“Πολύ αργά για δάκρυα, Στέλλα”

“Πολύ αργά για δάκρυα, Στέλλα”

Υπό Κωνσταντίνου Βαθιώτη/ Αν. Καθηγητή Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ.

Δυστυχώς μία ακόμη φυσική καταστροφή κατέδειξε τον κοινό παρονομαστή που ενοποιεί διαχρονικά όσες μετακαποδιστριακές κυβερνήσεις βρέθηκαν στο τιμόνι της εξουσίας: Η μεν προηγούμενη κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει το στοιχείο της φωτιάς, η δε παρούσα κυβέρνηση ήρθε προσφάτως αντιμέτωπη με το στοιχείο του νερού αλλά ήδη προ μηνών και με εκείνο του αέρα λόγω μετάδοσης του κορωνοϊού. Το τέταρτο στοιχείο που απομένει να δραστηριοποιηθεί είναι εκείνο της γης, δηλ. σε επίπεδο φυσικής καταστροφής ένα χτύπημα του Εγκέλαδου (ό,τι πρέπει για μάθημα προς τους αν-εγκέφαλους).

Το πρωταρχικό χαρακτηριστικό γνώρισμα που προκύπτει από την διαχείριση της εκάστοτε κρίσεως –ανεξαρτήτως της ειδικότερης causa prima (του αέρα / της φωτιάς / του νερού / της γης) η οποία οδήγησε στην καταστροφή– είναι ο πανομοιότυπος τρόπος αντίδρασης που υιοθετεί κάθε κυβέρνηση της ελληνικής μπανανίας: Ένεκα του υψηλού πολιτικού κόστους, οι διαχειριστές της κρίσης επιχειρούν να εμφανίσουν εαυτούς ως “αθώες περιστερές” που έκαναν και με το παραπάνω ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να ελαχιστοποιήσουν τις απώλειες και να σώσουν όσο περισσότερες ζωές μπορούσαν. Η δε κυβέρνηση που προηγουμένως δεχόταν τα πυρά για την εσφαλμένη διαχείριση της κρίσης από την αξιωματική αντιπολίτευση αλλάζει αμοιβαία ρόλους με την τελευταία: τώρα είναι εκείνη που ως αξιωματική αντιπολίτευση κατηγορεί την παρούσα κυβέρνηση ότι “τα έκανε θάλασσα”. Κι όπως ο αρχηγός εκείνης, έτσι και ο νυν αρχηγός εμφανίζονται στον τόπο της καταστροφής αφ’ ενός να θρηνούν περιπλανώμενοι ενώπιον του “ρουφιάνου” φακού ανάμεσα στα συντρίμμια, αφ’ ετέρου να δηλώνουν post festum συμπαράσταση προς τους πληγέντες.

Η παροιμία, λοιπόν, που πρέπει να μπαίνει ως λεζάντα την επομένη της καταστροφής, ημέρα συμπίπτουσα πάντοτε με τις ψευδοπαρηγορητικές δηλώσεις των πολιτικών, είναι η εξής: “Να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι”. Πρόκειται για παροιμία που έχει και κάποιο ποινικό υπόστρωμα: Λόγω της προγενέστερης παραλείψεώς του, ο δράστης έχει ιδαίτερη νομική υποχρέωση αποτροπής του εγκληματικού αποτελέσματος. Μόνο που, όταν έχει ξεσπάσει πάνω στον άνθρωπο η φύση, το αποτέλεσμα έχει ήδη επέλθει. Συνεπώς, εξ επόψεως Ποινικού Δικαίου την τιμητική της έχει μια άλλη γνωστή φράση: “πολύ αργά για δάκρυα, Στέλλα” – όπου Στέλλα: ο Αλέξης, ο Κυριάκος κ.ο.κ.

Παρεμπιπτόντως: Θα υπάρξει, άραγε, άλλος πρωθυπουργός μετά τον Κυριάκο ή θα είναι ο τελευταίος αυτής της ψυχορραγούσης δυστοπικής κοινωνίας στην οποία (επι)ζούμε οριακά και σε λίγους μήνες ακόμη πιο οριακά, λιμού λοιμόν διαδεχομένου;

