Ωρεών Φιλόθεος: Ο Απ. Παύλος γινόταν «η μέριμνα πασών των Εκκλησιών»

Ωρεών Φιλόθεος: Ο Απ. Παύλος γινόταν «η μέριμνα πασών των Εκκλησιών»

ΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΕΠΙ Τῌ ΕΟΡΤῌ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
Ἱ. Ναός Ἁγίου Παύλου ὁδ. Ψαρῶν Ἀθηνῶν
Δευτέρα 29 Ἰουνίου 2020

Ὑπακούοντας στήν ἀπόφαση τοῦ ἱεροῦ καί σεβασμίου Συνοδικοῦ σώματος, Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμε, σεπτέ Προκαθήμενε τῆς ἐν Ἑλλάδι παροικούσης Ἐκκλησίας καί τιμιώτατε Πρόεδρε τοῦ κατά τήν Ἀθήνα εὐχαριστιακοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀνέλαβα τήν διακονία τοῦ λόγου στήν σημερινή λειτουργική σύναξη ἐπί τῇ ἑορτῇ τοῦ πρωθιεροκήρυκος τῆς πίστεως Ἁγίου ἐνδόξου Ἀποστόλου Παύλου, «οὐχ ὡς ἄξιος ὑπάρχων» -«ἐπιταγήν γάρ πεπλήρωκα»- ἀλλά προκειμένου νά μή «δεθεῖ» ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος κατά τήν ἔκφραση τοῦ τιμωμένου Ἁγίου «οὐ δέδεται». Γι᾿ αὐτό καί ζητῶ, Μακαριώτατε, τήν πατρική Σας εὐχή καί εὐλογία, ὥστε ὁ λόγος αὐτός νά καρποφορήσει στίς ὑπάρξεις ὅλων ὅσοι συναχθήκαμε σήμερα γιά νά λάβουμε Χάρη Θεοῦ καί νά ζήσουμε τήν ἑνότητά μας μέ τόν Χριστό καί μεταξύ μας.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, σεβαστοί πατέρες, ἐντιμότατοι ἄρχοντες καί εὐλαβέστατοι ἀδελφοί, ὑπῆρξε κλητός καί ἐκλεκτός Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ. Στήν κλήση τήν ὁποία τοῦ ἀπηύθυνε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός δέν στάθηκε «ἀπειθής», ἀλλά ἔχοντας τήν βεβαιότητα ὅτι ὁ καλῶν καί λαλῶν εἶναι ὁ ἀναστάς Κύριος, ἔγινε πιστός ἀκόλουθός Του καί φλογερός ἀπόστολος τοῦ Εὐαγγελίου Του.

Ἡ ἀνταπόκρισή του στήν πρόσκληση αὐτή τοῦ Χριστοῦ, ὑπῆρξε καρπός ἀποδοχῆς τῆς ἀγάπης Του «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας του καί ἐξ ὅλης της ψυχῆς του καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας του καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος του», τήν ὁποία δέν ἔπαυε νά ὁμολογεῖ διαρκῶς: «ἐν πίστει ζῶ τῇ του Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καί παραδόντος ἑαυτόν ὑπέρ ἐμοῦ».

Ἀγάπησε ὁ Παῦλος τόν Χριστό, ἀφοῦ πρῶτα Τόν ἀποδέχθηκε στή ζωή του. Χαιρόταν τήν παρουσία Του στήν καθημερινότητά του, μποροῦσε νά Τόν συναντᾶ στίς ἀτελείωτες ὁδοιπορίες του στούς δρόμους τοῦ κόσμου, νά Τόν ἀφουγκράζεται τήν ὥρα τοῦ κηρύγματος, νά Τόν ἀναγνωρίζει στά πρόσωπα τῶν ἀκροατῶν του, νά Τόν κοινωνεῖ στήν σύναξη τῆς κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας πού δημιουργοῦσε, νά μήν θεωρεῖ τίποτα ἱκανό νά τόν χωρίσει ἀπό αὐτή τήν ἀγάπη: «τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλίψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός ἤ λιμός ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα;».

