Ένας Στυλιανός επίκαιρος όσο ποτέ…

Ένας Στυλιανός επίκαιρος όσο ποτέ…

🔺Περί διοικήσεως και ευθύνης 
 
Ὑπό Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας Στυλιανοῦ(+)
“…Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Χριστός, τό φοβερότερο «οὐαί» τό ἐξεστόμισε, ὄχι γιά τόν ἀτομικῶς ἀποτυγχάνοντα καί φαῦλο, ἀλλά γιά τόν «πρῶτο», ὅταν ἐπιδιώκει γενική ἀποδοχή καί δημοτικότητα…”
Στήν ἐποχή μας συχνά γίνεται λόγος, ἐπίσημα ἤ ἀνεπίσημα, γιά «κρίση ἡγεσίας» σέ χῶρες καί λαούς. Εἰδικότερα μιλοῦμε γιά κρίση ἡγεσίας στούς διαφόρους ἐπί μέρους Θεσμούς καί Ὀργανισμούς, καί μάλιστα στίς ἀνάλογες ἱεραρχίες των. Ἡ κρίση λοιπόν ἡγεσίας καταγγέλλεται πανταχόθεν ὡς κοινό σύμπτωμα στό σύγχρονο κόσμο, στόν ὁποῖο κανείς πιά δέν μπορεῖ νά κρυφθεῖ ἀπό τούς ἄλλους, γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι ἡ τεχνολογία δέν ἀφήνει περιθώρια γιά ὁποιασδήποτε μορφῆς στεγανά ἤ παραπετάσματα. Ἀκόμη πιό διαφανής γίνεται ὁ σύγχρονος κόσμος μας καί μέσα ἀπό τούς διεθνεῖς Ὀργανισμούς, τίς πολυεθνικές ἑταιρεῖες καί τήν ἐν γένει παγκόσμια συνεργασία, πού τελευταῖα ἐκφράζεται πιό πολύ ὡς «ἀλληλο-εμβολισμός» μεταξύ προσώπων, ὁμάδων ἤ κρατῶν. Καί ἡ κατάσταση γίνεται ακόμη πιό «κρίσιμη», ἀπό τήν προγραμματική προσπάθεια κάποιων νά χαρακτηρίζεται αὐτό τό χάος ὡς «παγκοσμιοποίηση». Τό ποιοί εἶναι αὐτοί οἱ κάποιοι καί ποιές δυνάμεις κρύβονται πίσω ἀπί τίς ἐνέργειές τους, πού ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι «γιά τό καλό ὅλων», αὐτό δέν τό ξέρουμε οἱ πολλοί. Πάντως «κρίσιμη» δέν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι ἐγκυμονεῖ κινδύνους, ἀλλά κατά λέξη καί ὅτι «μπορεῖ νά κριθεῖ», ὅπως λέμε «ἀναγνώσιμη».
Τό νά μιλοῦμε ὅπως γιά «κρίση ἡγεσίας» ἐν γένει (καταγγελία βαρύτατη πού θά μποροῦσε νά ἑρμηνευθεῖ ὡς ἡ πιό γενική καί ἀνεύθυνη «κινδυνολογία», σ’ ἕνα τόσο πολύπλοκο, «διαπλεκόμενο» καί ἀλληλο-εξαρτώμενο κόσμο), εἶναι ὅ,τι πιό ἀπαράδεκτα γενικόλογο καί ἐπικινδύνως ἀνεύθυνο.
Κρίνοντας λοιπόν ὑπεύθυνα, πρέπει νά ἐπισημάνουμε τό οὐσιαστικό περιεχόμενο στήν καταγγελλόμενη κρίση, ὥστε νά εἶναι περιγραπτό καί νά μπορεῖ νά ἀντιμετωπισθεῖ ἐν συνεχείᾳα, ὡς πρόβλημα. Πῶς ἄλλωστε νά μιλήσεις γιά «πρόβλημα», ὅταν αὐτό πού μᾶς ἀπασχολεῖ δέν εἶναι ἐπαρκῶς «προ-βεβλημένο»; Αὐτή τήν προσπάθεια θά κάνουμε ἐδῶ, ἐν συντομίᾳ καί μέ ρεαλιστική ἀνάλυση, χωρίς νά τρομοκρατεῖται ὁ μέσος ἀναγνώστης ἀπό τεχνικούς ὅρους καί βαθυστόχαστες δολιχοδρομίες.
