«Η ΠΟΛΛΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ…»

«Η ΠΟΛΛΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ…»

Υπό Σελίμου Β. Παναγιώτου

Το θέμα της οικονομίας μέσα στην Εκκλησία, είναι κάτι που εύκολα παρεξηγείται από πολλούς και μάλιστα κάποιες φορές από ανθρώπους χωρίς καν τη στοιχειώδη θεολογική κατάρτιση, άλλες δε, από «θεολόγους» με διαστρεβλωμένες θεολογικές, ή καλύτερα αθεολόγητες, θέσεις και προϋποθέσεις. Θέτοντας μια βάση και αφετηρία, η οποία θα οφείλει εν πρώτοις να είναι κοινώς αποδεκτή, επισημαίνουμε πως σε καμία περίπτωση η οικονομία δεν τίθεται επί δογματικών ζητημάτων, παρά μόνον επί της ποιμαντικής προσεγγίσεως του πιστού. Σήμερα, εντούτοις, παρατηρείται μια ελαστικότητα από πλευράς θεολογικής, για χάρη, όπως καλείται, του κοινού καλού και της διασφάλισης της δημόσιας υγείας.

Όσο βέβαια αυτή η τακτική συνεχίζεται, τόσο υποτιμάται ο ρόλος της Εκκλησίας και τόσο αυτή ταυτίζεται με το κοσμικό φρόνημα που διέπει τις κοινωνίες των ανθρώπων, με αποτέλεσμα, αντί ο κόσμος να εκκλησιάζεται, η εκκλησία να εκκοσμικεύεται. 

Ο πατερικός λόγος παραγκωνίζεται και η Παράδοση δεν υπολογίζεται, ωσάν να είναι κάτι, το οποίο δεν έχει θέση στο σήμερα. Η ιερά Παράδοση, όμως, είναι ζώσα και εάν υπάρχει κάτι, το οποίο δεν απηχεί στον άνθρωπο της κάθε εποχής, τότε αυτό απλά δεν ανήκει στην Παράδοση. Έτσι βρίσκουν πατήματα, εκείνοι οι οποίοι κρίνουν τα πάντα με στείρο ορθολογικό πνεύμα, να επιτίθενται στην Εκκλησία με την κάθε ευκαιρία. Και πάντοτε η συζήτηση καταλήγει στο επίμαχο θέμα της Θείας Ευχαριστίας. 

«Υποτάσσουμε τα πάντα στην αγάπη» διάβασα κάπου πρόσφατα. Αδιαμφισβήτητα, ωραίο σλόγκαν! Θεολογικό όμως; Μα ποια αγάπη; «Την αγάπη στον συνάνθρωπο!», θα σπεύσουν να απαντήσουν οι αγαπούληδες του μεταπατερικού στοχασμού.

 Και προκύπτει, λοιπόν το ερώτημα, πως θα αγαπήσεις πραγματικά τον συνάνθρωπο, ως αδελφό σου εν Χριστώ, με την αγάπη, δηλαδή, που διδάσκει το Ευαγγέλιο, όταν δεν έχεις γνωρίσει και αγαπήσει τον Θεό; 