Γι᾿ αὐτό καί μποροῦσε νά στέκεται μέ παρρησία καί δύναμη «ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν πληγαῖς ὑπερβαλλόντως, ἐν φυλακαῖς περισσοτέρως, ἐν θανάτοις πολλάκις», ὁμολογῶντας ὅτι αὐτή ἡ δύναμη δέν ὀφειλόταν στόν ἴδιο καί τίς ἱκανότητές του, ἀλλά κυρίως στήν μεταμορφωτική Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ὑπέρ ἀρκετή στόν διάκονο τοῦ Εὐαγγελίου, γιά νά τόν κρατήσει ὄρθιο τήν ὥρα τῶν πειρασμῶν καί τῶν δυσκολιῶν, τῶν παθημάτων καί τῶν κινδύνων πού προέρχονται «ἐκ ληστῶν… ἐκ γένους…, ἐξ ἐθνῶν…, ἐκ ψευδαδέλφων…», ἀλλά πού μέσα ἀπό τήν ἐμπιστοσύνη στόν Ζῶντα Θεό, ὁ Ὁποῖος βεβαιώνει ὅτι «ἡ δύναμίς μου εν ἀσθενείᾳ τελειοῦται», ὑπερβαίνονται καί νικῶνται. «Τό νά εἶσαι χριστιανός σημαίνει νά ἐμπιστεύεσαι τό ζωντανό Θεό, δηλαδή τόν Θεό ὁ ὅποιος ἀσταμάτητα ἀγαπᾶ καί ἀσταμάτητα ἐργάζεται».

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὑπῆρξε ἀπόλυτα βέβαιος γι᾿ αὐτή τήν πατρική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί γι᾿ αὐτό ἀγωνίστηκε, θεολόγησε, κήρυξε, ἔτρεξε παντοῦ καί μαζί του «ἔτρεχε καί δοξαζόταν» καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καί ἔτσι τό ἔργο του ἀπέκτησε αἰώνια προοπτική, ἀφοῦ ἀκόμη καί ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη καί ἡ προσωπική του ἄσκηση πραγματώνονταν στά πλαίσια τῆς διαφύλαξης, ἐπαύξησης καί περιφρούρησης τῆς σχέσης του μέ τόν Χριστό.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶχε ἀκούσει καί εἶχε ἀποδεχθεῖ τήν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ «Υἱέ, δός μοι σήν καρδίαν», καί ἐπειδή ἀκριβῶς εἶχε προσφέρει τήν ὕπαρξή τοῦ ἁπλόχερα στό Χριστό, ζοῦσε μέσα στή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ πραγματικότητα ἀποκαλυπτόταν καί στή σχέση του μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, γιατί ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ γίνεται ἀληθινός καί ἡ ἀλήθεια δέν μπορεῖ παρά νά πραγματώνεται «ἐν ἀγάπῃ» μέσα ἀπό τήν φροντίδα τοῦ ἄλλου, ἀφοῦ μόνον ἔτσι μπορεῖς ν᾿ ἀγωνιστεῖς γιά νά ζήσεις τό γεγονός τῆς σχέσης, τό γεγονός τῆς κοινότητος, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Νά γιατί δέν δίσταζε ὁ Παῦλος νά ὁμολογεῖ ὅτι κορυφαία πράξη του ὑπῆρξε τό νά γίνεται ὁ ἴδιος «ἡ μέριμνα πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν», δίχως νά ἐμποδίζεται ἀπό πάθη, ἀδυναμίες, προβλήματα καί ἀστοχίες, πού συνέχεια προκύπτουν στόν ἀγῶνα τῆς χριστιανικῆς βιοτῆς.