Δέν χωρεῖ ἀμφιβολία ὅτι, ὅταν λέμε «κρίση» γενικῶς, ἐννοοῦμε κάποια ἀρρυθμία καί ἀνωμαλία, πού πρέπει νά ὀφείλεται ὁπωσδήποτε σέ κάποια  ἔλ-λειψη, δηλαδή σέ κάποιο κενό. Γιατί, βέβαια, μόνο ὅπου δημιουργεῖται κενό καί παρουσιάζεται ἔλλειψη, ἐκεῖ κλονίζεται ἡ ἰσορροπία καί προκύπτει ἡ κρίση.
Θά συνειδητοποιήσουμε τό θεμελιῶδες πρόβλημα πού, ὡς ρίζα, τροφοδοτεῖ ὅλες τίς «δυσλειτουργίες» στή διεκπεραίωση τῶν ὑποχρεώσεων κάθε «κρίκου» τῆς ἁλυσιδωτῆς ἱεραρχίας σέ κρατικές ἤ διακρατικές Κυβερνήσεις, σέ Ὀργανισμούς καί Θεσμούς, μόνο ἄν ἐπικεντρώσουμε τήν προσοχή μας στήν ἀνάλυση δύο ὅρων καί ἐννοιῶν. «Εὐθύνη» καί «διοίκηση».
α) «Εὐθύνη»:
Μιλοῦμε συχνά γιά τόν «ὑπεύθυνο», τόν «ἀνεύθυνο», ἤ τόν «εὐθυνόφοβο» ἄνθρωπο –κρίνοντάς τον ἀπό ἀνάλογες πράξεις ἤ παραλήψεις του, στόν ἰδιωτικό ἤ δημόσιο τομέα. Ὅμως δέν ἔχουμε ὑποβληθεῖ στόν κόπο νά διερωτηθοῦμε, τί ἄραγε σημαίνει, πρωτογενῶς, ἡ λέξη «εὐθύνη». Εἶναι προφανές ὅτι προέρχεται ἀπό τήν «εὐθεῖα», δηλαδή τό ὀρθό, τό δίκαιο, τό ἀληθινό. Ἄρα εὐθύνη εἶναι «τό αἴσθημα ὀφειλῆς πρός τήν εὐθεῖα». Κακῶς λοιπόν κάποιοι, ἀντί νά μιλοῦν γιά «αἴσθημα εὐθύνης» λένε «ὑπευθυνότητα», πού εἶναι ὅρος ἄγνωστος καί ἀδόκιμος στήν Ἑλληνική.
Εἴχαμε ἄλλοτε γράψει γιά τήν ἱερότητα τῆς ἑλληνικῆς ὁρολογίας ἐπί τοῦ θέματος. Εἴχαμε μάλιστα προσπαθήσει, συγκρίνοντας τόν ὅρο «εὐθύνη» μέ τούς ἀνάλογους τῶν Εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν (re-sponsibilitas, Ver-antwortung), νά δείξουμε ὄχι μόνο τήν κυριολεκτικά οὐρανομήκη ἠθική ὑπεροχή τοῦ σημαινόμενου τῆς εὐθύνης στά Ἑλληνικά, ἀπό τά Εὐρωπαϊκά της «ὁμόλογα» (sic), ἀλλά εἴχαμε ἐπικαλεσθεῖ καί στερεότυπες ἐκφράσεις ἀπό τήν Βιβλική Γραμματεία καί τήν ἐν γένει γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά δείξουμε τήν ἄμεση σχέση τῆς «εὐθείας» μέ τό «θεῖο θέλημα».
Ὑπενθυμίζουμε ἐδῶ μόνο τήν ἐγερτήρια κραυγή τοῦ Προδρόμου «ἑτοιμάσατε τήν ὁδό Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τάς τρίβους αὐτοῦ»      (Ματθ. 3, 3). Καθώς καί τόν ψαλμικό στίχο πού λέγει ὁ Ἀρχιερεύς πρό τῆς ἱερουργίας, ὅταν τοποθετεῖ εἰς τό στῆθος του τό ἔχον σχῆμα καρδίας Ἐγκόλπιον: «Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψαλμ. 50).
