You are currently viewing Η διάκριση της σοφίας του Θεού από τη σοφία του κόσμου, κατά τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά

Η διάκριση της σοφίας του Θεού από τη σοφία του κόσμου, κατά τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά

Του Παντελεήμονος Τομάζου, Θεολόγου 

Ίδιον χαρακτηριστικό της σύγχρονης μετανεωτερικής κοινωνίας είναι η εξύψωση της ανθρώπινης διάνοιας  και των παράγωγων αυτής σε υπέρτατο – ύψιστο αγαθό.  Το πρόβλημα δεν έγκειται, ασφαλώς, στις επιστημονικές κοινότητες, οι οποίες μερίζουν και εξειδικεύουν το φυσικό επιστητό, προκειμένου να το μελετήσουν ενδελεχώς, επισταμένως και διεξοδικώς, ώστε έτσι να εξάγουν συμπεράσματα περί του τρόπου υπάρξεως του κόσμου (το πώς του κόσμου).  Θα πρέπει να σημειωθεί πως ο μερισμόςαυτός, όπως και η άκρα προσήλωση στις επιστήμες,είναι απαραίτητος για τους ίδιους του επιστήμονες, καθώς μέσω αυτής της μονιστικής προσηλώσεως στο επιστητό επιτυγχάνεται η εξαγωγή συμπερασμάτων περί του τρόπου υπάρξεως της υλικής πραγματικότητας, συμπεράσματα τα οποία έχουν, βεβαίως, ωφελιμιστικό και χρηστικό χαρακτήρα, λόγω του γεγονότος ότι βελτιώνουν τις συνθήκες διαβίωσης του ανθρώπινου όντος, δηλαδή της μεταπτωτικής κατάστασης των δερμάτινων χιτώνων της ανθρωπότητας.  Το πρόβλημα, λοιπόν, έγκειται στο ότι η πρόταξη της επιστήμης, δηλαδή της έξω σοφίας, γίνεται αποδεκτή από ανθρώπους που δραστηριοποιούνται εντός του εκκλησιαστικού χώρου, οι οποίοι υποτίθεται ότι διέπονται από άλλου είδους μη υλιστικές προϋποθέσεις.

Στο ανωτέρω σφάλμα της πρόταξης της έξω σοφίας εξέπεσε ο Βαρλαάμ, ο οποίος υπήρξε ένας από τους πιο ενθέρμους υποστηρικτές της ταυτίσεως επιστήμης και θεολογίας.  Εν ολίγοις, ο ανωτέρω αιρεσιάρχης υποστηρίζει ότι οι χριστιανοί αδυνατούν να απαλλαγούν από την άγνοια και τις ψευδείς δοξασίες, δίχως τη συμβολή της έξω παιδείας, δηλαδή της φιλοσοφίας και της επιστήμης.  Οι υποστηρικτές της βαρλααμικήςδοξασίας εισάγουν την επιστήμη εντός του σώματος της εκκλησίας, διότι θεωρούν ως ατελείς τους χριστιανούς που αγνοούν τις μαθηματικές επιστήμες, τις φιλοσοφικέςεπιδιαιρέσεις των όντων, τους διαλεκτικούς στοχασμούς, τον ορθολογιστικό τρόπο σκέψης και τις μελέτες των αστρικών και λοιπών επουρανίων σωμάτων.  Εκ των ανωτέρω παρατεθέντων εξάγεται το συμπέρασμα ότι τα ευαγγελικά διδάγματα, σύμφωνα με τον Βαρλαάμ, δεν επαρκούν για την ανύψωση του ανθρωπίνου νοός προς την αναίτια αιτιώδη αιτία της υπάρξεώς του, καθώς αυτήυφίσταται μόνο διά των ελληνικών μαθημάτων. Τοιουτοτρόπως, παραβάλλεται η θεουργική γνώση των προφητών με την φιλοσοφία των κοσμικών μαθημάτων,πράγμα που σημαίνει ότι συγχέονται σε ένα πράγμα, δηλαδή επιστήμη και θεολογία αποτελούν μαζί μία ενιαία αλήθεια, διότι η μία αδυνατεί να υπάρχει χωρίς την άλλη.