Αὐτό τό παράδειγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἀδελφοί, σέ σχέση μέ μᾶς, τούς σύγχρονους χριστιανούς, θά πρέπει ἀσφαλῶς νά μᾶς προβληματίσει, ὡς πρός τό ἄν λειτουργοῦμε σάν κοινότητα, ἄν ἔχουμε αὐτό τό κοινοτικό πνεῦμα. Δηλαδή, ἄν ἔρχεται τό περίσσευμα τοῦ ἑνός νά συμπληρώνει τό ὑστέρημα τοῦ ἄλλου καί τό περίσσευμα τοῦ δευτέρου τό ὑστέρημα τοῦ πρώτου «ὅπως γένηται ἰσότης», κατά τήν ἔκφραση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἡ ἀπάντηση σ᾿ αὐτά τά ἐρωτήματα πρέπει ὁπωσδήποτε νά μᾶς προβληματίσει, κυρίως ἐπειδή αὐτή ἡ ἔλλειψη κοινοτικοῦ πνεύματος καί κυρίως κοινοτικοῦ τρόπου ζωῆς, ὅπου παρουσιάζεται, πιθανόν νά ὀφείλεται στή σύγχρονη πραγματικότητα τῆς ζωῆς πού εὐνοεῖ τήν ἀπομόνωση καί τήν ἔλλειψη σχέσης. Δέν ἀποκλείεται, βέβαια, νά ὀφείλεται καί σ᾿ ἕνα μεγάλο πειρασμό πού μᾶς κάνει νά θεωροῦμε, ἐντελῶς στρεβλά, τήν Ἐκκλησία ὡς ἕνα ἀκόμη θεσμό μέσα στούς τόσους πολλούς πού ὑπάρχουν ἤ, ἀκόμη, ἐπειδή πολλές φορές ἐξαντλοῦμε τήν Ἐκκλησία σέ ἕνα περίκλειστο σύστημα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δεσμεύονται ἀπό μία κοινή προκατασκευασμένη ἰδεολογία, ἔστω καί ἂν αὐτή εἶναι τόσο ἱερή, ὅσο ἡ θρησκευτική πίστη.

Οἱ δρόμοι τῆς ἐλευθερίας, ὅμως, δέν μποροῦν νά εἶναι προκατασκευασμένοι γιατί τέτοιοι, προκατασκευασμένοι, εἶναι μόνο οἱ δρόμοι τῆς μαγείας ἢ τοῦ θανάτου. Ἐκκλησία, ὅμως, σημαίνει ἀγῶνα νά ὑπερβεῖς τήν ὅποια μαγεία, δηλαδή κάθε τί, ὅ,τι καί ἂν εἶναι, ἀπ᾿ ὅπου κι ἂν προέρχεται, πού καταστέλλει τήν ἐλευθερία, αὐτό τό θεόσδοτο δῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Δημιουργοῦ. Ἀγῶνα νά ὑπερβεῖς ἀκόμη καί αὐτό τόν ἴδιο τόν θάνατο, γιατί ὁ θάνατος εἶναι ἐκεῖνος πού νεκρώνει καί ἀφανίζει τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία. Καί ὁ ἀγῶνας αὐτός τῆς ὑπέρβασης εἶναι ἐξαιρετικά ἐπίπονος γιά ὅλους, μοιάζει, ὅμως, νά μήν ἔχει καμία ἐλπίδα νά ἐπιτύχει, ὅταν ὡς παραφθορά καί παράχρηση τῆς κοινοτικῆς ζωῆς, μέ πρότυπα ὄχι ἐκκλησιαστικά, ἀλλά κοσμικά, ἐξαντλεῖται σέ μία σχεδόν διαστροφική, ἰδεολογικοῦ τύπου, ὁμοφροσύνη.

Αὐτή ἡ κοσμικοῦ καί ἰδεολογικοῦ τύπου ὁμοφροσύνη, γίνεται αἰτία διχασμῶν μέσα στήν ἐκκλησιαστική κοινότητα, ἀφοῦ θεωρεῖται σημαντικότερη ἀπό τήν ἑνότητα μέσα στήν ποικιλία τῶν χαρισμάτων καί τήν ποικιλία τῶν μελῶν στό ἕνα σῶμα καί ἐξαντλεῖται στήν «ἐπιτυχία» τοῦ νά μποροῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά σκέπτονται μέ ἕνα πανομοιότυπο τρόπο, ὁ ὁποῖος προβάλλεται ὡς ὁ πλέον ἰδεώδης γιά νά ἐκφράζεται μέσα ἀπό αὐτόν ἡ πίστη καί ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἰδιαίτερα ὅσοι ἀσχολοῦνται ἐντονότερα μέ τά θρησκευτικά ζητήματα, τόν τελευταῖο καιρό ὅλο καί περισσότερο, μέ ἕναν θρασύ καί ἐμμονικό (μήπως δαιμονικό;) τρόπο, μέ περισσή εὐκολία καί ἀνεπίγνωστη ἀνευθυνότητα κρίνουν, κατακρίνουν, σπιλώνουν καί καταδικάζουν τήν πίστη τῶν ἄλλων, τήν ζωή καί τό ἦθος, ἀκόμη καί αὐτά τά ἴδια τά πρόσωπα, σέ ὅποια θέση καί διακονία καί ἄν εὑρίσκονται στήν ἐκκλησιαστική κοινότητα, δίχως τόν παραμικρό σεβασμό στό ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, θεωρώντας, μάλιστα, ὅτι οἱ πάντες καί τά πάντα «ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν» καί ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τήν ἀληθινή πίστη καί τήν, κατ᾿ αὐτούς, «γνήσια» ὀρθοδοξία, τήν ὁποία ταυτίζουν μόνο μέ αὐτή τήν ἰδεολογικοῦ τύπου ὁμοφροσύνη.

