You are currently viewing Υποχρεωτικός Εμβολιασμός και Αντιρρησίες Κοινωνικής Συνείδησης.

Υποχρεωτικός Εμβολιασμός και Αντιρρησίες Κοινωνικής Συνείδησης.

Δημητρίου Νικ. Δασκαλάκη Δικηγόρου Αθηνών.

Ο κος Ευαγγελάτος, στις 23-4-2020, κατά την διάρκεια της ημερήσιας εκπομπής του, στον τηλεοπτικό σταθμό MEGA, με δημοσιογραφική προχειρότητα και καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων του, προσέγγισε ατεκμηρίωτα, με τρόπο αντιεπιστημονικό και με διαδικασία fast trusk, ένα πολύπλευρο, ακανθώδες ζήτημα, που άπτεται της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ατόμου σε σχέση με τις εφαρμογές της βιολογίας και της ιατρικής. Ειδικότερα απεφάνθη δίκην εισαγγελέως, στερώντας από τον εαυτό κάθε ίχνος δημοσιογραφικής δεοντολογίας και αξιοπρέπειας, ότι όσοι αρνούνται να υποβληθούν σε εμβολιασμό για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού, θα πρέπει να διώκονται ποινικά. Εν συνεχεία χαρακτήρισε αυτούς που θα αρνηθούν να εμβολιαστούν “ψευτομάγκες” υποβιβάζοντας την αξία του επιστημονικού διαλόγου και σκέψης σε επίπεδο πεζοδρομίου κακόφημης συνοικίας.

Κατ’ αρχάς πρέπει να διευκρινισθεί ότι ο εμβολιασμός αποτελεί σημαντική προληπτική ιατρική πράξη που συμβάλλει στην προστασία των ανθρώπων από σοβαρά λοιμώδη νοσήματα. Το εν λόγω παρεμβατικό μέτρο αποτελεί το κυριότερο εργαλείο για την πρωτογενή πρόληψη των ασθενειών και ταυτοχρόνως ένα αποτελεσματικό μέσο διαφύλαξης της δημόσιας υγείας.

Σήμερα, για να διενεργηθεί στην ιατρική πράξη οιουδήποτε είδους, διαγνωστική, προληπτική, ή θεραπευτική επέμβαση το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, θα πρέπει να είναι ελεύθερο να συναινέσει στην επίμαχη ιατρική πράξη ή αντιθέτως να την αρνηθεί, εφόσον προηγηθεί η απαραίτητη ενημέρωσή του.

Συνακόλουθα ο εμβολιασμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την συναίνεση του προσώπου η οποία είναι αλληλένδετη με την ελεύθερη βούληση του. Σε αυτό το πλαίσιο γίνεται λόγος για την “ενημερωμένη συναίνεση του ασθενούς” ως θεμελιώδη αρχή του Δικαίου και της ιατρικής δεοντολογίας,

Καθοριστικής σημασίας εν προκειμένω είναι η Σύμβαση ΟΒΙΕΔΟΥ (Σύμβαση για την Προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου σε σχέση με τις εφαρμογές της Βιολογίας και της Ιατρικής: Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Βιοϊατρική), η οποία αποτελεί νομικώς δεσμευτικό κείμενο του διεθνούς δικαίου στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ειδικότερα της βιοϊατρικής.

Ειδικότερα σύμφωνα με την Σύμβαση ΟΒΙΕΔΟΥ που ισχύει στην Ελλάδα (κυρωτικός νόμος Ν. 2619/1998, ΦΕΚ Α’ 132 , Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ατόμου σε σχέση με τις εφαρμογές της βιολογίας και της ιατρικής: Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική) και συγκεκριμένα στο άρθρο 5 προβλέπεται ότι:

«Επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει μόνον αφού το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν προηγούμενης σχετικής ενημέρωσής του. Το πρόσωπο αυτό θα ενημερώνεται εκ των προτέρων καταλλήλως, ως προς τον σκοπό και την φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται».

Επιπροσθέτως, στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η διάταξη του άρθρου 12 § 1 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) όπου ορίζεται ότι:

«Ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί στην εκτέλεση οποιασδήποτε ιατρικής πράξης χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ασθενή».

Περαιτέρω, σύμφωνα με την § 2 του ιδίου άρθρου, προϋποθέσεις της έγκυρης συναίνεσης του ασθενούς είναι οι ακόλουθες:

α) Να παρέχεται μετά από πλήρη, σαφή και κατανοητή ενημέρωση, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο.

