Η Εκκλησία εν μέσω τρικυμίας, εν μέσω διωκτών.

Η Εκκλησία εν μέσω τρικυμίας, εν μέσω διωκτών.

Δύο χιλιάδες είκοσι : Το πλήρωμα της Εκκλησίας βρίσκεται εντός μίας αλόγου τρικυμίας. Μίας τρικυμίας [1], γνωστής ως προς την ουσία της, αλλά καινοτόμας ως προς τον τύπο της. Μίας τρικυμίας, όπου δεν είναι η «πρώτη» της ταλαιπωρία εντός του κόσμου. Από την αρχή της δημιουργίας της η Εκκλησία, ως κοινωνία ελλόγων όντων μετά του Θεού, αμφισβητείται, αντιπαλεύεται, εκδιώκεται, «δολοφονείται», μαστιγώνεται, κτυπιέται, «πριονίζεται», αλυσοδένεται και φυλακίζεται [2]. Τίποτε δεν άλλαξε για εκείνην εντός αυτής της πορείας, η οποία οδηγείται από την πτώση ξανά πίσω στην Βασιλεία. Γνωρίζει την αρχή της και αγναντεύει το τέλμα της. Ένα τέλμα το οποίο θα κορυφωθεί εντός της Θείας Χάριτος και Βασιλείας, την οποία πρόσφερε ο ίδιος ο Λόγος της δημιουργίας για εκείνην.

Πάραυτα, διανύει αυτή την «απόσταση» εντός του κόσμου. Εντός ενός κόσμου κατά προαίρεση πονηρού, ο οποίος δεν παύει να ξαναζωντανεύει με κάθε πράξη του, εκείνη την πρώτη «αμαρτία» των πρωτοπλάστων. Εκείνος ο «κόσμος[3]» που δεν χάνει ευκαιρία, να δικνύει κάθε φορά την αποστασία του, και την αποστροφή του από την Θεία Χάρη. Εκείνος ο κόσμος, όπου δεν χάνει ευκαιρία να διαστρέφει με κάθε λόγο και με κάθε πράξη την αλήθεια και την πραγματικότητα, αντικαθιστώντας την με την φαντασία και το ψεύδος. Βέβαια, πρέπει να γίνει αντιληπτό το εξής: ο κόσμος, νοητός και αισθητός, σύμπασα η δημιουργημένη κτίση, δεν δημιουργήθηκε ατελής, αλλά τελεία εκ του Θεού. Δεν δημιουργήθηκε με σκοπό να εκπέσει, αλλά με σκοπό να ζει κοινωνώντας της δημιουργικής της αιτίας. Και πράγματι, ζούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο, έως εκείνου του σημείου όπου ο άνθρωπος αποφάσισε να διασπάσει την θέληση του από την θέληση του Θεού, δημιουργώντας μία δική του θέληση, μία γνωμική διαφοροποίηση, στην οποία ακολουθούν η έκπτωση, η φθορά και ο θάνατος. Συνεπώς, ένας τέτοιος κόσμος, είναι ο κόσμος εντός του οποίου πορεύεται η Εκκλησίας. Ένας «κόσμος», όπου συμβουλευόμενος του πονηρού, ζει αυτή την διαρκή πτώση, γενόμενος εν τέλει «πονηρός» κατά γνώμη και προαίρεση. Ένας κόσμος, με διασπασμένη θέληση. Ένας κόσμος κατακερματισμένος σε γνωμικές θελήσεις. Ένας κόσμος, που με οικεία γνώμη, κάθε φορά «εκπίπτει» όλο και περισσότερο προς το μη όν.

