•Μία συνέντευξη του Αυστραλίας Στυλιανού το 2015 για να συγκρίνουμε πρόσωπα και γεγονότα του χθες και του σήμερα!

•Μία συνέντευξη του Αυστραλίας Στυλιανού το 2015 για να συγκρίνουμε πρόσωπα και γεγονότα του χθες και του σήμερα!

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ ΤΟΥ ΑΟΙΔΙΜΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ ΒΑΣΩ ΜΟΡΑΛΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑΣ SBS (2015)ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ

–Σεβασμιώτατε, ὅταν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀποφάσισε τὴν τοποθέτησή σας ὡς Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας, πῶς ὑποδεχθήκατε τὴν ἀπόφαση αὐτή, νεαρὸς τότε ἀκόμα κληρικὸς στὴ Θεσσαλονίκη;

–Ὁμολογῶ ὅτι ὁ τελευταῖος τόπος τοῦ κόσμου ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθεῖ κανεὶς νὰ μὲ τοποθετήσει ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἡ Αὐστραλία, διότι οὔτε στὸν χάρτη δὲν τὴν εἶχα δεῖ ποτέ μου καί, ὅπως ἤμουνα καὶ κακὸς εἰς τὴ Γεωγραφία – ἦταν τὸ χειρότερο μάθημα γιὰ μένα ἡ Γεωγραφία, δὲν μποροῦσα ποτὲ νὰ τὸ χωνέψω – διερωτῶμαι πράγματι πῶς ἦρθαν τὰ πράγματα ἔτσι. Ἤξερα ὅτι ἤμουνα ἕνα κεφάλαιο –μικρὸ ἢ μεγάλο, δὲν ἔχει σημασία– μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια σπουδές, τὶς ὁποῖες πρόσεξα πάρα πολύ, διότι ἤτανε σπουδὲς ποὺ ἔγιναν μὲ τὴν ὑποτροφία – ἐγκρίθηκε αὐτὴ ἡ ὑποτροφία μετὰ τὴν ἀποφοίτησή μας– κι ἐνῶ δὲν εἶχε στεγνώσει ἀκόμη ἡ μελάνη τῶν ἐξετάσεων τῶν πτυχιακῶν, ἂς ποῦμε, ξαφνικὰ μᾶς ἐκάλεσαν μὲ τρεῖς προϋποθέσεις ὑποψηφίους: πρῶτον νὰ εἶσαι κληρικός, δεύτερον νὰ μιλᾶς μιὰ ξένη γλώσσα ἐπαρκῶς καί, τρίτον, νὰ ἔχεις στὸ πτυχίο σου ἄριστα. Λυπᾶμαι ποὺ τὸ λέω ἔτσι τώρα, ἀλλὰ αὐτοί ἤτανε οἱ ὅροι. Λοιπόν, ὅταν μὲ ἔστειλαν ἐδῶ, δὲν ἤμουνα οὔτε σαράντα ἐτῶν. Ἐνῶ οἱ διάφοροι συνάδελφοι ἀπὸ τὴν ἴδια περίοδο εἶχαν ἀρχίσει νὰ κινοῦνται ἀπὸ ̓δῶ κι ἀπὸ ̓κεῖ καὶ νὰ ρωτοῦνε ποῦ θὰ τοποθετηθοῦνε, ποῦ θὰ πᾶνε, ἐμένα μ ̓ ἐκτιμούσανε πολὺ στὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν, διότι ἔβλεπαν, ἤξεραν πολλὰ χρόνια τὶς σπουδές μου. Ξαφνικὰ ὁ κύριος Ἀντωνόπουλος, μακαρίτης πλέον, μοῦ λέει: «Σεβασμιώτατε, σκεφτήκατε ποτὲ τὸν ἑαυτό σας Ἀρχιεπίσκοπο Αὐστραλίας;» Λέω: «Τὶ τὰ λέτε αὐτά; Κάποιος ἔχει πολὺ ζωηρὴ φαντασία, στὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν, γιὰ νὰ σᾶς δίνει τέτοιες πληροφορίες. Οὔτε νεκρὸς δὲν πάω!»

–Ἔτσι εἴπατε;

–«Οὔτε νεκρὸς δὲν πάω», διότι εἶχα ἀκούσει ἐδῶ ὅτι εἶχαν σκοτώσει τὸν Μητροπολίτη, ὅτι εἴχανε τέτοιες διαιρέσεις μεταξύ τους, ὅτι ἐπαιζαν καρεκλιὲς ἔξω ἀπὸ τὶς Ἐκκλησιές, κι ἐγὼ δὲν εἶχα ἑτοιμάσει τὸν ἑαυτό μου γιὰ καυγάδες! Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος τῆς μελέτης, ἀγαποῦσα πολὺ τὸ βιβλίο, ὀκτὼ χρόνια μετεκπαίδευση, ἐννιὰ σχεδόν, στὴ Γερμανία, ἦταν πολλά. Ἐὰν δὲν ἐπέμεναν ὅτι μὲ χρειάζονται ἐπειγόντως, θά ̓μενα ἀκόμα ἐκεῖ. Ἀγάπησα πάρα πολὺ αὐτὸ ποὺ λέμε «Γερμανικὸ Πανεπιστήμιο». Εἶπα, λέω: «Κύριε Ἀντωνόπουλε, νὰ πεῖτε, σᾶς παρακαλῶ, σὲ ὅσους μετέδωσαν αὐτὴ τὴ δῆθεν εὐχάριστη πληροφορία, ὅτι ὁ Στυλιανὸς δὲν ἔχει τέτοιες φιλοδοξίες. Οὔτε ζήτησα διοίκηση, οὔτε ζήτησα χρήματα. Δὲν θὰ καθόμουνα ἐννιὰ χρόνια νὰ κρυώνω καὶ νὰ πεινῶ γιὰ νὰ διαβάζω στὴ Γερμανία.» Μοῦ λέει: «Κοιτᾶξτε, ἐγὼ σᾶς τὸ λέω σὰν φίλος σας. Ἐντὸς τῶν ἡμερῶν θὰ πληροφορηθεῖτε ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο.»