Διαφορετική άποψη μας παρουσιάζει ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς,            ο οποίος θεωρεί ότι η τελειότητα επιτυγχάνεται μόνο διά της ιερουργίας, δηλαδή της εφαρμογής, των θείων εντολών και των ευαγγελικών διδαγμάτων.  Τούτο φαίνεται σαφώς από το γεγονός ότι ο ένσαρκος Λόγος, δηλαδή ο Χριστός, δεν κάλεσε πλησίον του τους πεπαιδευμένους με την έξω σοφία λόγιους και γραμματιζούμενους της εποχής του, αλλά κάλεσε ανθρώπους, οι οποίοι προέρχονταν από τον αγροικικό βίο, δηλαδή αλιείς, αγραμμάτους και αγροίκους, που σημαίνει ότι ο Λόγος του Θεού δεν θεωρεί ως προϋπόθεση της σωτηρίας, δηλαδή της ανακαινίσεως του κατ’ εικόνα και της επαναφοράς της ανθρώπινης μεταπτωτικής φύσεως στο αρχέτυπο κάλλος, τη γνώση που προέρχεται από την έξω σοφία.  Αυτό, ακολούθως, σημαίνει ότι η αλήθεια δεν είναι ενιαία, όπως υποστήριζε ο Βαρλαάμ,                αλλά διττή – διπλή: α) η αλήθεια των όντων, η οποία δεν είναι απαραίτητη προς την επίτευξη της σωτηρίας και β) η αλήθεια του Θεού, η οποία είναι απαραίτητη για την επίτευξη της σωτηρίας.  Παρόλα αυτάη μη αναγκαιότητα της έξω παιδείας προς την επίτευξη της σωτηρίας δεν την καθιστά αυτόματα κακή.  Σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο, η έξω σοφία είναι χρήσιμη μέχρις ενός σημείου, διότι γυμνάζει το νου του ενασχολούμενου με αυτήν, καθώς τον οδηγεί στην οξυδέρκεια και στην ευθυκρισία.  Στη συνέχεια, η οξυδέρκεια αυτή, η οποία είναι απότοκο της γνώσης που προέρχεται από τις επιστήμες και τη φιλοσοφίακαλείται να υπερβληθεί από το γυμνασμένο νου, πράγμα που σημαίνει ότι ο χριστιανός λόγιος εντρυφά στην έξω σοφία μόνο και μόνο για να την υπερβεί στη μετέπειτα πορεία της ζωής του, καθώς τη διακρίνει σαφώς από τη σοφία και τη γνώση του Θεού.  Κατά τον άγ. Γρηγόριο, όποιος δεν διακρίνει και συνεπώς ταυτίζει τη γνώση του κόσμου μετη γνώση του Θεού, μετατρέπει την αληθή σοφία σε μάταια φιλοσοφία, και τούτο, διότι παραμένει εγκλωβισμένος στα πεπερασμένα όρια της κτιστής πραγματικότητας.  Ο εγκλωβισμένος στα εγκόσμια νους εμποδίζει το φόβο Θεού, από τον οποίον γεννάται η ικετευτική δέηση και η φύλαξη των ευαγγελικών διδαγμάτων (πρώτο στάδιο θεογνωσίας), από τα οποία προέρχεται η συμφιλίωση του ανθρώπου με το Θεό, η οποία μετατρέπει τον αρχικό φόβο σε αγάπη και την οδύνη της προσευχής σε τέρψη και χαρά.            Η εγκλωβισμένη στα όρια του φυσικού και υλώδουςεπιστητού γνώση οδηγεί, σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο, στην έπαρση, διότι απουσιάζει από αυτήν η αγάπη.  Η γνώση, η οποία συνδυάζεται με την αγάπη και την πίστη στο Θεό μεταμορφώνεται και μετατρέπεται συνάμα σε άλλου είδους γνώση, εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη.  Η μεταμορφωμένη γνώση είναι νέα, θεόμορφη, αγνή, ειρηνική, επιεικής, γεμάτη λόγους που οικοδομούν τους ακροατές, λόγους που προσφέρουν αγαθό καρπό, λόγους που οδηγούν στην ουράνια σοφία του Θεού.  Έτσι, η φυσική γνώση μετατρέπεται σε πνευματική, διότι διά της μεταμορφώσεως της φυσικής γνώσης ανάγεται ο νους του ανθρώπου στον πρώτο Νου, αναγωγή η οποία καθιστά γνωστά τα χαρίσματα του Πνεύματος.  Αντιθέτως, η μη μεταμορφωμένη γνώση αποδομεί και δεν οικοδομεί, συνθλίβει και δεν δημιουργεί, είναι γήινη, σαρκική, ψυχική, πράγμα που σημαίνει ότι δεν αποδέχεται τα του Πνεύματος, καθώς μόνο κάτι πνευματικό αποδέχεται τα χαρίσματα του Πνεύματος του Θεού. Η μη μεταμορφωμένη, δηλαδή εγκλωβισμένη στα ενδοκόσμια, γνώση δεν είναι τίποτε άλλο παρά δαιμονική, δηλαδή διαστροφική(Αυτή η δαιμονική γνώση προτάσσεται ακόμη και από ανθρώπους που έχουν ασπασθεί το ιερατικό σχήμα, οι οποίοι δέχονται ανερυθριάστως το κλείσιμο των ιερών ναών στο όνομα της έξω σοφίας)