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Λόγος λαμβάνει σάρκα και ψυχή λογική, δίνοντας την ευκαιρία στον πεπτωκότα άνθρωπο να κοινωνήσει ξανά της Θεότητος [4]. Δίνει την ευκαιρία να διαφοροποιηθεί από τον «κόσμο» της πτώσεως και να μορφωθεί τον Λόγο της κτίσεως. Μαθητές, Απόστολοι, Προφήτες, Πατέρες και Διδάσκαλοι, Όσιοι, Άγιοι και Μάρτυρες, γίνονται εκείνοι οι οποίοι είδαν με τους οφθαλμούς τους, άκουσαν με τα αυτιά τους, και ψηλάφησαν με τα χέρια τους την ίδια την αληθινή Ζωή [5]. Έγιναν οι ίδιοι κοινωνοί, και προσκολλήθηκαν πάνω στο Σώμα του Λόγου, με σκοπό να μορφωθεί η όψη τους την Αλήθεια. Κατά αυτόν τον τρόπο, η εκκλησία πορεύεται με αυτή την διαρκώς ζωντανή εμπειρία της δια μέσου των αιώνων. Διασχίζει τον «κόσμο» τηρώντας την ο ίδιος ο Θεός «ἐκ τοῦ πονηροῦ» καθώς αυτή «ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσί, καθὼς ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί». Αγιασμός αυτών πλέον, καθίσταται η ίδια η Αλήθεια, καθότι «ὁ λόγος ὁ σὸςἀλήθειά ἐστι» [6].

Αυτή η εμπειρία της αληθείας την οποία διαρκώς ζει και βιώνει, καθίσταται απόλυτο κριτήριο ελέγχου του ψεύδους, όποτε αυτό προσπαθεί να εισβάλει στην ζωή της. Η βιωτή των αγίων της, η αυτοπαράδοση των μαρτύρων της, και ο λόγος των Πατέρων της γίνονται όριο κάθε στιγμή όπου κάτι νέο, κάτι καινό, κάτι «άλλο» προσπαθεί να την αλλοιώσει. Και προσεκτικά ακούει την συνείδηση της να αναφωνεί : «Μή μέταιρε όρια

αιώνια, ά έθεντο οι πατέρες σου» [7]. Ακούει τους Πατέρες της να συνεχίζουν λέγοντας «…μηδὲ ἀτιμάζετε τὸν ἰδιωτισμὸν τοῦ ἁπλουστέρου κηρύγματος, μηδὲ ταῖς ποικίλαις διδαχαῖς τὸ πλέον νέμετε· ἀλλὰ στοιχεῖτε τῷ ἀρχαίῳ κανόνι τῆς πίστεως, καὶ ὁ θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ’ ὑμῶν. ἐρρωμένας ψυχῇ καὶ σώματι ὁ κύριος φυλάσσοι ὑμᾶς ἐν ἀφθαρσίᾳ, καθὼς εὐχόμεθα.» [8] Ακούει την φωνή του απ. Παύλου που την προειδοποιεί «ἵνα κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίσηται, ἢ διδάξῃ ἡμᾶς παρ’ ὃ ὁ Παῦλος ἐδίδαξεν, ἀνάθεμαἔστω, τίς ἐστιν ὁ ὑποκεφαλίσαι Παῦλον, μᾶλλον δὲ τοῦ ἐν αὐτῷ λαλοῦντος Χριστοῦ, δυνάμενος;» [9]