–Ἦταν γιὰ σᾶς ἕνας κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ ἡ ἀποκάλυψη!

–Ἀκριβῶς, ἀκριβῶς, χειρότερο ἀπ ̓ αὐτό! Μὲ εἰδοποίησαν ἕνα βράδυ, εὑρεθέντες μαζὶ στὸ σπίτι τοῦ γερο-Χαλκηδόνος, τοῦ Μελίτωνος, Μελίτων Χαλκηδόνος, Σάρδεων Μάξιμος καὶ Χαλδίας Κύριλλος –αὐτὴ ἦταν ἡ τριανδρία ποὺ κυβερνοῦσε τότε τὸ Πατριαρχεῖο,– μὲ παίρνουν τηλέφωνο καὶ μοῦ λένε: «Τὶ γίνεσαι, Ἅγιε; Ἐμεῖς σὲ ἐρωτοῦμε: Ἔχεις διάθεση νὰ πᾶς νὰ γίνεις ἢ Ἔξαρχος κατ ̓ ἀρχήν …». Λέω: «Δὲν μπορῶ νὰ σᾶς δώσω καμμιὰ ἀπάντηση, πέστε μου τὶ θέλετε ἀπὸ μένα. Ἐγὼ μέχρι σήμερα ἔπραξα ὅ,τι μοῦ εἶπε ἡ Ἐκκλησία. Καὶ τώρα πάλι τὸ ἴδιο θὰ κάμω. Ἀφῆστε με νὰ τὸ σκεφτῶ.» «Τὶ νὰ τὸ σκεφτεῖς», μοῦ λένε. «Ἐμεῖς σοῦ λέμε ἀπὸ τώρα: Νὰ πᾶς ὡς Ἔξαρχος ἤ, ἐὰν δὲν θέλεις Ἔξαρχος, ἀκόμα καλύτερα νὰ πᾶς Ἀρχιεπίσκοπος. Καὶ σοῦ συνιστοῦμε νὰ πᾶς Ἀρχιεπίσκοπος, γιὰ νὰ μὴν ἔχουνε τὴν ἐλπίδα αὐτοί ποὺ θὰ σὲ πολεμήσουνε μόλις πᾶς, γιατὶ ἔτσι κάνουν αὐτοί.» Ὅποιος πήγαινε, τὸν πολεμούσανε. Λέω: «Δὲν μπορῶ νὰ σᾶς δώσω ἀπάντηση». Λέει: «Θὰ σὲ πάρουμε αὔριο νὰ μᾶς πεῖς.» Λέω: «Μὰ δὲν πρόκειται νὰ δῶ Ἄγγελο τὴ νύχτα στὸ ὄνειρό μου νὰ μοῦ ἀποκαλύψει τὶ πρέπει νὰ κάμω! Ἀπὸ τώρα σᾶς λέγω εἶμαι ἀκατάλληλος. Ἐγὼ δὲν ἔχω οὔτε μία Ἐνορία διοικήσει μέχρι τώρα. Ἤμουνε ἕνας ἐπιμελῆς φοιτητής, ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε τὰ μαθήματά του, ἀγαποῦσε τὴν ποίηση, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Θεολογία, ἀγαποῦσε τὴν Ἐκκλησία σὰ μητέρα ἡ ὁποία μὲ ἔθρεψε, μὲ μισὸ παπούτσι, ὀρφανό. Κατόπιν τούτου μὴ μὲ πιέζετε νὰ σᾶς πῶ πράγματα ποὺ δὲν μπορῶ. Κάποιον ἄλλον νὰ βρεῖτε, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχει ἀσχοληθεῖ μὲ τὴ διοίκηση, νὰ ἔχει μιὰν Ἐνορία, ἐνοριακὴ ζωή κ.τ.λ.» Λέω: «Θὰ κάμω ὅ,τι πεῖτε, ἀλλὰ δὲν θὰ φέρω τὴν εὐθύνη ἐγώ. Διότι ἐγὼ δὲν ἔχω πείρα ἀπὸ διοίκηση.» «Ἂ», λέει, «μὴ σὲ ἀπασχολεῖ αὐτό», μοῦ λέει ὁ Μελίτων. «Θὰ τὸ δεῖς, ὅτι θὰ ̓ρθεῖ ἡ μέρα ποὺ θὰ μᾶς μνημονεύεις ἐν εὐγνωμοσύνῃ.» «Λοιπόν, ἐντάξει, δέχομαι, καὶ τὴν εὐθύνη τὴ φέρετε ἐσεῖς!» «Προπίωμεν εἰς ὑγείαν τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας, Στυλιανοῦ.»