β) Ο ασθενής να έχει ικανότητα για συναίνεση.

αα) Αν ο ασθενής είναι ανήλικος, η συναίνεση δίδεται από αυτούς που ασκούν τη γονική μέριμνα ή έχουν την επιμέλειά του. Λαμβάνεται, όμως, υπόψη και η γνώμη του, εφόσον ο ανήλικος, κατά την κρίση του ιατρού, έχει την ηλικιακή, πνευματική και συναισθηματική ωριμότητα να κατανοήσει την κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο της ιατρικής πράξης και τις συνέπειες ή τα αποτελέσματα ή τους κινδύνους της πράξης αυτής. Στην περίπτωση της παραγράφου 3 του άρθρου 11 απαιτείται πάντοτε η συναίνεση των προσώπων που ασκούν τη γονική μέριμνα του ανηλίκου.

ββ) Αν ο ασθενής δεν διαθέτει ικανότητα συναίνεσης, η συναίνεση για την εκτέλεση ιατρικής πράξης δίδεται από τον δικαστικό συμπαραστάτη, εφόσον αυτός έχει ορισθεί. Αν δεν υπάρχει δικαστικός συμπαραστάτης, η συναίνεση δίδεται από τους οικείους του ασθενή. Σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός πρέπει να προσπαθήσει να εξασφαλίσει την εκούσια συμμετοχή, σύμπραξη και συνεργασία του ασθενή, και ιδίως εκείνου του ασθενή που κατανοεί την κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο της ιατρικής πράξης, τους κινδύνους, τις συνέπειες και τα αποτελέσματα της πράξης αυτής.

γ) Η συναίνεση να μην είναι αποτέλεσμα πλάνης, απάτης ή απειλής και να μην έρχεται σε σύγκρουση με τα χρηστά ήθη.

δ) Η συναίνεση να καλύπτει πλήρως την ιατρική πράξη και κατά το συγκεκριμένο περιεχόμενό της και κατά το χρόνο της εκτέλεσής της.

Στην § 3 της ιδίας διατάξεως αναφέρεται σε ποιες εξαιρετικές περιπτώσεις δεν απαιτείται συναίνεση:

α) στις επείγουσες περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν μπορεί να ληφθεί κατάλληλη συναίνεση και συντρέχει άμεση, απόλυτη και κατεπείγουσα ανάγκη παροχής ιατρικής φροντίδας,

β) στην περίπτωση απόπειρας αυτοκτονίας ή

γ) αν οι γονείς ανήλικου ασθενή ή οι συγγενείς ασθενή που δεν μπορεί για οποιονδήποτε λόγο να συναινέσει ή άλλοι τρίτοι, που έχουν την εξουσία συναίνεσης για τον ασθενή, αρνούνται να δώσουν την αναγκαία συναίνεση και υπάρχει ανάγκη άμεσης παρέμβασης, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία του ασθενή.

Σύμφωνα με το άρθρο 338 του Ν. 4512/2018, οποιαδήποτε απόφαση αντίθετη με τις διατάξεις του N. 3418/2005 είναι άκυρη. Αν στη λήψη των αποφάσεων αυτών έχουν συμμετάσχει ιατροί, υπέχουν πειθαρχικές ευθύνες.

Η προστασία του κοινωνικού συνόλου από την εξάπλωση µεταδοτικών ασθενειών οριοθετείται νοµικά από τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 3 και 5 παρ. 4 του Συντάγµατος, καθώς και από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 (ε) της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου (ΕΣ∆Α).

Στο πλαίσιο των παραπάνω διατάξεων, η ευχέρεια του κοινού νοµοθέτη να προχωρήσει σε περιορισµούς ατοµικών ελευθεριών προσώπων που πάσχουν από µεταδοτικές ασθένειες εµφανίζεται ευρεία, σε κάθε όµως περίπτωση οριοθετούνται οι αρµοδιότητες του νοµοθέτη από το Σύνταγµα ως ακολούθως:

α) Οι παραπάνω περιορισµοί αφορούν, κατ’ αρχήν, την προσωπική ελευθερία και όχι άλλα θεµελιώδη δικαιώµατα. Εγγυώνται, δηλαδή, την προστασία των άλλων από τη µετάδοση µιας ασθένειας και όχι την ίδια την αντιµετώπιση της ασθένειας ως προς τον ασθενή που τους υφίσταται.