Αλήθεια, ποιος άρα γε, είναι εκείνος όπου θα «υποκεφαλίσει» τον απ. Παύλο διδάσκοντας κάτι νέο, κάτι «καινό» στο λογικό ποίμνιο της Εκκλησίας; Ποιος είναι εκείνος όπου θα θέσει την δική του φωνή πάνω από την εμπειρία των αγίων της; Κάθε «νέο» και κάθε «καινό» ευαγγέλιο, κατά τον ίδιο τον απόστολο, τίθεται σε ανάθεμα ακόμα και αν αυτό έχει κηρυχθεί από άγγελο. Και πράγματι, την λανθάνουσα αυτή «καινή» – και κενή – εμπειρία αντιστρατεύεται η Εκκλησία απ’ αρχής έως άρτι. Διάκονοι, Ιερείς, Επίσκοποι, Πατριάρχες, ψευδοπροφήτες και ψευτοδιδάσκαλοι υπήρξαν εκείνοι όπου εκ του σώματος της Εκκλησίας άρχισαν να αποκόπτονται θελητικά από αυτήν δημιουργώντας μία δική τους γνώμη και μία δική τους «τάση» εντός της Εκκλησίας. Άρχισαν να κηρύττουν έναν άλλον Θεό, έναν άλλο Χριστό, μία άλλη Σωτηρία. Ήταν ‘’πρότυπα’’ ασκήσεως, πρότυπα προσευχής και υπακοής, πρότυπα ήθους και σωφροσύνης, πρότυπα λογιότητας και ζωής. Ήταν «πρότυπα» που προσπαθούσαν να αντικαταστίσουν την Αληθινή Ζωή. Νικόλαος(διακ.), Άρειος, Ευνόμιος, Νεστόριος και Διόσκουρος, Ευτύχιος και Μακάριος, Πύρρος και Σέργιος, Σεβήρος και λοιποί, ήταν εκείνες ακριβώς οι εκκλησιαστικές μορφές, όπου προσπάθησαν να πλασάρουν ως ζωή στην Εκκλησία, την δική τους γνωμική επιλογή. Ήταν εκείνοι οι οποίοι την πλάνη τους μετέτρεπαν με μανδύα ως «άλλη» σωτηρία. Και πράγματι, «πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον» [10], πολλοί «μισθωτοί» [11] ανέλαβαν την «σωτηρία της Εκκλησίας», αλλά κανένας από αυτούς δεν ζούσε πραγματικά μέσα στην Εκκλησία.

Έχοντας λοιπόν το κριτήριο της Παραδόσεως [12], την εμπειρία της Αληθείας, η Εκκλησία εκδίωξε από τους κόλπους της σαν ξένα σώματα, κάθε έναν όπου διασάλευε την σωτηρία του λογικού ποιμνίου της, κάθε έναν ψευδό-διδάσκαλο με τον μανδύα του επισκόπου, του κληρικού και εν γένει του «καλού» χριστιανού, που την απέκοπτε από την αλήθεια. Και στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί το εξής : Η Εκκλησία ουδέποτε είχε κόκκινες γραμμές εντός της παραδόσεως της [13]. Η ίδια η παράδοση της, ήταν το όριο, το τέλμα, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ αυτής και του «κόσμου». Η ίδια η ζωή της είναι αυτή η οποία καθορίζει τον αμαρτωλό Χριστιανό από τον «ηθικό κόσμο». Έχοντας, κατά αυτόν τον τρόπο, αυτό ακριβώς το κριτήριο όριζε και ορίζει διαχρονικά κάθε πράγμα στην ζωή της.

Η Βίωση αυτής της Αληθείας εντός της Εκκλησίας, βεβαίως δεν είναι απλώς μία θεωρία. Ο πιστός βιώνει στην ζωή του διαρκώς την χάρη του Τριαδικού Θεού, πλεκόμενος εντός ενός ενεργειακού πλέγματος [14]. Εντός ενός «πλέγματος» μίας «άλλης» ατμόσφαιρας, μίας ατμόσφαιρας εντός του οποίου ο άνθρωπος κοινωνεί με τον Θεό. Ερμηνεύοντας έτι περισσότερο αυτή ακριβώς την κατάσταση, ο Άγ. Νικόλαος Καβάσιλας φτάνει να λέει : «Σημαίνεται δὲ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις οὐχ ὡς ἐν συμβόλοις, ἀλλ’ ὡς ἐν καρδίᾳ μέλη καὶ ὡς ἐν ῥίζῃ τοῦ φυτοῦ κλάδοι, καὶ καθάπερ ἔφη ὁ Κύριος, ὡς ἐν ἀμπέλῳ κλήματα. Οὐ γὰρ ὀνόματος ἐνταῦθα κοινωνία μόνον ἢ ἀναλογίαςὁμοιότης, ἀλλὰ πράγματος ταυτότης. Καὶ γὰρ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ τὰ μυστήρια· ἀλλὰ τῇ Ἐκκλησίᾳ