Ὡς δέ πρός τήν σύγκριση μεταξύ τοῦ ἑλληνικοῦ ὅρου «εὐθύνη» καί τῶν εὐρωπαϊκῶν ἀντιστοίχων πού ἀναφέραμε, ἐπισημαίνουμε τήν ἑξῆς θεμελιώδη διαφορά. Ἐνῶ καί οἱ τρεῖς Εὐρωπαϊκοί ὅροι περικλείουν σαφῶς τό στοιχεῖο τοῦ «ἀντί», καί ἐξαντλοῦνται στήν ὁριζόντιο δράση ὡς «ἀντί-δραση» (ὁπότε πρόκειται γιά «ἀντ-ανάκλαση», μηχανική λειτουργία), ἡ ἑλληνική λέξη «εὐθύνη» δηλώνει τήν «εὐθυγράμμιση» καί «προσ-αρμογή» στήν ἄνωθεν ἐπιβαλλόμενη ἠθική ὑποχρεωτικότητα. Αὐτή παραμένει τό κανονιστικό στοιχεῖο, ἀνεξαρτήτως ὁριζοντίων δράσεων καί ἀντιδράσεων, ἀμφιβόλων ἄλλωστε σκοπιμοτήτων.
Σύμφωνα μέ τά πιό πάνω, ἡ ἔννοια τῆς «εὐθύνης» κάθε λειτουργοῦ, ἀνεξαρτήτως βαθμοῦ, δέν πρέπει νά καθορίζεται –τοὐλάχιστον στά καθ’ ἡμᾶς- μόνο ἀπό τό νομικό ἤ τό ὅποιο κοινωνικό πλαίσιο. Μήτε κἄν ἀπό τίς ἐνδεχόμενες συγκυρίες, ἀλλά πρωτίστως ἀπό τήν εὐαισθησία καί τήν ἐγρήγορση τῆς συνειδήσεώς του. Καί αὐτό βέβαια, δέν εἶναι πάντα «προτεσταντισμός»! Ἐπίσης δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά ἐμπνέεται κανείς ἀπό πίστη σέ ἀξίες ὑπερβατικές, γιά νά ἔχει γρηγοροῦσα συνείδηση καί αἴσθημα εὐθύνης. Τό κριτήριο πρέπει ἐν τούτοις νά εἶναι πέρα καί πάνω ἀπό τό ἐγώ.
Διαφορετικά, τά πάντα εἶναι ὑποκειμενισμός καί ἰδιοτέλεια, δηλαδή σαθρά δεδομένα. Καί ἡ πραγματική γενναιότητα εἶναι νά στέκεται, ὁ ἡγέτης τοὐλάχιστον, πάνω ἀπό αὐτά. Τό παράδειγμα κάποιων νά αὐτοκαλοῦνται ἀπό σεμνότητα «ἄθεοι», ἀκόμη καί στόν 20ό αἰῶνα, δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος τῆς λεγόμενης «αὐτόνομης ἠθικῆς», μπορεῖ νά εἶναι κάποτε πιό κοντά στό κηρυττόμενο «θεῖο θέλημα» τῆς Βίβλου, ἀπό τήν διατυμπανιζόμενη ἀγελαία «ἠθική τῶν ὑπερπολλῶν», ὅπως τήν χλεύασαν ὁ Νίτσε, ὁ Καζαντζάκης ἤ ὁ Καμύ.
Τό αἴσθημα ὅμως τῆς εὐθύνης, πού δέν εἶναι πάντα εὔκολο νά σταθμισθεῖ εἰς τά «καθ’ ἑαυτόν» τοῦ κάθε πολίτη (σχεδόν δέν τίθεται κἄν ὅταν πρόκειται γιά «ἐρημίτη», πού τόν κρίνει συνεχῶς καί ἄμεσα μόνο ὁ Θεός!), φανερώνεται ἀνάγλυφο εἰς τίς σχέσεις του μέ τούς ἄλλους. Εἶναι πάντως βέβαιο ὅτι «τά ἐν οἴκῳ», ἀδύνατον νά μήν ἐπηρεάζουν κάπως καί «τά ἐν δήμῳ», ὅσο καί ἄν πρώτιστο ζητούμενο ἐδῶ δέν εἶναι ὁ «ἰδιωτικός βίος».