–Πόσο γρήγορα προετοιμαστήκατε γιὰ νὰ ̓ρθεῖτε στὴν Αὐστραλία;

–Δὲν εἴχαμε. Νὰ ἑτοιμάσω τί; Δὲν εἶχα τίποτε νὰ ἑτοιμάσω. Τίποτε ἀπολύτως. Ἁπλῶς, εἶπα θὰ πάω, καὶ ὁ Θεὸς εἶναι μεγάλος. Τὸ ἄγνωστο! Ἔφθασα ἐδῶ περιμένοντας νὰ δῶ –μπά!– τὸ πολὺ δεκαπέντε-εἴκοσι ἀθρώπους! Τὸ ἀεροδρόμιο μιὰ λαοθάλασσα! Μιὰ βλάστηση! Πὼ πώ! Λέω, τὶ ὀμορφιὰ εἶναι αὐτή! Τρελάθηκα ἀπὸ τὸ ὅραμα αὐτό. Εἴχανε ἑτοιμάσει μιὰ σύντομη Δοξολογία, ἐπὶ τῇ ἐλεύσει μου. Ἐγὼ συγκινοῦμαι εὔκολα καὶ λέω, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι χωρὶς νὰ μὲ ξέρουν βγήκανε εἰς ὑπάντησίν μου! Ποιὸς εἶμαι ἐγὼ νὰ ̓ρθοῦνε νὰ μοῦ κάμουνε τέτοια ὑποδοχή! Μέχρι νὰ ἀρνέψω, ποὺ λέμε στὴν Κρήτη, νὰ συνέλθω ἀπὸ τὰ δάκρυα ποὺ μὲ εἴχανε πάρει, οἱ λυγμοὶ καὶ τὰ δάκρυα, τοὺς εἶπα νὰ κάμουνε δυὸ γύρους γύρω ἀπὸ τὸν Καθεδρικὸ ναὸ ἐδῶ, γιὰ νὰ μπορέσω νὰ συνέλθω λίγο καὶ νὰ κάνομε τὴ Δοξολογία. Ὁ Γουίτλαμ μοῦ εἶχε στείλει ἕνα ἐνθουσιῶδες τηλεγράφημα, ὁ Ἀγγλικανὸς Ἀρχιεπίσκοπος Γοὺτζ ἕνα ἐνθουσιῶδες τηλεγράφημα, διότι εἶχαν ἀκούσει γιὰ τὶς σπουδές μου. Ἔτσι ἀρχίσαμε καὶ βέβαια δὲν ἦταν εὔκολο πράμα γιὰ κάποιον κληρικὸ νέο, καὶ μάλιστα ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος δὲν ἀγάπησε ποτὲ τὶς φιλοδοξίες τὶς διοικητικές, δὲν ἀγάπησε ποτὲ τὶς ἰντρίγκες, δὲν πίστεψε ποτὲ στὶς γνωριμίες. Πάντοτε ἤμουνα τὸ ὀρφανὸ παιδὶ ποὺ ἔπρεπε νὰ διαβάζω, μὲ τὸ λυχνάρι ἢ μὲ τὴ λάμπα, νὰ διαβάζω παίρνοντας δανεικὰ τὰ βιβλία τῶν συμμαθητῶν μου, ὅταν πήγαιναν νὰ κοιμηθοῦν, καὶ νὰ διαβάσω ἐγὼ λίγο. Τέτοιες δύσκολες παιδικὲς ἡλικίες εἶχα περάσει καὶ σπουδές. Λοιπόν, ἐν πάσει περιπτώσει, ἄρχισα νὰ δῶ πῶς θὰ οἰκοδομήσω τὰ τῆς Ἐκκλησίας.

–Τὶ βρήκατε ἐδῶ, ὅταν ἤρθατε, Σεβασμιότατε; Πῶς ἦταν τότε ἡ Ἀρχιεπισκοπὴ Αὐστραλίας;

–Ἤτανε, κατ ̓ ἀρχήν, ἕνα τελείως ἄγνωστο κεφάλαιο. Εὑρῆκα τὸν πατέρα Στέφανο Διευθυντὴ Γραφείων, τὸν πατέρα Γερβάσιο Κούτσουρα γιὰ δουλειὲς τοῦ ποδαριοῦ, αὐτοὺς τοὺς δυὸ κληρικοὺς βρῆκα ἐδῶ μέσα στὸ Γραφεῖο. Σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ κάνουν στὸ Φανάρι, ὑπάρχει … Γραμματεία καὶ Πρωτοσυγγελία. Καὶ πρέπει νὰ δοῦμε ποιὸς εἶναι πιὸ κατάλληλος γιὰ τὸ καθένα. Λέω στὸν πατέρα Στέφανο: «Θὰ μοῦ δώσεις λίγες πληροφορίες γιὰ τὸ ποιὸς εἶναι ποιὸς ἐδῶ μέσα, νὰ ξέρω ποῦ πατάω, νὰ μὴν κάμω λάθη τραγικά;» Ἄρχισε νὰ κλαίει ὁ Στέφανος! Λέω: «Γιατί κλαῖς, πάτερ;» Λέει: «Θὰ σᾶς παρακαλοῦσα νὰ ρωτήσετε ὁποιονδήποτε ἄλλον γιὰ ὅ,τι θέλετε, ὄχι ἐμένα.» Λέω: «Ὅταν ὁ ἄνδρας κλαίει, γιὰ μένα εἶναι ἱερός! Σὲ εὐχαριστῶ πολύ, πάτερ. Τἰποτε ἄλλο. Λοιπόν, ἐσὺ θὰ εἶσαι ὁ Πρωτοσύγγελος καὶ ὁ πατὴρ Γερβάσιος θὰ εἶναι ὁ Ἀρχιγραμματεύς.»