Χριστοῦ ταῦτα βρῶσίς ἐστι καὶ πόσις ἀληθινή·» [15] Κατά αυτό τον τρόπο, και τονίζοντας σε αυτό το βαθμό ο Αγ. Νικόλαος την σημασία των μυστηρίων, περιγράφοντας τα σαν μέλη της καρδιάς, σαν κλαδιά ενός δέντρου και σαν κλήματα της αμπέλου, τα μυστήρια της Εκκλησίας γίνονται εκείνοι οι «τροφοδότες» εντός των οποίων διατρέχει η Θεία Χάρης την ζωή των πιστών. Γίνονται τα μυστήρια της Εκκλησία, μία μεγάλη λίμνη μέσα από την οποία ο πιστός λαμβάνει θεία χάρη στη ζωή του. Εντός του μυστηρίου, κοινωνώντας ενεργειακά ο πιστός μετά των ενεργειών του Τριαδικού Θεού, ζεί και κινείται, αναπνέει και ζωοποιείται, αγιάζεται και ενδυναμώνεται. Εντός αυτών ακριβώς των μυστηρίων, ο πιστός αναπνέει εν αγίω Πνεύματι, ένα «άλλο» οξυγόνο γενόμενος μέτοχος μίας άλλης ζωής. Εντός αυτών των μυστηρίων, ο πιστός ως μέλος, ως κλαδί, και ως φύλλο της αμπέλου της κεφαλής της βιώνει εκείνη ακριβώς την απολεσθείσα παραδείσια κοινωνία. Τέλμα βεβαίως της ενεργειακής αυτής κοινωνίας φτάνει να είναι η κοινωνία μετά του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού. Διδάσκει ο ιερός Δαμασκηνός περί αυτού : «Σῶμά ἐστιν ἀληθῶς ἡνωμένον θεότητι, τὸ ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου σῶμα, οὐχ ὅτι αὐτὸ τὸ σῶμα τὸ ἀναληφθὲν ἐξ οὐρανῶν κατέρχεται, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μεταποιεῖται εἰς σῶμα καὶ αἷμα Θεοῦ.[…]Μετάληψις λέγεται· δι᾿ αὐτῆς γὰρ τῆς Ἰησοῦ θεότητος μεταλαμβάνομεν. Κοινωνία λέγεταί τε καὶ ἔστιν ἀληθῶς διὰ τὸ κοινωνεῖν ἡμᾶς δι᾿ αὐτῆς τῷ Χριστῷ καὶ μετέχειν αὐτοῦ τῆς σαρκός τε καὶ τῆς θεότητος· κοινωνεῖν δὲ καὶ ἑνοῦσθαι καὶ ἀλλήλοις δι᾿ αὐτῆς· ἐπεὶ γὰρ ἐξ ἑνὸς ἄρτου μεταλαμβάνομεν, οἱ πάντες ἓν σῶμα Χριστοῦ καὶ ἓν αἷμα καὶ ἀλλήλων μέλη γινόμεθα, σύσσωμοι Χριστοῦ χρηματίζοντες» [16]. Τέλμα λοιπόν αυτής της μυστηριακής κοινωνίας αποτελεί η μετάλειψη εκ μέρους των μελών του σώματος, του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου. Αυτή η θεία μετάληψη, δεν αποτελεί σύμβολο ή τύπο ή ενθύμηση ενός γεγονότος, αλλά αποτελεί «αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου τεθεωμένον». Κατά αυτόν τον τρόπο ο πιστός μεταλαμβάνει ιδιότητες της Θεότητος. Ιδιότητες όπως αφθαρσία, αγιότητα, αθανασία κλπ. έρχονται να υποστηρίξουν πνευματικά και σωματικά τον πιστό, με σκοπό να τον κάνουν κοινωνώ της θείας παρουσίας στην ζωή τους.