Ἔτσι, ἡ «κρίση ἡγεσίας», ὅταν ἀφορᾶ τόν ἄνθρωπο στίς προσωπικές του σχέσεις, ἑπόμενο εἶναι νά τόν ἀναδείξει ἄβουλο πρόσωπο, ἕρμαιο τῶν περιστάσεων καί τοῦ περιβάλλοντος. Ἄν ἡ κρίση παρουσιάζεται στίς κοινωνικές σχέσεις, ἴσως ἐπιτρέπει γιά λίγο τήν ἀνοχή τῶν ἄλλων. Τελικά τόν καθιστᾶ λίγο-πολύ «ἀπόκληρο» τῆς κοινωνίας. Ὅταν ὅμως ἡ κρίση ἡγεσίας ἀναφέρεται σέ δημόσιο λειτούργημα, τότε ἡ ἔλλειψη τοῦ ἀπαραίτητου αἰσθήματος εὐθύνης, μπορεῖ νά φθάσει στά ὅρια «ἐγκλήματος». Καί «ἔγκλημα» βέβαια -ἐτυμολογικά καί πάλι- εἶναι τό λάθος πού αὐτεπάγγελτα δικαιοῦται νά «ἐγκαλέσει» ὁ καθείς ἀπό τό κοινωνικό σύνολο.
β) «Διοίκηση»:
Δέν εἶναι δυνατόν νά γνωρίζει κανείς πόσοι ἀπ’ αὐτούς πού κατέχουν θέσεις συγκεκριμένης εὐθύνης στό κοινωνικό σῶμα, θυμοῦνται τήν θεμελιώδη ἔννοια πού «οἴκοθεν» (!) ἔχει ὁ ὅρος «οἶκος» στήν «διοίκηση», τήν «οἰκο-νομία», τήν «οἰκο-λογία». Καί ἄν ἀναλογισθοῦμε ὅτι τοῦ Διοικητή ἤ τοῦ Διευθυντή πρώτη ὑποχρέωση εἶναι νά «ἐξ-οικειωθεῖ», πρώτιστα ὁ ἴδιος, μέ τά δεδομένα τοῦ «οἴκου» πού τοῦ ἀνατέθηκε νά «διευθετήσει» ἤ νά          «δι-ευθύνει», γιά νά μπορεῖ μετά νά ἐξοικειώσει ἀνάλογα καί τούς     «συγκατ-οίκους», δηλαδή «συμπολίτες» του, τότε τά ἑκάστοτε καθήκοντα γίνονται πιό ρεαλιστικά, ἄρα πιό συγκεκριμένα. Ὁ «οἶκος», ἀνεξαρτήτως ἄν πρόκειται γιά «οἶκο Θεοῦ» (Ἐκκλησία) ἤ «οἰκο-σύστημα» τοῦ κόσμου (Πολιτεία), πρέπει νά διαθέτει τρία τινά ἐν ἀσφαλείᾳ: Θεμέλια, στέγη, πορτοπαράθυρα.
Ἄν ὁ «κύριος» τοῦ οἴκου, δηλαδή ὁ «πρῶτος» ἐν τῇ εὐθύνῃ, δέν μεριμνᾶ συγχρόνως καί γιά τά τρία, μοιραῖο εἶναι νά καταρρεύσει ἡ οἰκοδομή, ἤ νά μετατραπεῖ ἀσυναισθήτως σέ «οἰκογενειακό τάφο» (!), δηλαδή συλλογική χρεωκοπία. Ἀκόμη τραγικώτερη διαγράφεται ἡ εὐθύνη τοῦ ἑκασταχοῦ «πρώτου», ὅταν τό σύνολο τοῦ ὁποίου ἡγεῖται χαρακτηρίζεται πλοῖο, σκάφος, καί δή «κιβωτός»! Οἱ Ἀγγλοσάξωνες, λαός ἱστορικῆς θαλασσο-κρατορίας, δήλωναν πάντα: «One ship, one captain». Καί αὐτό, γιατί τό «ὑγρό» στοιχεῖο εἶναι συνεχής ἀστάθεια καί ἀπαιτεῖ ἕνα καί ἀποφασιστικό χέρι στό πηδάλιο, καί ὄχι διαπληκτισμούς. Ἡ ἔννοια τῆς δημοκρατίας οὐδόλως καταργεῖ τόν πρῶτο. Ἀντιθέτως, τόν προϋποθέτει ὡς οὐσιώδη παράγοντα καί ἐγγυητή τῆς δημοκρατίας, ἀρκεῖ ὁ ἴδιος νά ἔχει συνείδηση τοῦ ὅτι πρέπει νά παραμένει ἀμετακίνητα ὁ «ὀμφάλιος λῶρος» καί ἡ συνισταμένη τοῦ συνόλου, γιά νά μήν εὐτελισθεῖ σέ κομματάρχη. Στίς κατ’ ἐξοχήν κρίσιμες ὧρες, εἶναι πού ἀναδεικνύεται ἡ προσωπικότητα τοῦ Πρώτου. Τότε αὐτός λειτουργεῖ ὡς «ἀλεξικέραυνο», καί ἄν χρειασθεῖ, ἀκόμη καί ὡς Ἰωνᾶς!