–Πῶς ἦταν ἡ κατάσταση γενικότερα στὴν Αὐστραλία, ὅταν ἤρθατε, τὶ παραλάβατε ἀπὸ πλευρᾶς ἐνοριῶν, ναῶν;

–Δὲν μπορῶ νὰ θυμηθῶ μεγάλα πράματα, ξέρω μόνο ὅτι ἤτανε, οἱ περισσότερες Ἐκκλησίες ἤτανε ἐν ἐξεγέρσει. Ἐγὼ ἐσκέφτηκα τώρα πῶς θὰ παλέψω τὴν κατάσταση. Ἔπρεπε νὰ δῶ ποιὰ πρόσωπα εἶναι φερέγγυα.

–Πῶς βάλατε τοὺς πρώτους στόχους, τὶ ἦταν προτεραιότητες γιὰ σᾶς τότε;

–Τὸ πρῶτο ἦταν νὰ δῶ πόσοι ναοὶ ἦταν γραμμένοι στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ καὶ πόσοι ὄχι. Ἤτανε, τουλάχιστον τέσσερεις Ἐκκλησιὲς ἤτανε γραμμένες στὴν Ἀρχιεπισκοπή. Ἀλλὰ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἤτανε Κοινότητες. Ἡ λέξη Ἐνορία δὲν ὑπῆρχε. Αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο ποὺ μὲ ἐνόχλησε. Εἶπα, ἐνῶ εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ πρῶτο ποὺ ἱδρύεται, ὅπου πᾶνε οἰ Ἕλληνες, εἶναι ὁ Ναός, καὶ μετὰ γύρω ἀπὸ τὸν Ναό, ποὺ εἶναι ἡ Ἐνορία ὁ Ναός, γύρω ἀπὸ τὸν Ναὸ γίνονται τὰ διάφορα ἄλλα ἱδρύματα, κοινωφελῆ, ἐκπαιδευτικὰ κ.τ.λ. Εἶπα, ἀνοῖξτε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀνοῖξτε τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία καὶ βρέστε μου ποῦ ὀνομάζονται οἱ Ἐνορίες Κοινότητες. Πουθενά! Μόνο οἱ Ἐνορίες, οἱ ἐντὸς τῶν ὁρίων εὑρισκόμενοι. Καὶ μάλιστα οἱ Προτεστάντες ὁρίζουν τὴν Ἐνορία ὅτι εἶναι ὁ χῶρος ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀκούεται ἡ καμπάνα. Ἐνορία-Κοινότης ἢ Κοινότης ποὺ δὲν ἔχει Ἐνορία ἀκόμα, δὲν ἔχει Ναό. Ἐγὼ εἶπα, αὐτὸ τὸ κτίριο ποὺ ἀγοράσατε ἐδῶ, στὸ Redfern, εἶναι βέβαια ἀξιόλογο, διότι εἶναι προσιτὸ ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ Σίδνεϋ, ἀλλὰ πρέπει ὁ Ναὸς νὰ ἀναπαλαιωθεῖ, πρέπει, πρέπει χίλια πράματα. Χρήματα δὲν ὑπῆρχαν. Λοιπὸν ὅλα ἤτανε ἀρνητικά. Ἀλλά δὲν ἔχασα τὴν ψυχραιμία μου. Εἶπα, στὸ κάτω-κάτω, [Γερμανικὸ ρητὸ], «στὴν ἀνάγκη εἶναι ποὺ φαίνεται ὁ μάστορας». Εἴπαμε θὰ ἀξιοποιήσομε ὅσο μποροῦμε καλύτερα τὴν ἀγορὰ ποὺ ἔγινε ἐδῶ. Ἔβαλα ὡς στόχο νὰ προσελκύσομε νέους ἀνθρώπους γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ πατὴρ Σκούτας ἦτανε ἕνας ἀπὸ τὰ νέα παιδιά, τὰ ὁποῖα ἦρθαν νὰ σπουδάσουν στὴν Ἱερατικὴ Σχολή. Ἀρχίσαμε, μπορῶ νὰ πῶ, ἀπὸ τὸ τίποτα. Ἀλλὰ ὅταν τὸ τίποτα αὐτὸ εἶναι μιὰ πρόκληση γιὰ ἕναν νέο καὶ τίμιο ἄνθρωπο, τότε τὸ μηδὲν μπορεῖ νὰ γίνει στεφάνι καὶ νὰ στεφανώσει ἕνα μάρτυρα. Σιγὰ – σιγὰ ἀρχίσαμε. Ἐκάναμε καταγραφή, πρῶτα ἀπ ̓ ὅλα τῶν βιβλίων ὑλικοῦ, ὅπως τὰ λέγαμε, γιὰ νὰ ξέρομε τὶ ἔχομε, τὶ δὲν ἔχομε. Καὶ ἀρχίσαμε νὰ ἱδρύομε ἐνορίες, ὅπου δὲν ὑπῆρχαν.