Αλήθεια, πόσο μονότονο και εμετικό είναι αυτό το επαναλαμβανόμενο “θέατρο σκιών” στο οποίο συμμετέχουν αιώνες τώρα οι εναλλασσόμενοι πολιτικοί υπηρέτες του ίδιου και απαράλλαχτου σεσηπότος πολιτικού συστήματος! Λες και περιμένουν την εκάστοτε καταστροφή για να πατήσουν ένα νοερό κουμπί, ώστε να ενεργοποιηθεί ο τυποποιημένος μηχανισμός διαχείρισης προς αυτο-δικαιολόγηση και ετερο-ψευδοεφησυχασμό. Το θέαμα του σημερινού πρωθυπουργού και των συνεργατών του να περπατούν και να μιλούν μασκοφορεμένοι, προφανώς με δυσθεώρητο έλλειμμα αυτοεκτίμησης: Horribile dictu, horribile visu! Κι όσο κι αν κάποιοι χασκογελούν, όταν στις συζητήσεις επανέρχεται αραιά-πυκνά το όνομα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει την πρόρρησή του ότι θα έρθει καιρός που θα σας κυβερνούν τα άλαλα και τα μπάλαλα. Άλαλα δεν είναι στην ουσία όλα αυτά τα όντα που φορούν μάσκα και για να καταλάβεις τι λένε πρέπει να έχεις τεντωμένα τα αφτιά σου; (Και φυσικά, άλαλα είναι και τα χείλη των ασεβών που προσκυνούν τις εικόνες φορώντας μάσκα).  Ίσως, βεβαίως, αυτήν την φορά η χρήση μάσκας κατά την περιοδεία στις πληγείσες περιοχές να υποδήλωνε για πρώτη φορά μια εκ της μασκοφορίας συμπερασματικά συναγόμενη αλήθεια: πάντοτε οι πολιτικοί ήσαν μασκαράδες, τώρα όμως προχωρούν στην υπόρρητη ομολογία, αφού δεν αισχύνονται να φορούν μάσκες “φόρα παρτίδα”.

Σε ό,τι αφορά την ποινική αξιολόγηση της διαχείρισης της συγκεκριμένης κρίσης, επαναλαμβάνεται δυστυχώς το ίδιο φαινόμενο που παρατηρούμε και κατά την διαχείριση της υγειονομικής κρίσης εδώ και επτά μήνες: “Τραγική διαχείριση τραγικών διλημμάτων” (βλ. την ανάλυση του γράφοντος εις: Κυριακάτικη Δημοκρατία, 19.7.2020, σελ. 07β/23) σε φόντο αντιφάσεων, ασαφειών και τρομολαγνικών βερμπαλισμών.

Όπως οι μάσκες είχαν αρχικώς κριθεί περιττές ή και επικίνδυνες αλλά σταδιακώς επεβλήθησαν σε όλους μας σαν μόνιμο απάνθρωπο αξεσουάρ (κι ας το ονόμασαν “φιλάνθρωπο” κάποιοι ταχυδακτυλουργοί της οργουελικής “Νέας Ομιλίας”), έτσι και με τον αριθμό 112: Πέρσι ο πρωθυπουργός διερρήγνυε τα ιμάτιά του ότι είναι αδιανόητο να χαθεί έστω και μία ζωή επειδή δεν ειδοποιήθηκε ο πολίτης μέσω γραπτού μηνύματος, φέτος όμως ο Υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας και Διαχείρισης Κρίσεων (sic) απεφάνθη ότι, «αν λειτουργούσε το 112, θα είχαμε “εκατόμβη νεκρών”».

Τον τελευταίο όρο-πομφόλυγα τον εμπεδώσαμε καλά κατά τις μονότονες περιγραφές των αργυρώνητων ΜΜΕ σχετικά με την εξολόθρευση του ιταλικού πληθυσμού από τον κορωνοϊό. Κι όπως ο κορωνοϊός απεκλήθη επανειλημμένως “φονικός ιός”, έτσι και αυτές τις ημέρες επιστρατεύθηκε η αντίστοιχη ορολογία για την επελθούσα καταστροφή, με δράστη θηλυκού γένους την “φονική πλημμύρα”, λες και οι άψυχες οντότητες ή τα στοιχεία της φύσεως εμφορούνται από άμεσο δόλο α΄ βαθμού. Ως εκ τούτου, η συγκριτική ανάλυση της επιλεγείσας φρασιολογίας καθιστά επιτακτικό τον επανέλεγχο πολλών δεδομένων που χιλιάδες πολίτες εκλαμβάνουν ως ακλόνητα, απλώς και μόνο επειδή τους τα σερβίρουν τα τηλεοπτικά φρικιά.

Ο κ. Χαρδαλιάς, αντί να εμφανίζεται πάντοτε φρεσκολουσμένος και φρεσκοχτενισμένος λανσάροντας την χρήση μάσκας μπροστά στις κάμερες και αντί να απαθανατίζεται σε κέντρα διασκέδασης λίγο προτού επανέλθει στο προσκήνιο για να μας πατά με την “σιδερένια φτέρνα” του (βλ. το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζακ Λόντον), καταπατώντας τα θεμελιώδη δικαιώματά μας, θα ήταν προτιμότερο να έχει αποσυρθεί προς βαθιά μελέτη εγχειριδίων που αναλύουν την στρατηγική για την διαχείριση των κρίσεων αλλά και κάποιων άλλων που παρουσιάζουν διεξοδικά τις επιμέρους κατηγορίες τραγικών διλημμάτων καθώς και τις ποινικές ευθύνες που ανακύπτουν από την άστοχη διαχείρισή τους.

