You are currently viewing Ευγνωμοσύνη  και αχαριστία

Ευγνωμοσύνη και αχαριστία

Ὑπό  Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας Στυλιανοῦ(+) 
Τά μαθήματα «ἐκλαϊκευμένης Θεολογίας» πού δώσαμε καί ἐφέτος γιά τό εὐρύτερο κοινό, σέ Σύδνεϋ καί Μελβούρνη, εἶχαν ὡς κεντρικό θέμα τήν «εὐγνωμοσύνη» καί τήν «ἀχαριστία», ὡς τά πιό χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς ὅλης προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου. Θά δώσουμε ἐδῶ περίληψη τῶν μαθημάτων σέ δύο συνέχειες.
Ἡ μόρφωση καί καλλιέργεια, ἡ οἰκονομική κατάσταση, ἡ κοινωνική θέση καί καταξίωση, καί ὁποιαδήποτε ἄλλα δεδομένα ἑνός ἀνθρώπου, δέν ἔχουν τόσο ἀποφασιστική σημασία, ὅταν πρόκειται νά κριθεῖ ἡ συνολική εἰκόνα τοῦ αὐθεντικοῦ καί γνήσιου προσώπου του, δηλαδή τῆς ἠθικῆς προσωπικότητάς του. Ὅσα ἄλλα προσόντα καί ἄν διαθέτει κανείς, ὅπως π.χ. εὐφυΐα, εὐγλωττία, εὐπρέπεια καί ἐν γένει τρόπους καλῆς συμπεριφορᾶς, δέν μπορεῖ νά ἐκφράσει μέ τόση πληρότητα καί ἀκαριαῖα τό πραγματικό βάθος του, ὅσο μέ τήν εὐγνωμοσύνη ἤ τήν ἀχαριστία.
Ἤδη ἐτυμολογικά ἡ λέξη «εὐ-γνωμοσύνη» μᾶς δείχνει καθαρά ὅτι δέν πρόκειται ἐδῶ γιά μιά φευγαλέα ἀγαθή ἐντύπωση. Μήτε γιά μιά εὐχάριστη μέν ἀλλά στιγμιαία καί πρόχειρη κρίση γιά τόν ἄλλο. Τό νά μορφώσεις γι’ αὐτόν μιά «καλή γνώμη», σημαίνει ὅτι τόν «ζύγισες» σταθερά καί προσεκτικά, ὥστε ὁ κίνδυνος ἄδικης καί λανθασμένης ἐκτιμήσεως νά εἶναι ὅσο γίνεται πιό μικρός.
Εἶναι προφανές ὅτι μιά νηφάλια καί προσεκτική κρίση μας γιά τόν ἄλλο, συνήθως δέν εἶναι ἀποτέλεσμα ἤ συμπέρασμα συλλογισμῶν, μετρήσεων ἤ ὑπολογισμῶν. Πρόκειται μᾶλλον γιά μιά διαισθητική «βυθομέτρηση» τῆς συνειδήσεως πού, σιωπηλά καί αὐθόρμητα, μᾶς ἐξασφαλίζει μιά ἀδιάσειστη βεβαιότητα γιά τήν ἠθική ἀξία ἤ ἀπαξία τοῦ ἄλλου, ἀπό τήν ἐν γένει σχέση καί ἐπικοινωνία μας μαζί του.
Σ’ αὐτό ἀκριβῶς τό σημεῖο θά πρέπει νά ποῦμε ὅτι ἀκόμη καί μιά πολύ μικρή λεπτομέρεια, μπορεῖ νά μᾶς πείσει γιά τήν «καλωσύνη» τοῦ ἄλλου, τήν ὁποία δέν δικαιούμαστε νά παραβλέψουμε. Καί δέν ὑπάρχει πιό χτυπητό παράδειγμα ἀπό τόν σχετικό λόγο τοῦ Χριστοῦ ὅτι ὀφείλουμε εὐγνωμοσύνη ἀκόμη καί ὅταν μᾶς προσφέρουν ἁπλῶς «ποτήριον ψυχροῦ ὕδατος» (πρβλ. Ματθ. 10,42).
Ἀλλά καί τό σοφό ἀρχαῖο ρητό ὅτι «τῇ ἀχαριστίᾳ ἕπεται ἡ ἀναισχυντία» σχολιάζει πολύ εὔγλωττα τήν ἀρνητική δύναμη πού περιέχει ἡ ἀχαριστία, ἀφοῦ ὅταν αὐτή προηγηθεῖ, τά πάντα πιά μπορεῖ κανείς νά περιμένει ἀπό τόν ἀχάριστο, πού δέν τόν σταματᾶ καμμία ἐντροπή, μήτε ἡ «δημοσία αἰδώς».
Ἔχοντας περιγράψει ἀνωτέρω ἐν συντομίᾳ τήν φύση καί τήν δύναμη εὐγνωμοσύνης καί ἀχαριστίας, μποροῦμε τώρα νά καταγράψουμε ἀδρομερῶς τό ποιός θά πρέπει νά θεωρηθεῖ δικαιοῦχος καί ἀποδέκτης τῶν ἐν λόγῳ αἰσθημάτων μας.
Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ πρός τόν Δημιουργό καί Προνοητή τῆς ζωῆς μας Θεό ὀφειλόμενη εὐγνωμοσύνη, εἶναι ἀπόλυτη, καί δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ ἡ πρός Αὐτόν ὀφειλή ὅλων τῶν κτιστῶν μέ ὁποιεσδήποτε ἄλλες εὐεργετικές σχέσεις μεταξύ των. Ἄλλωστε, καί αὐτές ἀκόμη σέ Ἐκεῖνον ὀφείλονται, σέ τελική ἀνάλυση.
Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο, τήν εὐγνωμοσύνη ἤ τήν ἀχαριστία μας θά ἐξετάσουμε στήν συνέχεια, πρωτίστως ἔναντι τοῦ Θεοῦ, καί κατ’ ἐπέκταση σέ ἄλλους «συγκυριακούς» καί «πεπερασμένους» ἀποδέκτες.
Τήν πρός τόν Θεό ὀφειλόμενη εὐγνωμοσύνη «κατά πάντα καί διά πάντα» θά ἑστιάσουμε συνοπτικά:
α) στό δῶρο τῆς ζωῆς,
καί
β) στό δῶρο τῆς ἀθανασίας.
Γιά νά ἐκτιμήσουμε πάντως σωστά τό δῶρο τῆς ζωῆς, ἀλλά καί τήν προοπτική τῆς αἰωνιότητας (ἀθανασίας), πρέπει νά ξεκινήσουμε ἀπό τό θεμελιωδέστερο δόγμα τῆς Γραφῆς. Νά θυμήσουμε δηλ. ὅτι ὁ Δημιουργός Θεός ἔκτισε τά πάντα «ἐκ μή ὄντων», ἀπό τό μηδέν!  Ὅλα λοιπόν τά κτιστά ἦλθαν ἀπ’ τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη, ὄχι αὐτομάτως, οὔτε καί στήν τύχη. Μήτε ὅμως καί ἀπό προϋπάρχουσα «χαώδη ὕλη» πού δῆθεν ἁπλῶς ἐτακτοποίησε ὁ Θεός ὡς σοφός ἀρχιτέκτονας.
Αὐτή ἡ λανθασμένη θεωρία τῶν Φιλοσόφων πού θεωροῦσαν τήν ὕλη ἄναρχη καί ἀθάνατη ὅπως καί ὁ Θεός, δέν συμβιβάζεται μέ τήν ἔννοια τοῦ Ἑνός Θεοῦ, ὡς Παντοδύναμου, Πανσόφου, Παναγάθου. Ἄν ὁ Θεός βρισκόταν «ἰσοδύναμος» μέ τήν ὕλη, θά εἴχαμε τόν ἀνταγωνισμό δύο δυνάμεων καί ὄχι ἀπόλυτα ἐλεύθερο τόν Δημιουργό νά κτίσει τά πάντα, ὄχι ἐξ ἀνάγκης ἀλλά ἀπό περίσσευμα ἀγάπης, ὥστε νά ἐκπληρώσουν ἕνα προαιώνιο σχέδιο πού ὀνομάζουμε θεία οἰκονομία. Στό σχέδιο αὐτό τῆς θείας οἰκονομίας τίποτε δέν εἶναι μάταιο, καί τίποτε περιττό. Ἀντιθέτως, ὅλα ἔχουν νά ἐκπληρώσουν μία προκαθορισμένη λειτουργία καί ἀποστολή. Ὁ δέ ἄνθρωπος πού ἐκτίσθη «κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν» Θεοῦ, ἔλαβε τό εἰδικό προνόμιο νά ἀπολαύσει τήν θεία μακαριότητα καί ἀθανασία, ὄχι γιατί τό ὑπαγορεύει ἡ (φθαρτή) φύση του, ἀλλά γιατί αὐτό εἶναι τό θέλημα καί ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ πού ὀνομάζουμε χάρη. Καί λέγεται «χάρις» ἐπειδή δέν παρέχεται ὡς μισθός ἤ ἀνταμοιβή, ἀλλά χωρίς ἀντίκρυσμα, τελείως χάρισμα!
Μέ αὐτά τά δεδομένα ὁ Ἀπ. Παῦλος, ἀπευθυνόμενος ὄχι μονάχα σ’ ὁλόκληρο τόν λαό τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί στόν κάθε ἄνθρωπο χωριστά, σπεύδει νά τοῦ θυμίσει ὅτι ὀφείλει τά πάντα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ:  «Τί δέ ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες; εἰ δέ καί ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβών;»
(Κορ. Α΄, 4,7)
Μέσα σ’ αὐτή τήν γενική ἀτμόσφαιρα «εὐδοκίας» γιά ὅλους, ὅπως τήν θέλησε ὁ φιλάνθρωπος Δημιουργός καί Προνοητής τοῦ παντός, μποροῦμε ἀσφαλῶς νά διακρίνουμε καί τίς μεταξύ τῶν κτιστῶν προκύπτουσες σχέσεις, καί νά ἐπισημάνουμε χώρους ὅπου ἐξειδικεύεται ἡ εὐγνωμοσύνη μας -μετά τόν Θεό- τούς ἑξῆς χονδρικῶς:
1) Στούς συνανθρώπους μας, τούς ἐγγύς καί τούς μακράν.
2) Στήν γύρω μας φύση, ἀλλά καί στήν κοινωνικο-πολιτιστική πραγματικότητα.
3) Στόν ἴδιο τόν ἑαυτόν μας, ὡς φορέα δωρημάτων καί εὐεργεσιῶν.
🔺Ένα πολύ αποκαλυπτικό κείμενο του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού το οποίο μας έστειλε αγαπημένος Αρχιερεύς για να μας θυμίσει τα χάλια της εποχής  μας. 
«Φωνή τῆς Ὀρθοδοξίας»,Μάρτιος 2006
Ἐπίσημος Ἔκδοσις Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Αὐστραλίας