Ἡ φιλοδοξία νά εἶναι ὁ πρῶτος πάντα «δημοφιλής», ἤ «ἀδιαμφισβήτητος», πρᾶγμα πού ἀνομολόγητα τόν ἀναγκάζει νά φορτώνει τίς εὐθύνες του σέ ἄλλους, εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ στοιχεῖα ἀπαγορευτικά γιά τήν ἔννοια τοῦ Πρώτου. Ὀφείλει, ἐφ’ ὅσον εἶναι «ἀρχηγός», ὄχι μόνον νά ἐπικαλεῖται τούς ἄλλους ὅταν βρίσκεται σέ ἀδιέξοδο, ἀλλά καί νά τιμωρεῖ τούς ἐνόχους, ἄν μπορεῖ νά τούς καταγγέλλει. Διαφορετικά, εἶναι  τό ἴδιο ἀναπολόγητος, ὅσο θά ἦταν καί ἡ «ἀτμομηχανή» (!), ἄν τολμοῦσε νά μεταθέσει τήν εὐθύνη ἐκτροχιασμοῦ στά συρόμενα βαγόνια.
Τό ὅτι δέ ὁ Πρῶτος δέν δικαιοῦται νά τρέφει αὐταπάτες καί νά ἐλπίζει πώς κυβερνῶντας θά μένει πάντα ἄτρωτος καί δημοφιλής, ἀποδεικνύεται ἀπό τό γεγονός, ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν εἶναι «σπιρτόξυλα», ἀδιαφοροποίητο πλῆθος. Χονδρικά, οἱ ἄνθρωποι διακρίνονται σέ ἀγαθούς καί φαύλους. Καί ἄν ὁ πρῶτος εἶναι ἀγαθός, θά ἔχει ἐναντίον του τούς φαύλους. Ἄν πάλι εἶναι ὁ ἴδιος φαῦλος, θά ἔχει ἐναντίον του τούς ἀγαθούς. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Χριστός, τό φοβερότερο «οὐαί» τό ἐξεστόμισε, ὄχι γιά τόν ἀτομικῶς ἀποτυγχάνοντα καί φαῦλο, ἀλλά γιά τόν «πρῶτο», ὅταν ἐπιδιώκει γενική ἀποδοχή καί δημοτικότητα.
Ἰδού ἐν κατακλείδι, παλαιότερο ποίημα, πού ἴσως ἐπισημαίνει συνοπτικά τούς προβληματισμούς πού προσπαθήσαμε νά ἐκθέσουμε πιό πάνω.
ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ
Οὐαί ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσιν
πάντες οἱ ἄνθρωποι.
(Λουκ. 6, 26)
Ἀλλοίμονο σ’ αὐτούς
πού δέν ἀμφισβητήθηκαν,
γιατί θά πεῖ πώς ταυτιστῆκαν
μ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους.
Ἀλλοίμονο σ’ αὐτούς
πού δέν διώχθηκαν,
γιατί θά πεῖ πώς δέν πολέμησαν
μήτε μέ σκιές.
Ἀλλοίμονο σ’ αὐτούς
πού δέν ἐθανατώθηκαν,
γιατί θά πεῖ πώς δέν ἐπλήρωσαν
τό φόρο τῆς ζωῆς ἀκέραιο.
Σ. Σ. ΧΑΡΚΙΑΝΑΚΗΣ            
 Θεσσαλονίκη 17-10-69
🔺Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε το Νοέμβριο του 2000 στην τριμηνιαία έκδοση «Φωνή τῆς Ὀρθοδοξίας», (επίσημη έκδοση της Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Αὐστραλίας)