Βεβαίως, όλη αυτή η διδασκαλία των αγίων πατέρων γύρω από την σημασία των μυστηρίων, δεν είναι άγνωστη στο σώμα της Εκκλησίας. Έχοντας ή μη κατ’ επίγνωσίν πίστη, ο «αληθινός προσκυνητής» «εν πνεύματι και αληθεία», εκείνος δηλαδή ο οποίος εν Πνεύματι βιώνει την Αλήθεια οδηγούμενος στην κοινωνία μετά του Θεού, αναγνωρίζει στην ‘’όψη’’ των μυστηρίων την «διατροφική» ανάγκη του πνεύματος του, διατρέχοντας σε αυτά όπως τρέχει ο «ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων» [17]. Ο Αληθινά πιστός διψά τον Θεό, αναρωτώμενος συνεχώς «πότε ἥξω καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ». Και βεβαίως γνωρίζει την απάντηση. Γνωρίζει τον «τόπο» συνάντησης του μετά του Θεού, και αυτός ο τόπος βεβαίως δεν είναι άλλος από το ίδιο το Πνεύμα [18], το οποίο γίνεται «τόπος» εντός του οποίου ο πιστός κοινωνεί μετά του Θεού. «Τόπος», κατά αυτόν τον τρόπο, γίνεται το Πνεύμα το άγιο, για κάθε έναν πιστό που μετέχοντας στα μυστήρια, μετέχει στις ενέργειες του Τριαδικού Θεού.

Αυτός ο Τόπος, μοιάζει στο σήμερα, να αποκόπτεται από το τέλμα της. Αυτός ο τόπος μοιάζει να αμφισβητείται μέρα με την ημέρα, από την ‘’λογιότητα΄΄ ορισμένων επισκόπων, από την ‘’σωφροσύνη’’ ορισμένων κληρικών, και από την (δήθεν)‘’υπακοή’’ ορισμένων εκκλησιαστικών σε μία νέα καινή – και συγχρόνως κενή- παράδοση. Μία παράδοση, όπου θέλει αυτόν ακριβώς τον «τόπο» θεώσεως να είναι τόπος φθοράς και θανάτου. Μία κενή παράδοση όπου διασαλεύει την σωτηρία των πιστών, μετατρέποντας την σε μία ηθικώς νοούμενη σωτηρία των υπάκουων- που άρα γε; – Χριστιανών. Μία ψευδή παράδοση όπου θέλει τον τόπο των μυστηρίων, να είναι τόπος πτώσεως, αλλοιώσεως και

διαφθοράς. Μία νοθευμένη «παράδοση» όπου θέλει τους πιστούς, θεατές μίας θεατρικής παράστασης [19] και όχι μετόχους μίας αιωνίου ζωής. Μίας φαντασιακής «παράδοσης» όπου θέλει εν τέλει να αντικαταστήσει αυτή την ίδια την Αλήθεια. Αυτή η παράδοση έρχεται να γιγαντώσει μία μορφή και να σμικρύνει μία άλλη. Έρχεται να εξυψώσει τον κατά πάντα ηθικό Φαρισαίο της παραβολής, και να διαλύσει τον αμαρτωλό τελώνη της διήγησης. Έννοιες όπως υπακοή, ευθύνη, ορθότητα, άσκηση κλπ, έρχονται να αντικαταστήσουν το πλέγμα μέσα στο οποίο ο πιστός αντικρίζει τον Θεό. Και πράγματι, πόσο αυτό θυμίζει τον πρώτο πρεσβύτερο, τον πρώτο θεομάχο της Εκκλησίας, Άρειο, όπου υποβίβαζε την οντολογική σωτηρία, σε μία ηθικού τύπου σωτηρία των πιστών; Στα βήματα του, μοιάζει να πορεύονται επίσκοποι της σημερινής Εκκλησίας. Επίσκοποι όπου δεν βρίσκονται επί- σκοπού αλλά επί-ποδός στα πόδια εκείνων των θεομάχων, όπου διώκουν την Εκκλησία απ’αρχής έως άρτι. Στα πόδια εκείνων, όπου με την εξουσία στα χέρια τους, αφαιρούν την σκέψη, την κρίση, την προαίρεση και εν τέλει την ίδια την ζωή των πιστών. Το τέλος βεβαίως εκείνων και όσων ακολουθούνται από εκείνους είναι γνωστό: «Πόσοι τύραννοι ἠθέλησαν περιγενέσθαι τῆς Ἐκκλησίας; πόσα τήγανα; πόσοι κάμινοι, θηρίων ὀδόντες, ξίφη ἠκονημένα; καὶ οὐ περιεγένοντο. Ποῦ οἱ πολεμήσαντες; Σεσίγηνται καὶ λήθῃπαραδέδονται. Ποῦ δὲ ἡ Ἐκκλησία; Ὑπὲρ τὸν ἥλιον λάμπει. Τὰ ἐκείνων ἔσβεσται, τὰ ταύτης ἀθάνατα.» [20]