∆εν µπορούν, εποµένως, να θεµελιώσουν και µέτρα υποχρεωτικής θεραπείας, παρακάµπτοντας τη βούληση του ασθενούς.

β) Οι περιορισµοί υπόκεινται στην αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Σ.). Δικαιολογούνται, δηλαδή, µόνο στην έκταση που το επιβάλλει η προστασία των άλλων.

γ) Επιπλέον δεν επιτρέπεται να αναιρούν πλήρως την προσωπική ελευθερία. Ο πυρήνας αυτού του δικαιώµατος πρέπει να διατηρείται αλώβητος σε κάθε περίπτωση.

Τέλος στην διάταξη του άρθρου 4 § 3 περ. ιιι β΄ του πρόσφατου νόμου 4675/2020, προβλέπεται ότι:

«σε περιπτώσεις εμφάνισης κινδύνου διάδοσης μεταδοτικού νοσήματος, που ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη Δημόσια Υγεία, μπορεί να επιβάλλεται με απόφαση του υπουργού Υγείας, μετά από σχετική γνώμη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Δημόσιας Υγείας (ΕΕΔΥ), υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού με σκοπό την αποτροπή της διάδοσης της νόσου. Με την ανωτέρω απόφαση ορίζονται η ομάδα του πληθυσμού ως προς την οποία καθίσταται υποχρεωτικός ο εμβολιασμός με καθορισμένο εμβόλιο, η τυχόν καθορισμένη περιοχή υπαγωγής στην υποχρεωτικότητα, το χρονικό διάστημα ισχύος της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού, το οποίο πρέπει πάντοτε να αποφασίζεται ως έκτακτο και προσωρινό μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας για συγκεκριμένη ομάδα του πληθυσμού, η ρύθμιση της διαδικασίας του εμβολιασμού και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια”

Συνεπώς για την εφαρμογή του εμβολιασμού λαμβάνονται υπ’ όψιν οι εξής παράμετροι:

· Η ομάδα του πληθυσμού ως προς την οποία καθίσταται υποχρεωτικός ο εμβολιασμός με καθορισμένο εμβόλιο.

· Η τυχόν καθορισμένη περιοχή υπαγωγής στην υποχρεωτικότητα.

· Το χρονικό διάστημα ισχύος της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού.

Οι ανωτέρω παράμετροι συγκαθορίζονται από κάποια βασικά κριτήρια:

· Tην ένταση και τους πιστοποιημένους κινδύνους της απειλής για την δημόσια υγεία.

· Την αποδεδειγμένη και αδιαμφισβήτητη επιστημονικά αποτελεσματικότητα του εμβολίου και την παροχή επιστημονικών διαβεβαιώσεων και εγγυήσεων για την μη εμφάνιση παρενεργειών που να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία, αλλά και την εν γένει προσωπικότητα του εμβολιαζόμενου.

Ως εκ τούτων, το ανωτέρω μέτρο, που είναι έκτακτο και προσωρινό, αφορά μόνο συγκεκριμένη ομάδα του πληθυσμού και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αδιακρίτως στον γενικό πληθυσμό.

Εν κατακλείδι, ο εμβολιασμός είναι επέμβαση στο σώμα του ανθρώπου και δεν μπορεί να διενεργηθεί, παρά τη θέλησή του, ούτε μπορεί να επιβληθεί ως αναγκαίος όρος για την εκπλήρωση δημόσιας υποχρέωσης διότι αυτό θα αντέβαινε στην θεμελιώδη αρχή της συνταγματικά προστατευόμενης ανθρώπινης αξίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 παρ. 1 Συντάγματος στο οποίο ορίζονται επί λέξει τα εξής: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».

Σε κάθε περίπτωση, κάθε σοβαρός, ανεξάρτητος και ε λ ε ύ θ ε ρ α σκεπτόμενος άνθρωπος, δεν μπορεί να παραθεωρήσει την μελέτη και την έρευνα του διαπρεπούς Καθηγητού Ιατρικής του Πανεπιστημίου του Stanford Γιάννη Ιωαννίδη, σύμφωνα με την οποία (κατά τον χρόνο που αυτή διενεργήθηκε) από τους 88.000 θανάτους παγκοσμίως, μόλις οι 880 αφορούσαν ανθρώπους οι οποίοι ήταν υγιείς και κάτω των 65 ετών.