Σέ μιά τέτοια ἐποχή, ὅμως, ἀδελφοί μου, στήν ὁποία παρουσιάζονται ὅλο καί περισσότερα παραδείγματα διαστρέβλωσης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας φρονήματος, ὅλοι μας πρέπει νά καταβάλουμε εἰλικρινῆ προσπάθεια, ὥστε νά μήν ὑποκύψουμε στόν πειρασμό μιᾶς ἰδιότυπης «ἀναμαρτησίας», σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖ ἑαυτόν τέλειο, ἀπόλυτα ἀκέραιο στήν πίστη καί στόν ὀρθό βίο καί, ὡς ἐκ τούτου, χωρίς τήν ἀνάγκη μετανοίας καί ἐπιστροφῆς, ἀντίθετα πρός τήν πατερική καί ἀσκητική παράδοση πού μᾶς βεβαιώνει, ὅτι πάντοτε ἐν ταπεινώσει καί ποτέ μέ αἴσθηση ναρκισσιστικῆς αὐτάρκειας «δίνεις αἷμα, γιά νά λάβεις Πνεῦμα», δηλαδή ἀγωνίζεσαι παρακαλῶντας διαρκῶς, σάν τούς μαθητές Του, τόν Χριστό: «Κύριε, πρόσθες ἡμῖν πίστιν». Εἶναι ἀγῶνας, προσπάθεια, πόνος καί κόπος, ἡ παρουσία τῆς πίστης στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, καί ποτέ δεδομένη. Εἶναι μιά διαρκής πάλη, πού ἄλλοτε ὁδηγεῖ στόν Παράδεισο καί ἄλλοτε ἀκόμη καί σέ μιά σκοτεινή ἄβυσσο, ἀπό τήν ὁποία μόνο ἡ πανσθενουργός Χάρις τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά σέ λυτρώσει.

Ἀπ᾿ ὅσα εἰπώθηκαν παραπάνω, ἄς μήν θεωρήσετε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ὅτι δέν εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἑνότητα στήν κοινή πίστη γιά τά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κοινή ζωή στήν Ἐκκλησία, ἀσφαλῶς καί προϋποθέτει τήν διαφύλαξη τῆς κοινῆς καί ὀρθῆς πίστεως: «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα». Αὐτά, ὅμως, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει, ἀποτελοῦν κυρίως δῶρα τοῦ Θεοῦ, τά ὁποῖα καλούμαστε νά τά καλλιεργήσουμε πρός τόν σκοπό τῆς τηρήσεως τῆς μεταξύ μας ἑνότητος: «ὁ δέ Θεός τῆς ὑπομονῆς καί τῆς παρακλήσεως δώη ὑμῖν τό αὐτό φρονεῖν ἐν ἀλλήλοις κατά Χριστόν Ἰησοῦν, ἵνα ὁμοθυμαδόν ἐν ἑνί στόματι δοξάζητε τόν Θεόν καί πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Καί, βέβαια, αὐτή ἡ κοινή πίστη καί ἡ κοινή ζωή δέν λειτουργοῦν ποτέ ὡς ἀποτελέσματα τῶν ὁποιονδήποτε ἐξαναγκασμῶν, ἀλλά μόνο μέσα ἀπό τήν πρόσληψη τοῦ ἄλλου, κατά τό πρότυπο τῆς σχέσης τοῦ Χριστοῦ μέ τήν Ἐκκλησία Του: «προσλαμβάνεσθε ἀλλήλους, καθώς καί ὁ Χριστός προσελάβετο ὑμᾶς εἰς δόξαν Θεοῦ».