Η Εκκλησία έχοντας το βίωμα της, θα εκδιώξει για ακόμα μία φορά, όλα εκείνα τα ζιζάνια, τα οποία επιβουλεύονται την σωτηρία των πιστών. Όλα εκείνα τα ζιζάνια, τα οποία φορούν τον μανδύα του κληρικού, του επισκόπου και του καλού Χριστιανού. Όλα εκείνα τα ζιζάνια, τα οποία ήρθαν ξανά να καθαίρουν τους Πατέρες της Εκκλησίας, να «υποκεφαλίσουν» τον Παύλο, και να αντικαταστήσουν στο τιμόνι του πλοίου, τον ίδιο της τον Κυβερνήτη Χριστό.

Χαρίτος Ι. Γεώργιος, Θεολόγος, υπ. ΜΔΕ Δογματικής Θεολογίας

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ομιλία προς την εξορία, P.G. 52,427 «Πολλὰ τὰ κύματα καὶ χαλεπὸν τὸ κλυδώνιον· ἀλλ’ οὐ δεδοίκαμεν, μὴ καταποντισθῶμεν· ἐπὶ γὰρ τῆς πέτρας ἑστήκαμεν. Μαινέσθω ἡ θάλασσα, πέτραν διαλῦσαι οὐ δύναται;»

2. Προς Εβραίους, 11, 36-40

3. Α Ιω. 2,15, «μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον μηδὲ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ. ἐάν τις ἀγαπᾷ τὸν κόσμον, οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ πατρὸς ἐν αὐτῷ·ὅτι πᾶν τὸ ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου, οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ πατρός, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ κόσμου ἐστί. αὶ ὁ κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα.» Κατά αυτόν τον τρόπο, διαφοροποιείται ο κόσμος, δηλαδή η κτίσης, από τον «κόσμο» δηλαδή το «κοσμικό φρόνημα» το γνωμικά διαφοροποιημένο θέλημα δηλαδή από το θέλημα του Θεού.

4. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως. «Ἐπειδὴ τοίνυν ἐν παραβάσει τῆς τοῦ πεποιηκότος αὐτὸν ἐντολῆς γέγονε καὶ θανάτῳ καὶ φθορᾷ ὑποπέπτωκεν, ὁ Ποιητὴς καὶ Δημιουργὸς τοῦ γένους ἡμῶν διὰ σπλάγχνα ἐλέους αὐτοῦ ὡμοιώθη ἡμῖν κατὰ πάντα γενόμενος ἄνθρωπος χωρὶς ἁμαρτίας καὶ ἡνώθη τῇ ἡμετέρᾳ φύσει. Ἐπειδὴ γὰρ μετέδωκεν ἡμῖν τῆς ἰδίας εἰκόνος καὶ τοῦ ἰδίου πνεύματοςνκαὶ οὐκ ἐφυλάξαμεν, μεταλαμβάνει αὐτὸς τῆς πτωχῆς καὶ ἀσθενοῦς ἡμῶν φύσεως, ἵνα ἡμᾶς καθάρῃ καὶ ἀφθαρτίσῃ καὶ μετόχους πάλιν τῆς αὑτοῦ καταστήσῃ θεότητος.»