Όταν ο Κύριος ρωτήθηκε από έναν νέο για το ποια εντολή είναι μεγαλύτερη, Εκείνος του απήντησε «γαπήσεις Κύριον τν Θεόν σου ξ λης τς καρδίας σου κα ξ λης τς ψυχς σου κα ξ λης τς διανοίας σου κα ξ λης τς σχύος σου», και συνέχισε λέγοντας πως μετά από αυτή την πρώτη εντολή, δεύτερη είναι το να αγαπάς τον αδελφό σου ως εαυτόνΑυτή είναι η σειρά. Η αγάπη για τον αδελφό περνά μέσα από τον Θεό και όχι το αντίθετο, γιατί τότε εγκλωβίζουμε τον Θεό μέσα στην κτιστότητα, μη μπορώντας να αναχθούμε στην αιτία της κτίσης, στον Δημιουργό Θεό. Δεν μπορεί, επομένως να υπάρξει η αγάπη του Ευαγγελίου, όταν δεν υπάρχει η αλήθεια, η οποία είναι ο ίδιος ο Χριστός κατά τον λόγο Του «Εγώ ειμί η Αλήθεια». Η αγάπη δεν αποτελεί προϋπόθεση, αλλά αποτέλεσμα, καρπό του Αγίου Πνεύματος, κατά τον Απόστολο Παύλο, καρπό του Πνεύματος της Αληθείας. «Γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς».Εάν ο άνθρωπος δεν γνωρίσει την αλήθεια, τον Ίδιο τον Ιησού Χριστό, τότε δεν θα μπορέσει να απεγκλωβιστεί από την συμβατικότητα αυτού του κόσμου. Τότε όντως ο θάνατος και ο φόβος του θανάτου θα αποτελεί για αυτόν το αιώνιο και άλυτο πρόβλημα του. Τότε η βιολογική ζωή και το πάση θυσία γάντζωμα μας από αυτή, θα είναι το κυριότερο και υψηλότερο αγαθό. Αυτό θα είναι το παν! Μπρός σε αυτή την επίτευξη ο άνθρωπος είναι ικανός να υποφέρει και να βασανίζεται, αρκεί να γνωρίζει πως ακόμη η καρδιά του χτυπά, έστω κι αν αυτό γίνεται με μηχανική υποστήριξη. Του αρκεί να ξέρει πως είναι ζωντανός. Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί φοβάται το μετά, το πέραν του τάφου, το άγνωστο. Γιατί δεν νοιάστηκε ποτέ να μάθει αν και τί υπάρχει μετά. Γιατί εάν νοιαζόταν για το μετά, θα ήξερε πως αυτό ξεκινά ήδη πριν το τάφο, ξεκινά από την εδώ ζωή. Θα ήξερε πως το να αναπνέεις, να τρως, να κοιμάσαι, να δουλεύεις κλπ, δε σε κάνουν όντως ζωντανό. Ο άνθρωπος που εγκλωβίζεται μέσα σε αυτά και δεν βλέπει τίποτε παραπέρα, είναι ήδη νεκρός πνευματικά. Ο άνθρωπος, ο οποίος πέρα από την βιολογική λειτουργία του σώματος του, δεν νοιάστηκε για την υγεία της ψυχής του, είναι ήδη ασθενής. Είναι σκληρό, μα η υγεία, έτσι όπως νοείται σήμερα, δεν είναι το παν! Ποιος, όμως, βγήκε να μιλήσει για όλα αυτά; Ποιος νοιάστηκε για την πνευματική μας υγεία, όταν μας απέκοψαν από την συμμετοχή μας στα Ιερά Μυστήρια; Το κράτος δεν θα νοιαστεί για αυτά. Αυτή είναι μέριμνα της Εκκλησίας. (Να διευκρινίσουμε, πως όταν λέμε «Εκκλησία», δεν εννοούμε την εκάστοτε Ιεραρχία). 

Το άσχημο είναι πως όλα αυτά περνούν μες στους κόλπους της Εκκλησίας και λέγονται από ανθρώπους που δεν θα έπρεπε να λέγονται. Λαμβάνονται αποφάσεις ασυμβίβαστες με το ορθόδοξο φρόνημα κι αν κάποιος πει καμία κουβέντα, αμέσως χαρακτηρίζεται ως«χριστιανοταλιμπάν» και ζηλωτής. Μα, ο Ίδιος ο Θεός στην Π. Διαθήκη δεν ονομάζεται ζηλότυπος, στο βιβλίο του Δευτερονομίου; Ο Ίδιος ο Κύριος δεν λέγει στην Αποκάλυψη, πως θα είμεθα είτε ψυχροί, είτε θερμοί, γιατί τους χλιαρούς θα τους εμέσει; Ανέκαθεν το ιερατικό αξίωμα δεν μπορούσε να συμφωνεί με το βασιλικό – εξουσιαστικό, πλην της περιπτώσεως του Χριστού, στου Οποίου το πρόσωπο, το ιερατικό, το βασιλικό και το προφητικό αξίωμα δρουν εν πλήρη αρμονία, καθώς πηγάζουν από τον μόνον φύσει Βασιλέα και Αρχιερέα.

Έρχεται, λοιπόν, η στιγμή που ευρισκόμεθα μπροστά στο σταυροδρόμι της επιλογής. Να επιλέξουμε τον κόσμο, ή τον Θεό; Εκεί χρειάζεται δύναμη ψυχής. Χρειάζεται να ξέρουμε πως αν επιλέξουμε το Θεό θα σταθούμε ενώπιον το κόσμου, με συνέπειες βαριές και τιμήματα σκληρά. Πρέπει, όμως, να ξέρουμε ότι και κανείς από αυτούς που επέλεξαν τον Θεό, δεν ζημιώθηκε. Η εξουσία του κόσμου τούτου θα πάψει κάποτε, άρχοντες και αρχόμενοι θα σταθούμε ίσοι ενώπιον του Θεού, χωρίς κανένα μας κοσμικό επίτευγμα να μας συντροφεύει, πλην της πίστεως. Εκεί θα φανούν όλα. 