–Στὸ Σίδνεϋ καὶ στὴ Μελβούρνη πρωταρχικά;

–Ἀρχικὰ στὸ Σίδνεϋ, διότι ἐδῶ ἦταν ἡ ἱστορικὴ πρωτεύουσα. Στὴ Μελβούρνη ἤτανε τελείως ἀρνητικὸ τὸ ἔδαφος, διότι ἐκεῖ εἴχανε συνεργαστεῖ ἐναντίον τοῦ ἑκάστοτε ὑποψηφίου Ἀρχιεπισκόπου ὁ Κουρτέσης, ὁ Μουτάφης καὶ κάποιες ἄλλες ὀργανώσεις. Ἀκόμη καὶ ὁ βοηθὸς Ἐπίσκοπος, ὁ Ἀρίσταρχος, ποὺ ἐθεωρεῖτο φίλος μου, ἀπὸ τὴ Χάλκη, καὶ αὐτὸς ἀκόμη, κατὰ βάθος, εἶχε ὑπονομεύσει τὴ Μελβούρνη. Ἤθελε νὰ τὴν κάμει ἀνεξάρτητη Μητρόπολη. Ἄρχισαν λοιπὸν οἱ δυσκολίες ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα. Ὅμως δὲν εἶχα ἀξιώσεις. Ἐπειδὴ ἤμουνα φτωχὸς ὡς φοιτητής, ἐπεινοῦσα καὶ κρύωνα, δὲν ἤλπιζα ὅτι θὰ ρθῶ νὰ βρῶ, γι ̓ αὐτὸ καὶ δὲν πῆγα πουθενά, ἀλλὰ ἔμενα μέσα στὰ Γραφεῖα. Στὸ πίσω μέρος εἶχα ἕνα σὰν παραβάν, εἶχανε φτιάξει, κι ἐκεῖ κοιμόμουνα. Λοιπόν, ἐν πάσει περιπτώσει, ἀρχίσαμε ἔτσι, ἔκανα τὶς ἐκθέσεις μου ἐγὼ στὸ Πατριαρχεῖο, ἔλεγα αὐτὰ ποὺ πιστεύω, μὲ ὅλη μου τὴν εἰλικρίνεια. Αὐτὸ ποὺ ἐμένα μὲ ἐνθουσίασε ἦταν τὸ ὅτι ἔπιασα τὸ κλειδὶ στὸ ὅτι ἡ λέξη ἐνορία ἦταν τελείως ἀνύπαρκτη. Καὶ εἶπα θὰ λέμε Ἐνορία- Κοινότης ἢ Κοινότης. Δὲν εἶχανε ἐνοριακὸ Ναό; Εἶπα; «Ὅ,τι κάματε μέχρι τώρα, κάματε. Ἐγὼ δὲν κάνω milk-bars.» Μὲ τὸ νὰ ἀρχίσω θεωρητικά, γιὰ ἕξι μῆνες δὲν εἶπα λέξη. Ἄκουα μόνο καὶ ἀγόραζα. Μετὰ σὲ κάθε state συγκάλεσα ὅλους τοὺς κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Κοινότητες, Ἐνορίες, ὀργανισμούς, δημοσιογράφους.

–Ποιὰ ἦταν ἡ ἀνταπόκριση ποὺ βρήκατε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συγκαλέσατε στὴ διάρκεια τῶν ἐπισκέψεών σας στὶς Πολιτεῖες τῆς Αὐστραλίας, αὐτὲς τὶς συσκέψεις ποὺ θελήσατε νὰ οἰκοδομήσετε πάνω τους;

–Ναί, ἐγὼ τοὺς εἶπα: «Μέχρι τώρα, γιὰ ἕξι μῆνες, δὲν μίλησα καθόλου. Ἄκουα καὶ προσεκτικὰ ἐφρόντιζα νὰ σᾶς ἀπαντήσω τίμια, ποῦ πετύχατε καὶ ποῦ ἐσφάλατε. Ἔχω τὴ γνώμη ὅτι μποροῦμε νὰ συνεννοηθοῦμε, νὰ φτιάξομε Ἐνορίες-Κοινότητες ποὺ θά ̓χουν καὶ τὸν Ναὸ καὶ τὰ περὶ τὸν Ναό. Ὅλα αὐτὰ ὑποταγμένα ὅμως στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἑκκλησία εἶναι ποὺ ἔρχεται νὰ εὐλογήσει τὸν τίμιο μόχθο σας.» Καὶ ἔτσι ἀρχίσαμε τὴν ἵδρυση ἐνοριῶν.