5. Α Ιω. 1,1 «Ὅ ἧν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς· καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθηἡμῖν·ὃἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητεμεθ᾿ ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. καὶ ταῦτα γράφομεν ὑμῖν, ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη.»

6. Ιω. 17,17

7. Παροιμ. 22,28

8. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Ταῖς κοσμιωτάταις ἀληθῶς καὶ εὐλαβεστάταις ἀδελφαῖς Εὐσταθίᾳ καὶ Ἀμβροσίᾳ καὶ τῇ κοσμιωτά τῃ καὶ σεμνοτάτῃ θυγατρὶ Βασιλίσσῃ Γρηγόριος ἐν κυρίῳ χαίρειν, 3ΗεπιστολήστοG. Pasquali, GregoriiNysseniopera, τομ. 8. , 1959, σελ. 3-95.

9. ΩΡΙΓΕΝΗΣ, Ερμηνείας εις τον 68ο ψαλμό, στο J.B. Pitra, Analecta sacraspicilegioSolesmensiparata, τόμος 2 and 3, Παρίσι, σελ. 3.1-236, 242-245, 248-364.

10. Ματθ. 24,11

11. Ιω. 10,12

12. ΜΑΡΙΝΑ ΚΟΛΟΒΟΠΟΥΛΟΥ, Η Παράδοση της Εκκλησίας στις Οικουμενικές Συνόδους, Τομ. Α’. Συμβολή Στην Ιστορικοδογματική διερεύνηση της περί παραδόσεως διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκδ. ΕΝΝΟΙΑ, 2019, σελ. 145-146 «[…] η πιστότητα στην παράδοση αποτελεί τον αυθεντικό τρόπο έκφρασης της Εκκλησίας. Η Εκκλησία είναι ο αυθεντικός κριτής και ερμηνευτής της Χριστιανικής διδασκαλίας, καθ’ όσον παραμένει στην ίδια πορεία και σε συμφωνία με ό,τι ο Χριστός παρέδωσε στους Αποστόλους, το οποίο μεταδόθηκε από αυτούς, αποτέλεσε εμπειρία και διδαχή των πατέρων και επικυρώθηκε από τη μαρτυρία της μίας πίστεως. Η πιστότητα στην παράδοση εγγυαται την ενότητα και τη συνέχεια της ζωής της Εκκλησίας. Αυτή η συνέχεια είναι η απαραίτησηπρουπόθεση προκειμένου η Εκκλησία να απευθύνεται με τρόπο αυθεντικό σε κάθε στιγμή της Ιστορίας.»

13. Όλη αυτή η αναφορά εκ μέρους ορισμένων επισκόπων της εκκλησίας περί «κόκκινων» και μη γραμμών εντός της Εκκλησιαστικής της παράδοσης, βρίσκεται στα όρια μίας πολιτικής ορολογίας, καθότι εντός της Εκκλησίας ποτέ τίποτα δεν θεωρήθηκε ως οριακά αμφισβητήσιμο. Παράδειγμα απόλυτο είναι η προσκύνηση των αγίων εικόνων και των τιμίων λειψάνων της Εκκλησίας. Μέγιστη καινοτομία αποτελεί η σημερινή παραδοχή εκ μέρους αρκετών επισκόπων της Ελλαδικής εκκλησίας, οι οποίοι συμβουλεύουν τους πιστούς να αποφεύγουν την τιμή και την προσκύνηση των ιερών εικόνων, ερμηνεύοντας αποσπασματικά και κατά τρόπο αιρετικό ορισμένα πατερικά ή αγιογραφικά χωρία. Η απάντηση βεβαίως βρίσκεται εντός της 7ης οικουμενικής συνόδου, όπου καταδίκασε κάθε μία μορφή απόσπασης από την Εκκλησιαστική παράδοση της τιμής και τις προσκύνησης αυτών, την οποία βεβαίως συστηματικώς υποβιβάζουν και επικαλύπτουν.

14. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΤΣΟΥΚΑ, Δογματική και συμβολική Θεολογία Β, Έκθεσις της ορθοδόξου πίστης σε αντιπαράθεση με την δυτική Χριστιανοσύνη, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 465.

15. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Ερμηνεία εις την Θεία Λειτουργία, κεφ. 38, στο R. Bornert, J. Gouillard, P. Périchon, and S. Salaville, NicolasCabasilas, Explication de ladivineliturgie, Sources chrétiennes 4 bis. Παρίσι, 1967, σελ. 56-307.

16. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΎ, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, κεφ. 86 στην κριτική έκδοση του P.B. Kotter, DieSchriften des JohannesvonDamaskos, μέρος 2ο, Βερολίνο, 1973

17. Γράφει ο Γρηγόριος Νύσσης ερμηνεύοντας το οικείο ψαλμό «μιμεῖται καὶ τῇ δίψῃ τὴν ἔλαφον καὶ πρὸς τὰς θείας πηγάς, αὕτη δ’ ἂν εἴη ἡ θεία φύσις, διψητικῶς ἔχει, ἡ μία τε οὖσα καὶ ἐν τριάδι θεωρουμένη. Ὃν τρόπον γάρ, φησίν, ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρὸς σέ, ὁ θεός. εἶτα παραμυθεῖται τὴν δίψανσυνεχομένην τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ σπεύδουσα τοῦ ποθουμένουτυχεῖν καὶ τὴν ἐν ὀλίγῳ τῆς τῶν ἀγαθῶν μετου- σίαςἀναβολὴν ἐν συμφορᾷ ποιουμένη λέγει κατά τε τὸ μέσον καὶ ἐπὶ τέλει τῆς ψαλμῳδίας Ἵνα τί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου; καὶ Ἔλπισον ἐπὶ τὸν θεόν· ὡς ἀληθῶς ἡμῖν τὴν ἀγαθὴν ἀπόλαυσιν τῆς θείας ἐλπίδοςἐγγυωμένης.» ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Ερμηνεία εις τους Ψαλμούς, στον J. McDonough, Gregorii Nysseni opera, τομος 5, 1962, σελ. 24-175.

18. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΞΙΩΝΗ, Περί του αγίου Πνεύματος. Ότι και Θεός και εκ Θεού κατά φύσιν, εκδ. ΕΝΝΟΙΑ, 2018, σελ. 250 κ.ε. Γράφει χαρακτηριστικά «Στην προοπτική της πορείας του ανακαινισμού του ανθρώπου ερμηνεύεται το άγ. Πνεύμα ως «τόπος» των αγίων. Συγκεκριμένα ο Μ. Βασίλειος σχολιάζοντς τον λόγο του Θεού ‘’Ιδού τόπος, φησί, παρ’εμοί, και στήθι επί της πέτρας’’ ο οποίος αποτελεί απάντηση στην απαίτηση του Μωυσή να του δείξει ο Θεός την δόξα του, επισημαίνει ότι η φράση αυτή αναφέρεται στο Άγιο Πνεύμα και ο τόπος δεν σημαίνει τίποτε άλλο, ‘’ η την εν πνεύματι θεωρίαν, εν η γενόμενος, εδύνατοιδείνγνωστώς εμφανιζόμενος αυτώ τον Θεόν ο Μυωσής’’. Ο παραλληλισμός του αγίου Πνεύματος με τον τόπο, τονίζει ο Μ. Βασίλειος, δεν μειώνει ασφαλώς την αξία του προσώπου του, αλλά αντιθέτως μέσω του ονόματος αυτού δοξάζεται καθ’ ότι τονίζεται ο δια του αγίου Πνεύματος αγιασμός των ανθρώπων και ο τρόπος προσεγγίσεως του Θεού.»

19. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, εις τους ανδριάντας ομιλίαι και εν Αντιόχεια λεχθεισαι, P.G. 49,38

20. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ομιλία προς την εξορία, P.G. 52,449