Κάποιοι θα πουν «είσαι υπερβολικός, κινδυνολογείς και τρομοκρατείς τον κόσμο» κλπ, αυτά που συμβαίνουν όμως, άλλα φανερώνουν κι εμείς μπροστά στην απειλή στεκόμαστε απαθείς. Είναι εποχή μαρτυρίας και μαρτυρίου. Λέμε «όλα τα επιτρέπει ο Θεός». Μα φυσικά ό, τι γίνεται, γίνεται επειδή το επιτρέπει ο Θεός, αλλά μην αποποιούμαστε των ευθυνών μας, ρίχνοντας αυτές στον Θεό. Αυτό είναι το προπατορικό αμάρτημα το οποίο διαιωνίζουμε.

Αρνούμαστε την θεολογία μας και την Παράδοση μας, προσπαθώντας να συμβιβάσουμε πράγματα ασυμβίβαστα εκ διαμέτρου.  Το μόνο, λοιπόν, που μας απέμεινε, είναι να πάρουμε από ένα κουβά ασβέστη και να μπούμε μες στις Εκκλησίες. Να ξεκινήσουμε από την κόγχη του Ιερού Βήματος, εκεί που αγιογραφούνται οι Πατέρες που δογμάτισαν χωρίς να λογαριάζουν άρχοντες και εξουσίες, αφού εμείς απορρίπτουμε την θεολογία τους και κάνουμε δική μας, προσαρμόζοντας την στα σημερινά κοινωνικά δεδομένα, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην Πολιτική θεολογία (μη μας ξενίσει εάν ακούσουμε σε λίγο καιρό τον τίτλο «η θεολογία στην εποχή του Κορωνοιού», πλέον όλα να τα περιμένουμε). 

Να τους ασβεστώσουμε αφού δεν έχουν θέση σήμερα. Βάζουμε την κάθε ΚΥΑ πάνω από τις Οικουμενικές Συνόδους. Ακούμε ανθρώπους άγευστους θεολογίας να μας λένε να μην προσκυνάμε τις Αγίες Εικόνες, τα ιερά λείψανα, το χέρι του ιερέα, βαφτίζοντας την βλασφημία ως υπακοή. Μετά να συνεχίσουμε ασπρίζοντας τους μάρτυρες, οι οποίοι δεν δίστασαν να χύσουν το αίμα τους για την πίστη τους, δίχως να προσπαθούν να συμβιβάσουν κράτος και Θεό, χωρίς διπλωματίες, χωρίς σκόντο και εκπτώσεις στα της πίστεως κι όλα αυτά επειδή στα αυτιά τους αντηχούσαν διαρκώς ο λόγος του Κυρίου «Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν» και οι μακαρισμοί «μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.  μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ». Τέλος να ασβεστώσουμε όλους τους ομολογητές και τους Οσίους, τον Μάξιμο τον Ομολογητή, έναν απλό καλόγηρο που στάθηκε απέναντι στην τότε «εκκλησία», όλους εκείνους που για την πίστη και την αγάπη του Χριστού, της μόνης Αλήθειας σε αυτό τον κόσμο, δεν σκέφτηκαν το τι θα πουν οι άνθρωποι, αλλά κήρυτταν το λόγο του Ευαγγελίου, χωρίς να τους νοιάζει ούτε αυτή η ίδια τους η ζωή, γιατί γνώριζαν πως ακόμη κι αυτή δεν τους ανήκει. Είχαν στο νου τους το «πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα».

Τώρα, λοιπόν, χωρίς να έχει υπάρξει απαγόρευση στο θέμα της Θείας Κοινωνίας – και ο Θεός να δώσει να μην ζήσουμε αυτήν την τραγωδία – το Σώμα και το Αίμα του Χριστού πιάνεται στα βέβηλα χείλη όλων εκείνων των θεομάχων που στοχοποιούν όσους προσέρχονται στο Μυστήριο της Ζωής. Η μία παραχώρηση φέρνει την άλλη και όσο δίνουμε δικαιώματα, αυτοί οι άνθρωποι δε θα πάψουν μέχρι να αλλάξουν, τουλάχιστον, τον τρόπο της Θείας Μεταλήψεως, εάν δεν καταφέρουν να την καταργήσουν τελείως. Ας προσέχουμε, λοιπόν που σταματά η οικονομία και που αρχίζει η «παρανομία», που τελειώνει η υπακοή και που ξεκινά η ασέβεια

Καλή μετάνοια και καλή απολογία ενώπιον του φοβερού Βήματος του Κυρίου!