–Τὰ χρόνια λοιπὸν ποὺ ἀκολούθησαν, γιὰ σχεδὸν σαράντα χρόνια τώρα, ὁ ἀριθμὸς τῶν τεσσάρων ἀρχικὰ Ἐκκλησιῶν ποὺ ἀνῆκαν στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Αὐστραλίας, ὅταν ἤρθατε, ὅταν παραλάβατε ἐσεῖς αὐτὴ τὴν ποιμαντορικὴ θέση, ἔχει ξεπεράσει τὶς ἑκατό, νομίζω;

–Ἂ βέβαια, κάπου ἑκατὸν εἴκοσι εἶναι τώρα οἱ Ναοί. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ ὅτι ἐκάναμε τραγικὰ λάθη. Διότι προσπαθήσαμε, μ ̓ αὐτὸν τὸν τρόπο εἴχαμε πλέον τὴ δυνατότητα νά ̓χομε στὸ πλευρὸ μας αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι πιστεύουν στὴν Ἐκκλησία. Κι ἔτσι ἔγιναν ἀρκετὰ πράγματα, σχολεῖα, κατηχητικὸ σχολεῖο, ἡ Χριστιανικὴ Ἕνωση μὲ ἀγκάλιασε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή. Λοιπὸν ἀντιλαμβάνεστε ὅτι, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἐν τῇ ἀπειρίᾳ μου καὶ ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ μου ἐγύρευα διεξόδους στὸ γνήσιο. Εἶπα ὅτι πρέπει νὰ ἱδρύσομε ἕνα σῶμα, τῆς S.C.O.O.C.A. τὸ λέγαμε, τῶν κανονικῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων, ὅσοι εἶναι ἄλλοι ἐδῶ καί, ἂν εἶναι πρόθυμοι, νὰ συνεργαστοῦμε. Καὶ μετὰ ἀπ ̓ αὐτὸ εἶπαμε ὅτι θέλω νὰ ἀναπτύξω καλὲς σχέσεις μὲ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κίνηση εἶναι μιὰ προσπάθεια νὰ διαπιστώσουν οἱ Χριστιανοὶ πόσο ἔχουν κρατήσει κοινὸ ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ ὅραμα. Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ προχωρήσαμε. Μᾶς βοήθησε πάρα πολὺ ἡ ἀνάγκη νὰ ἀμυνθοῦμε στὸν προσηλυτισμὸ ποὺ μᾶς ἔκαναν στὰ Πανεπιστήμια. Πῶς προέκυψε ἡ ἀνάγκη τῶν σχολείων; Ἐπῆγα στὸ Ντάργουιν. Ἤτανε ἀκόμα τὸ «Πατρίς», τὸ εἶχαν ἐπιτάξει. Ἐκεῖ εἶχε τὰ Γραφεῖα της, τρόπον τινά, ἡ Κοινότητα τοῦ Ντάργουιν, διότι εἶχανε πάθει μεγάλο …. μὲ τὸν κυκλώνα τοῦ 1974. Ἐκεῖ μοῦ κάμανε τὴν ὑποδοχή μου. Μέσα στὸ πλοῖο. Ἡ Δήμαρχος τότε τοῦ Ντάργουιν μοῦ λέει: «Δυστυχῶς οἱ μεγάλες κατάρες τῆς ἐποχῆς μας, ἡ πρώτη καὶ χειρότερη εἶναι τὰ ντράνκς, τὰ ναρκωτικά.» Λέω: «Ἐγὼ ἀμέσως δηλώνω ὅτι θὰ προσπαθήσω τὸ ταχύτερον δυνατὸν νὰ ἀποκτήσομε τὰ δικά μας σχολεῖα. Ἀπὸ τὸ Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο. Θὰ ξεκινήσομε ἀπὸ τὸ μικρό, ἀπὸ χαμηλά. Νὰ χειραγωγοῦμε τὰ παιδιὰ ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ ἐξασφαλίζομε χρηστοήθεια καὶ ἑλληνομάθεια, δυὸ πράγματα πολὺ βασικά.»

–Τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποτρέψουν τὰ παιδιὰ ἀπὸ ναρκωτικὰ καὶ ἄλλες ἐξαρτήσεις.

–Ἀκριβῶς, ἀκριβῶς. Τὸτε ὁ Sir Athun καὶ ὁ Μιχάλης ὁ Διαμαντῆς ποὺ ἤτανε ἤδη στὸ Ἀρχιεπισκοπικὸ Συμβούλιο, μοῦ λένε: «Πᾶς νὰ ἀποκόψεις τὸν Ἑλληνισμὸ ἀπὸ τὸ μέιν στρήμ καὶ νὰ τὸν κλείσεις σὲ γκέτο.» Λέω: «Ὄχι, δὲν εἶναι γκέτο, κάνετε λάθος καὶ θὰ ̓ρθεῖ ἐποχὴ ποὺ θὰ τὸ ἀναγνωρίσετε μόνοι σας.» Λοιπὸν ἀρχίσαμε νὰ ἱδρύομε τὰ σχολειά μας. Μὲ τὸ νὰ δοθοῦμε ψυχῇ τε καὶ σώματι σ ̓ αὐτὴ τὴν σταυροφορία μὲ σύνθημα «ἑλληνομάθεια καὶ χρηστοήθεια», προχωρήσαμε μιὰ χαρά.

–Ὁ τομέας τῆς παιδείας γιὰ σᾶς περιελάμβανε ὁπωσδήποτε καὶ τὴν παροχὴ ἀνώτατης ἐκπαίδευσης στοὺς κληρικούς.