Ἡ σχέση καί ἡ ἑνότητά μας μέ τόν Χριστό δέν εἶναι σχέση ἀτομικοῦ τύπου, ἀλλά σχέση ἐκκλησιαστική, στηρίζεται πάντοτε καί στήν παρουσία τῶν ἄλλων, τῶν συνανθρώπων, τῶν φίλων, τῶν συναγωνιστῶν χριστιανῶν, μαζί μέ τούς ὁποίους τηροῦμε τήν ἑνότητα, ζώντας στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, κοινωνοῦντες ἀλλήλοις. «Αὐτός πού δέν ἀνήκει στό σῶμα», θά μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος «καί δέν ἔχει ἐπαφή μέ τά ὑπόλοιπα μέλη, δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση οὔτε μέ τήν κεφαλή». Ὁ Χριστός καί ἡ κοινωνία μας στό πανάγιο Σῶμα Του, εἶναι ὁ μοναδικός τρόπος οὐσιαστικῆς ἑνότητας τῶν ἀνθρώπων «ἵνα μή ᾖ σχίσμα ἐν τῷ σώματι, ἀλλά τό αὐτό ὑπέρ ἀλλήλων μεριμνῶσι τά μέλη».

Ἀπό ὅλα τά παραπάνω πού εἴπαμε, ἀδελφοί μου εὐλογημένοι, καί ἀπό πολλά ἀκόμη πού λόγω τῶν στενῶν χρονικῶν πλαισίων ἑνός λειτουργικοῦ κηρύγματος δέν εἴπαμε, φανερώνεται ὁ κοινός ἀγῶνας ὅλων μας, ὡς πρός τήν διαφύλαξη τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο ὅταν προκύπτουν σχίσματα καί αἱρέσεις, ἀλλά κυρίως στήν καθημερινότητα τῆς ζωῆς μας, ὡς μέλη τοῦ αὐτοῦ Κυριακοῦ σώματος. Γιατί ἡ διάσπαση αὐτῆς τῆς ἑνότητος, ἄς τό προσέξουμε, παρακαλῶ πολύ, ὅλοι μας αὐτό, δέν ὀφείλεται τόσο στίς ἐξωτερικές ἐπιρροές, τούς πειρασμούς τῆς ἱστορίας καί τά ἐμπόδια πού θέτουν οἱ ἐκτός Ἐκκλησίας -ἄλλωστε, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει, «τούς ἔξω ὁ Θεός κρινεῖ»-, ἀλλά προέρχεται κυρίως ἀπό τό «ἴδιον θέλημα» ἡμῶν τῶν χριστιανῶν. Αὐτό τό ἀτομικό θέλημα, ὁ «ἴδιος» τρόπος, εἶναι πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν ὑπέρβαση τῶν ὁρίων, τά ὁποῖα ὀφείλουμε σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή νά κρατήσουμε, μᾶς χωρίζει ἀπό τούς ἄλλους καί τελικά μᾶς ἀποσπᾶ ἀπό τήν συνέπεια στήν προσπάθεια γιά τήν διαφύλαξη τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης μας πρός τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του. Γι᾿ αὐτό καί ὁ ἀγῶνας μας γιά ἑνότητα εἶναι πορεία ἐπίμονη, ἐπίπονη καί σταυρική, χωρίς, ὅμως, κατάθλιψη, χωρίς ἀρνητισμό κι ἀπελπισία, ἀλλά πορεία ἐλπίδας πού ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή χαρά πού δέν φθείρεται καί δέν μπορεῖ νά κλέψει ὁ θάνατος. Τήν χαρά τῆς ἑνότητος μέ τόν Θεό καί τούς ἀδελφούς στή ζωή τῆς Τριαδικῆς Θείας Βασιλείας.

Εὐχηθεῖτε, Μακαριώτατε πάτερ καί Δέσποτα, ἡ σημερινή ἑορτή καί λαμπρά πανήγυρις τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου, τοῦ καί ἱδρυτοῦ τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νά σημάνει ἀληθινό ἐγερτήριο σάλπισμα πρός τίς σιωπῶσες συνειδήσεις ὅλων μας, ὥστε «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ», νά ὁδηγηθοῦμε «εἰς οἰκοδομήν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ». Ἀμήν!

† Ὁ Ὠρεῶν Φιλόθεος