Εκείνο που προέχει τώρα είναι να διερευνηθεί γιατί δεν αξιοποιήθηκε (όχι απλώς εν γένει, αλλά την κατάλληλη στιγμή) ο εν λόγω τριψήφιος αριθμός και, βεβαίως, κατά πόσον αληθεύει ο ισχυρισμός του διαχειριστή της κρίσης ότι «έχουμε πέντε νεκρούς και τρεις από αυτούς έχασαν την ζωή τους στην προσπάθεια να φύγουν. Αν λειτουργούσε το 112, θα είχαμε εκατόμβη νεκρών». Η τελευταία εικασία, βεβαίως, απάδει προς την κοινή λογική, αφού ακυρώνει τον προορισμό του 112: Αν η έγκαιρη προειδοποίηση του πολίτη μπορεί να θεωρηθεί ότι αντενδείκνυται για την πρόληψη μιας συμφοράς, τότε γιατί θεσπίσθηκε ως υπηρεσία προστασίας του πολίτη; Μήπως καλύτερα να την καταργήσετε;

Σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η μη λειτουργία του 112 έσωσε το μεγάλο πλήθος στις πλάτες των 8 αποβιωσάντων –εκδοχή, ωστόσο, που ηχεί εξωπραγματική–, τότε πρόκειται για την εφαρμογή της τέταρτης κατηγορίας τραγικών διλημμάτων (του τύπου “ο θάνατός σου – η ζωή μου”), όπου, όταν όλοι είναι εν δυνάμει θύματα και ο διαχειριστής της κρίσης επιλέγει να θυσιάσει κάποια από αυτά (εν προκειμένω διά παραλείψεως), κατά μίαν άποψη δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί άδικη πράξη (εφόσον έχουν εφαρμοσθεί κάποια πρακτικά-αντικειμενικά κριτήρια διασφαλιστικά μιας δίκαιης κρίσεως) ή πάντως, βάσει του άρθρου 33 ΠΚ, οι θάνατοι δεν θα καταλογισθούν εις ενοχήν του διαχειριστή της κρίσης (επ’ αυτού βλ. Τραγικά διλήμματα στην εποχή του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”. Από τη σανίδα του Καρνεάδη στο “Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού”, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2010, σελ. 45 επ.).

Αν, όμως, οι διαχειριστές παρέλειψαν να κάνουν χρήση του 112 την κατάλληλη στιγμή, παρότι αυτό ήταν εφικτό και ταυτοχρόνως εγγυάτο την σωτηρία όλων των απειλουμένων από την πλημμύρα πολιτών, τότε ο θάνατος των 8 είναι προϊόν της εσφαλμένης διαχείρισης της εν θέματι κρίσης και οι υπεύθυνοι φέρουν ευθύνη τουλάχιστον για ανθρωποκτονία εξ αμελείας κατά συρροήν. Ανάλογα δε με την τυχόν επιδειχθείσα αδιαφορία των υπευθύνων θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα στοιχειοθέτησης και της θανατηφόρας εκθέσεως (άρ. 306 παρ. 2 ΠΚ), με την εξής όμως δογματική δυσκολία: όποιος δεχθεί ότι οι υπεύθυνοι διαχειριστές είχαν ενδεχόμενο δόλο διακινδύνευσης της ζωής των άτυχων πολιτών, θα δυσκολευτεί να υποστηρίξει πειστικά ότι ως προς τον επελθόντα θάνατό τους υπήρξαν ενσυνειδήτως αμελείς, διότι όταν η κινδυνογόνος εστία εκπορεύεται από στοιχεία της φύσεως, όπως είναι η φωτιά και το νερό, τότε ο δράστης δεν μπορεί κατά κανόνα να επικαλεσθεί έναν σοβαρό λόγο στον οποίο στήριζε την ελπίδα ή την πίστη του ότι το εγκληματικό αποτέλεσμα θα απολειπόταν. Συνεπώς, αν επί τάπητος τεθεί η θανατηφόρα έκθεση, τότε η ποινική λαβίδα θα πρέπει να επεκταθεί και προς την πλευρά της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. Η ίδια σκέψη φυσικά ισχύει mutatis mutandis και για την ποινική μεταχείριση των υπευθύνων που διαχειρίσθηκαν την πυρκαϊά στο Μάτι (ανεξάρτητα από την εκεί ασκηθείσα ποινική δίωξη).

Για να δούμε τώρα τι έχει σειρά: το τέταρτο στοιχείο, πολεμική σύρραξη ή λιμός;