–Βεβαίως, εἶχα τὴ φιλοδοξία καὶ τὸ εἶπα ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα, νὰ ἀξιωθοῦμε μιὰ μέρα νὰ ἱδρύσομε τὴ δική μας Σχολή. Ἀλλὰ ἤμουνα βέβαιος ὅτι ἀερολογοῦσα. Δὲν εἴχαμε πρόσωπα, δὲν εἴχαμε χρήματα, δὲν εἴχαμε κτιριακὲς ἐγκαταστάσεις. Ποῦ θὰ κάναμε Θεολογικὴ Σχολή; Ὅταν εἶπα στὸν μακαρίτη τὸν Σπύρο τὸν Ψωμᾶ, ὅτι θὰ κάμω μιὰ προσπάθεια, εἶπα θὰ καλέσω ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μοῦ λένε ὅτι εἶναι καλοὶ φίλοι μου, νὰ μοῦ δώσουν ὁ καθένας τους ἕνα χιλιάρικο. Ἂν θὰ μ ̓ ἔβγαζαν νὰ μοῦ κάμουνε τραπέζι στὰ Δεκάχρονά μου, δὲν θὰ ξόδευαν χίλια δολλάρια; Νὰ μᾶς δώσουν τὸ χιλιάρικο. Λοιπὸν ἔστειλα ἕνα γράμμα σὲ χίλια ἄτομα. Ποὺ ἦταν χίλιοι ὅλοι αὐτοί, ἐλέγανε.

–Ἀπὸ τὶς χίλιες ἐπιστολὲς ποὺ στείλατε γιὰ νὰ ζητήσετε βοήθεια γιὰ τὴν ἵδρυση τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, πόσοι ἀνταποκρίθηκαν, Σεβασμιώτατε;

–Ἔ, εἴχαμε κάτι συγκινητικὲς ἐκδηλώσεις. Ἑξακόσιες χιλιάδες μαζεύτηκαν. Ὁ Ψωμᾶς, ὁ ὁποῖος στὴν ἀρχὴ μοῦ λέει, «ἂν εἶχες καὶ πέντε φίλους, θὰ τοὺς χάσεις κι αὐτούς», εἶδε μετὰ ὅτι εἶχα δίκιο.

–Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τρυφερὴ ἡλικία ὅμως τῆς Ὁμογένειας, ποὺ ἐξυπηρετήθηκε μὲ τὴν ἵδρυση τῶν Κολλεγίων, καὶ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ὑπῆρξε ἰδιαίτερη φροντίδα, ἰδιαίτερη πρόνοια γιὰ τὴν τρίτη ἡλικία, καθὼς ἡ Ὁμογένεια μεγάλωνε. Ὅλη αὐτὴ ἡ ἀφοσίωση γιὰ τὴν ἐπέκταση τῆς Βασιλειάδας ἦταν μέσα στὸ πρόγραμμά σας ἀρχικά;

–Βέβαια, ἤτανε διότι εἶχα πεῖ τότε εἰς τὴν στοργὴ τῆς Ἐκκλησίας προτεραιότητα ἔχουν οἱ πιὸ εὐάλωτες ἡλικίες, τὰ δημοτικὰ σχολειὰ καὶ οἱ γέροντες, τὰ γηροκομεῖα. Οἱ γέροντες εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι οἱ ἀπόμαχοι τῆς ζωῆς, ἀλλὰ εἶναι οἱ δεδοξασμένοι, οἱ δοκιμασμένοι καὶ οἱ τίμιοι πρόμαχοι, οἱ ὁποῖοι γίνονται πλέον τὰ σύμβολα. Ναί, μ ̓ αὐτὸν τὸν τρόπο καλύψαμε ὅλες τὶς ἀνάγκες ὅλων τῶν ἡλικιῶν. Ἄρχισε γιὰ πρώτη φορά, ὁ μακαρίτης ὁ Γουίτλαμ ἤτανε ὁ πρῶτος πρωθυπουργὸς ποὺ σκέφτηκε νὰ δώσει χορηγίες σὲ μᾶς, νὰ κάνομε δικά μας ἱδρύματα.

–Σεβασμιώτατε, τὰ ἐπιτεύγματα εἶναι πολλὰ στὴ διάρκεια αὐτῶν τῶν σαράντα ἐτῶν. Ὅμως πιστεύουν πολλοὶ πὼς σημαντικότατο ρόλο στὴν καθυστέρηση κατὰ κάποιο τρόπο προόδου τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Αὐστραλίας ἔπαιξε ἡ διαίρεση καὶ ἡ ἀντιπαράθεση, ἡ ἀντιπαλότητα ποὺ ὑπῆρχε ἀπὸ πλευρᾶς συγκεκριμμένων Κοινοτήτων καὶ προσώπων ἐναντίον τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Αὐστραλίας. Πῶς τὴ βιώσατε αὐτὴ τὴ διαίρεση καὶ πῶς τὴν ἀντιμετωπίσατε τελικά;

–Μὲ τὴν εἰλικρίνεια καὶ μὲ τὸ σθένος ποὺ ἔχει ὁ τίμιος ἄνθρωπος. Ἔλεγα σὲ ὅλους, «ὅ,τι σᾶς ὑποσχεθῶ, κάτι, θὰ τὸ τηρήσω. Ἐὰν σᾶς γελάσω, νὰ μὴν ντραπεῖτε νὰ τὸ πεῖτε δημοσίᾳ, καὶ νὰ μὲ φτύσετε ἀκόμα, διότι τὸ ἐγκόλπιο βαρύνει ἐμένα καὶ ὄχι ἐσᾶς. Ἀλλὰ καὶ σεῖς, ἐὰν τυχὸν ὑποσχεθεῖτε καὶ μὲ γελάσετε, νὰ πᾶτε νὰ κρυφτεῖτε, διότι θὰ σᾶς κυνηγῶ μέχρι νὰ δεῖτε ὅτι ἔχετε ἄδικο. Γιὰ τὸ καλὸ τὸ δικό σας ἀγωνίζομαι.» Οἱ ἐξηγήσεις μου καὶ οἱ συζητήσεις μου στὶς ἐπαφὲς ποὺ εἴχαμε, ὁσάκις ἐρχόνταν νὰ μὲ δοῦνε οἱ ἐκπρόσωποι τῶν σχισμάτων τότε, ἤτανε ξεκάθαρες.

