Πράγματι είναι η αλήθεια μνήμες και οι μνήμες…αλήθεια! Γιατί η αλήθεια είναι μία!

Πράγματι είναι η αλήθεια μνήμες και οι μνήμες…αλήθεια! Γιατί η αλήθεια είναι μία!

Του Σωτήρη Μ. Τζούμα 

 

Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη το κείμενο του Αρχιμ. Νικοδήμου Φαρμάκη, Γεν. Διευθυντή της ΕΚΥΟ της Εκκλησίας για τον μεγάλο Χριστόδουλό μας. Το  συνάντησα στο Fb και το ανάρτησα ευχαρίστως γιατί θα έπρεπε να το δουν και να το διαβάσουν και όσοι δεν είναι μέλη στην φατσοοικογένεια.
Και είναι παρήγορο το γεγονός να συναντάμε κληρικούς  μας οι οποίοι κατέχουν επιτελικές θέσεις στην Εκκλησία  και αποφασίζουν να πάρουν  μολύβι και χαρτί στο χέρι  και να παρουσιάσουν πτυχές του προτέρου βίου τους τις  οποίες μέχρι να καταλάβουν τη θέση που στόχευαν κρατούσαν ως επτασφράγιστο μυστικό. Άλλοι κάνουμε θυσίες και ο,τι και αν γίνει!Και άλλοι κρύβουν  γεγονότα από την περπατησιά τους για να εξομαλύνουν τα γεγονότα της ζωής τους και  να κάνουν την άνοδο τους πιο εύκολη! 
Δεν θα μείνω σε όλο το κείμενο. Μου άρεσε η πλοκή του και όλα όσα με σεβασμό στη μνήμη του καταθέτει. 
Περίμενα πάντως ότι με την ευκαιρία αυτή θα φώτιζε ένα θέμα που παρ´ολίγον  να στοιχίσει τότε  στον Μακαριστό  Χριστόδουλο τον θρόνο του. 
Και στο θέμα αυτό  ο συντάκτης του κειμένου είχε τον κύριο και πρωταγωνιστικό ρόλο. Αν είναι λοιπόν να ανακαλούμε μνήμες τότε πρέπει να γράφουμε όλες τις αλήθειες και όχι επιλεκτικά. Ίσως μας το επιφυλάσσει ως έκπληξη για μια επόμενη επέτειο! Θα περιμένουμε. 
Θα μείνω σε μία παράγραφο η οποία  κατά τη γνώμη μου κάτι άλλο ήθελε  να πει και άλλο νόημα  αφήνει  να αιωρείται : 
 
«Και πέρασαν τα χρόνια και ο Χριστόδουλος εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ήταν τότε που κάποιοι συνεργάτες του, του συνέστησαν να μην πολυεπισκέπτεται  το μοναστήρι του… Πολύς πόνος στα μάτια του. Ναι πολύς πόνος! Και θα μου πει κανείς, μα και γιατί τους άκουγε;! Δεν θα απαντήσω! Άλλη φορά αυτά!  Μα πάντοτε όταν με έβλεπε, ρωτούσε με λαχτάρα τι κάνουν οι πατέρες, το μοναστήρι, τα ζωντανά μας. Ρωτούσε αν είχαμε και ανάγκες, αλλά ποτέ δεν τον άφησαν να υποστηρίξει το μοναστήρι του που τόσο αγαπούσε.»
 
