να ενεργούν με γνώμονα το ιερό Ευαγγέλιο. Αγάπη κηρύττουν! Με αγάπη θα έπρεπε και να ενεργούν. Για να μας διδάσκουν «έργοις» και όχι μόνο «λόγοις». Κι ας μη λησμονούμε ότι δεν πρέπει  να προσβλέπουμε μόνο έως το αύριο αλλά στο μεθαύριο. Μια μέρα θα κριθούμε όλοι. Κι εκείνο το κριτήριο είναι αλάνθαστο και θα αποδώσει «εκάστω κατά τα έργα» του.