Η μη λήψη υπ’ όψιν από την κυβέρνηση ιατρικών ερευνών από το εξωτερικό για την εξέλιξη του κορωνοϊού, όπως του Καθηγητή Ιατρικής του Πανεπιστημίου Stanford Γιάννη Ιωαννίδη, που αναλύει δεδομένα από οκτώ ευρωπαϊκές χώρες (Βέλγιο, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία) και τέσσερις αμερικανικές Πολιτείες (Νέα Υόρκη, Ουάσιγκτον, Μίσιγκαν, Λουιζιάνα), κατά την οποία «ο κίνδυνος να πεθάνει κάποιος από κορωνοϊό σε πληθυσμιακό επίπεδο στα περισσότερα μέρη υπολογίζεται να είναι αντίστοιχος με τον κίνδυνο να πεθάνει σε αυτοκινητικό δυστύχημα πηγαίνοντας από το σπίτι στο γραφείο».

Γι’ αυτό ο Καθηγητής Ιωαννίδης προτείνει οι στρατηγικές διαχείρισης της λεγόμενης «πανδημίας» να επικεντρωθούν στην προστασία των ομάδων υψηλού κινδύνου, δηλαδή στους πολίτες ηλικίας άνω των 65 ετών και με υποκείμενα νοσήματα. https://www.pronews.gr/ygeia/866715_ereyna-toy-stanfornt-gia-koronoio- xairetika-spanioi-oi- thanatoi-se-atoma-kato-ton-65

Εκ των ανωτέρω λοιπόν προκύπτει αβίαστα ότι ο υποχρεωτικός εμβολιασμός είναι ένα ζήτημα ευρύτερου κοινωνικού αλλά και επιστημονικού ενδιαφέροντος το οποίο άπτεται των θεμελιωδών συνταγματικά κατοχυρωμένων ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών, πρέπει δε να ερευνηθεί, να μελετηθεί και να απαντηθεί με πολλή περίσκεψη και ανταλλαγή προτάσεων και απόψεων, στο πλαίσιο ενός ανοιχτού και ελεύθερου δημοκρατικού επιστημονικού διαλόγου και υπό το πρίσμα της ιατρικής δεοντολογίας, της βιοηθικής, της ποινικής επιστήμης και της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, χωρίς κοινωνικό στιγματισμό γι΄αυτούς που θα αρνηθούν εκ λόγων κοινωνικής συνειδήσεως να υποβληθούν στον εμβολιασμό.

Η ευκαιριακή προσέγγιση του ζητήματος από κάθε άνθρωπο που έχει μεν δημόσιο λόγο, όχι όμως και το απαιτούμενο επιστημονικό υπόβαθρο, η παράθεση ειδήσεων που δεν συνοδεύονται από αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα για την έκταση και την επικινδυνότητα του κορωνοϊού και για τον τρόπο μετάδοσης αυτού και τέλος η απουσία πολυφωνίας, πλουραλισμού, αντικειμενικής και αμερόληπτης πληροφόρησης και ενημέρωσης της κοινωνίας για τα επιδημιολογικά ευρήματα, η οποία οφείλει να παρέχεται όχι μονομερώς και αποκλειστικά από ένα πρόσωπο ή από ομάδα συγκεκριμένων προσώπων, αλλά από πλειάδα εξειδικευμένων και ανεξάρτητων ιατρών που δραστηριοποιούνται όχι μόνο στην χώρα μας αλλά και από διαπρεπείς Έλληνες επιστήμονες του εξωτερικού, αποτελούν αιτίες που ναρκοθετούν και συσκοτίζουν τον επιστημονικό και κοινωνικό διάλογο.

Επίσης πρέπει να τονιστεί ότι η υπό την πίεση του χρόνου και του αδικαιολόγητου κοινωνικού αποκλεισμού εκατομμυρίων ανθρώπων και της διακοπής κάθε κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας, β ι α σ τ ι κ ή και αμφιβόλου επιστημονικής αποτελεσματικότητας παρασκευή του εμβολίου και των πολύ πιθανών παρενεργειών αυτού και οι άναρθρες κραυγές για την άσκηση ποινικών διώξεων κατά των αντιρρησιών κοινωνικής συνείδησης, εγείρουν πολύ σοβαρά ερωτηματικά και απορίες που εμβάλλουν σε υπόνοιες για τους πραγματικούς σκοπούς και τις προθέσεις αυτών που με φανατισμό και με άκριτο ζήλο προπαγανδίζουν τον εμβολιασμό της ανθρωπότητας.