Κανένας πόνος στα μάτια του ποτέ. Αντιθέτως ο Χριστόδουλος ακόμη και όταν ήταν έτοιμος να παραιτηθεί, τη  μια φορά εξαιτίας των γεγονότων  των Ιεροσολύμων και την άλλη για το τσουνάμι που τεχνιέντως προκάλεσαν κάποιοι εν Χριστώ αδελφοί του,, ήταν πάντα ευδιάθετος, παρά την πίκρα του με τους ανθρώπους και πάντα δοξαστικός προς τον Θεό! 
Οι συνεργάτες του ουδέποτε συνέστησαν στον Χριστόδουλο να μην πολυεπισκέπτεται το μοναστήρι του. Ήταν δική του απόφαση. Πρώτον γιατί εκ των υποχρεώσεων του δεν προλάβαινε, δεν του έμενε χρόνος ούτε να ξεκουραστεί  και δεύτερο γιατί ο Χριστόδουλος δεν ήταν ο άνθρωπος που μπορούσες εύκολα να τον αποσπάσεις απο πράγματα και  πρόσωπα που αγαπούσε πραγματικά. 
Ωστόσο υπήρχε ένας επιπλέον  λόγος που έκανε πράγματι τον Χριστόδουλο να κλειστεί στον εαυτό του και να μη θέλει πια με ενθουσιασμό και όρεξη να κάνει πράγματα που έκανε στο παρελθόν. 
Δυστυχώς ο Γέροντας του(εννοώ τον π. Πειραιώς Καλλίνικο)δεν έκανε και δεν είπε  και λίγα εναντίον του Χριστοδούλου και των ανθρώπων του,  καθ´όλη την διάρκεια της Αρχιεπισκοπείας Χριστοδούλου. 
Από ένα διάστημα και μετά ο Χριστόδουλος έβγαινε να απολογηθεί όχι μόνο στις επιθέσεις των προαιώνιων εχθρών του που του ροκάνιζαν τον θρόνο   αλλά και της ίδιας του της οικογένειας. 
Αυτή την κακία και τον φθόνο δεν άντεξε ο Χριστόδουλος. Οι δικοί του άνθρωποι να τον πολεμούν, να  τον διαβάλλουν στην Ιεραρχία και να του επιτίθενται απο των τηλεοράσεων. 
Αν οι άνθρωποι του Χριστόδουλου ( οι εκτός Χρυσοπηγής) ήθελαν να του  περάσουν  να μην πολυπηγαίνει στο μοναστήρι και να μην έχει πολλά- πολλά με την Χρυσοπηγή θα το έκαναν προ της εκλογής του σε Αρχιεπίσκοπο, δεδομένου ότι υπήρχαν πολλοί  Αρχιερείς που άκουγαν Χρυσοπηγή και Καλλίνικο και έβγαζαν άφτρες στο στόμα όπως για παράδειγμα  ο Νέας Κρήνης Προκόπιος. Και όμως ο Χριστόδουλος έμεινε σταθερός στις αρχές του και στα πιστεύω του.
– «Δεν θα αλλάξω ούτε θα παραστήσω κάποιον άλλον, μας έλεγε, για να με ψηφίσουν. Θέλω να είμαι ο εαυτός μου και να με ψηφίσουν γιαυτό».
Και έτσι παρέμεινε! Και έτσι αγαπήθηκε. Γιατί ο Χριστόδουλος υπήρξε όντως μεγάλος!
Και για να κλείσουμε το κεφάλαιο αυτό κανείς εκ των συνεργατών του δεν είχε το θάρρος να του πει εναντίον της Χρυσοπηγής.
Ούτε ο πατήρ Θωμάς ως ο πρώτος θεσμικός συνεργάτης του, ούτε οι υπόλοιποι. Ακόμη κι εγώ που ήμουν ο πλέον αθυρόστομος δεν τολμούσα να πω κάτι ( ενώ ήξερε τις κακές μου σχέσεις με τον Γέροντα και με κάθε τι το  υποκριτικό) αλλά πάντα στα δύσκολα τον κοιτούσα κατάματα και εκείνος καταλάβαινε τις διαθέσεις μου από το βλέμμα μου. 
Και όταν ξεχρέωνε τα χρέη των δανείων της Χρυσοπηγής όλοι το ξέραμε αλλά κανείς δεν «τολμούσε» να του πει: 
«Καλά αυτοί σε υβρίζουν και υπαινίσσονται δυσώδη πράγματα εναντίον σου και σύ τους ξεχρεώνεις τα δάνεια;». 
Γιατί ξέραμε τι θα ακούγαμε! Αν ζητούσε ο ίδιος τη γνώμη μας την καταθέταμε με σεβασμό και λέγαμε και τα υπέρ και τα κατά,με στόχο μας πάντα να διαφυλάξουμε και να προστατεύσουμε τον ίδιο. 
Οι άλλοι δυστυχώς δεν σκέφτονταν όπως εμείς. Βαρούσαν στο ψαχνό! 
Διότι οι επιθέσεις που εξαπέλυε ο Γέροντας- είτε άμεσα εναντίον του Αρχιεπισκόπου για αποφάσεις του και δηλώσεις του( αυτό το «ελάτε όπως είστε», του το έβγαλε ξινό),  είτε εναντίον συνεργατών του ( του δύσμοιρου του Βρεσθένης Θεοκλήτου και εμού και μάλιστα από τηλεοράσεως εναντίον μου)  είτε επιλογών κάποιων προσώπων εκ μέρους  του Χριστοδούλου για εκλογή σε κενές Μητροπόλεις ( π.χ. Του Σύρου Δωροθέου του Β ´)- όλα αυτά στενοχωρούσαν τον Χριστόδουλο διότι πίστευε ότι  του  έφθειραν την ψυχούλα του και τον ρεζίλευαν  στα μάτια του κόσμου! Αντιθέτως, όμως,  ο κόσμος τον αγαπούσε ακόμη πιο πολύ. 
Αυτές ήταν οι πραγματικές αιτίες που τον απομάκρυναν από τη «πολυαγαπημένη του οικογένεια» . Εκείνος νοιαζόταν για όλους αλλά μέχρι εκεί! 
Και δεν έδινε σε κανένα μας το δικαίωμα να παρέμβουμε και να του πούμε οτιδήποτε που θα του μειώναμε αυτούς τους ανθρώπους που πέρασε μαζί τους μια ολόκληρη ζωή. 
Αυτή είναι η μόνη αλήθεια την οποία προσυπογράφουμε όλοι όσοι ζήσαμε το τελευταίο και επίμαχο διάστημα  κοντά στον Χριστόδουλο:από τις 28  Απριλίου 1998 έως τις 28 Ιανουαρίου 2008, ημέρα που άφησε την τελευταία του πνοή και έφυγε από κοντά μας. 
Και μια διόρθωση για ιστορικούς λόγους.
 Το βράδυ της 27ης Απριλίου 1998, παραμονή της εκλογής του σε Αρχιεπίσκοπο δεν διανυκτέρευσε στην Χρυσοπηγή όπως εγράφη, απ´οπου αναχώρησε το πρωί  με ..σκισμένο ράσο. 
Έμεινε στο σπίτι του παπά Θωμά Συνοδινού,πίσω από τον Ερυθρό Σταυρό στους Αμπελοκήπους. 
Από εκεί ξεκίνησε  τη μέρα του, φορώντας το Εγκόλπιο με την παράσταση της Αναστάσεως ( δώρο του παιδιού του Αρχιμ. Θεολόγου Αποστολίδη, νυν Μητροπολίτη Σερρών).
 Και όλοι μαζί ξεκινήσαμε τη μέρα εκείνη  για να ζήσουμε την Πεντηκοστή της Εκκλησίας μας. Διότι αυτό θα αντιπροσωπεύει εσαεί  η δεκαετής Αρχιεπισκοπεία Χριστοδούλου για την Εκκλησία της Ελλάδος: την δική της Πεντηκοστή!