Εκ των ανωτέρω συνάγεται αβιάστως το συμπέρασμα ότι ο αληθινός φιλόσοφος είναι εκείνος που επιδιώκει να μεθέξει στη γνώση, η οποία προέρχεται από το θέλημα του Θεού.  Ο αληθής φιλόσοφος, δηλαδή                           ο πιστός χριστιανός, έχει αναμφισβήτητη και απλάνευτη γνώση, γιατί τον επιβεβαιώνει συνεχώς ο χριστιανικός τρόπος ζωής του, ο οποίος δεν μπορεί να δεχτεί καμία αντιλογία, διότι οι πνευματικοί άνθρωποι, δηλαδή αυτοί που έχουν το Πνεύμα του Θεού εντός τους, δεν ανακρίνονται από κανέναν.  Αυτή η αδυναμία ασκήσεως κριτικής στον τρόπο ζωής των χριστιανών έγκειται στο γεγονός ότι αυτός υπερβαίνει τις αντιληπτικές ικανότητες, τις προϋποθέσεις και ταενδοκόσμια κριτήρια των κοσμικών ανθρώπων που προσπαθούν να ασκήσουν κριτική (τις πιο πολλές φορές κακόβουλη).  Αντιθέτως, ο προσηλωμένος στην εγκόσμια γνώση νους επιβεβαιώνεται μόνον από τον ορθολογισμό, την αποκαλούμενη κοινή λογική.  Σ’ αυτή δεν υπάρχει καμία σταθερότητα, διότι κάθε λόγος αντιμάχεται άλλο λόγο, σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο, που σημαίνει ότι ο εγκλωβισμένος στην κοινή λογική νους είναι μέτοχος αβέβαιης σοφίας,                και τούτο, διότι η κοινή λογική έχει άστατη και ευμετάβλητη γνώμη, καθώς μεταβάλλεται αενάως, καθώς συγκρούεται συνεχώς με τον εαυτό της.  

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα καθίσταται σαφές ότι η έξω σοφία δεν πρέπει προτάσσεται της θεολογίας, δηλαδή του θεοπτικού τρόπου ζωής των πιστών χριστιανών, και τούτο, διότι ο αποκλειστικός στόχος της έξω σοφίας είναι η ικανοποίηση των εγκόσμιων αναγκών και η προσωρινή ανακούφιση των δεινών που προέρχεται από το μεταπτωτικό τρόπο ζωής της ανθρωπότητας (δερμάτινοι χιτώνες).  Συνεπώς, η θέα της θείας πραγματικότητας δεν συγκρίνεται με τη γνώση φιλοσοφικών νοημάτων, τη μελέτη επιστημονικών δεδομένων και την υποστήριξη πολιτικών ιδεολογιών.