–Σ ̓ αὐτὰ τὰ σαράντα χρόνια ζήσατε στιγμὲς κορύφωσης, στιγμὲς ὀδύνης, στιγμὲς προβληματισμοῦ. Ἂν σᾶς ζητοῦσα νὰ ξεχωρίσετε κάποιες ἰδιαίτερα εὐαίσθητες περιπτώσεις καὶ στιγμὲς γιὰ σᾶς, ποῦ θὰ στεκόταν ὁ νοῦς σας;.

–Τὴ μεγαλύτερη πικρία τὴν ἐδοκίμασα, ὅταν ἄκουσα ὅτι ἐτόλμησε ὁ Ἱεροσολύμων νὰ κάμει εἰσβολή, ἐδῶ. Καὶ τότε ἔλεγα ὅτι ποῦ βρέθηκε ἡ Αὐστραλία νὰ ἔχει σχέση μὲ τὸν Ἱεροσολύμων, ἀπὸ πότε; Ἀπὸ τὸ ̓24 τόσο, ποὺ ὁ Μελέτιος Μεταξάκης ἐπανήγαγε ὅλες τὶς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Μητροπόλεις εἰς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ ἀμφισβητήσει τὴν ἰδιότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τὴν ἁρμοδιότητά του. Δυόμισυ χρόνια ἤτανε ἐδῶ οἱ δύο Μητροπολῖται ποὺ ἤρθανε δῆθεν νὰ πάρουνε μιὰ δωρεά. Ἐγὼ πολέμησα μὲ νύχια καὶ μὲ δόντια. Καὶ αὐτὸ ἤτανε ἡ μεγαλύτερη δόξα μου καὶ ἡ μεγαλύτερη ἀποζημίωσή μου, ὅταν ἀποφασίστηκε νὰ συγκληθεῖ ἡ Μείζων καὶ Ὑπερτελῆς Σύνοδος, τὴν ὁποία ἀρχιτεκτόνησα ἐγὼ προσωπικά, καὶ ὁμολόγησε ἐνώπιον πάντων ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ὅτι αὐτὸ ἦταν ἐπιτυχία τοῦ Στυλιανοῦ.

–Μιὰ σύνοψη αὐτῶν τῶν σαράντα χρόνων μέσα σὲ μία πρόταση.

–Τὸ μόνο ποὺ μπορῶ νὰ πῶ εἶναι ὅτι, ὅταν οἱ σκοποὶ εἶναι ἱεροί, ἐκεῖνος ποὺ θὰ προστατέψει τὴν πραγματοποίηση τῶν σκοπῶν εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὄχι ὁ κόσμος ἢ ὁ ἄνθρωπος. Ἀρκεῖ νὰ πιστεύει κανεὶς αὐτὸ ποὺ κάνει.

Ἀλλοίμονο σ ̓ αὐτοὺς
ποὺ δὲν ἀμφισβητήθηκαν,
γιατὶ θὰ πεῖ πὼς ταυτιστῆκαν
μ ̓ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Ἀλλοίμονο σ ̓ αὐτοὺς
ποὺ δὲν διώχτηκαν,
γιατὶ θὰ πεῖ πὼς δὲν πολέμησαν
μήτε μὲ σκιές.

Ἀλλοίμονο σ ̓ αὐτοὺς
ποὺ δὲν ἐθανατώθηκαν,
γιατὶ θὰ πεῖ πὼς δὲν ἐπλήρωσαν
τὸ φόρο τῆς ζωῆς ἀκέραιο. *

–Εὐχαριστοῦμε πολύ, Σεβασμιώτατε, ποὺ μιλήσατε στὸ Ἑλληνικὸ Πρόγραμμα τῆς Ραδιοφωνίας SBS. Εὐχόμαστε ὑγεία καὶ μακροημέρευση.

–Εὐχαριστῶ πάρα πολὺ καὶ τὸ ἴδιο εὔχομαι κι ἐγὼ σὲ σᾶς.

————————
Ἡ συνέντευξη αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τοῦ θεολόγου καὶ παιδικοῦ φίλου τοῦ ἀοιδίμου Στυλιανοῦ κυρίου Γιώργη Ἀναγνωστάκη. Ἡ ἀπομαγνητοφώνηση καὶ ἡ ἐπιμέλεια τοῦ κειμένου ὀφείλεται στὸν φιλόλογο Λάμπη Καψετάκη.

* Σημείωση τοῦ ἐπιμελητῆ: Πρόκειται γιὰ τὸ ποίημα «Ἀφορισμοί», μὲ τοπο- χρονολογία γραφῆς: Θεσσαλονίκη 17-10-69. Στὸ ποίημα προτάσσεται τὸ εὐαγγελικὸ χωρίο: Οὐαὶ ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσιν πάντες οἱ ἄνθρωποι (Λουκ. 6,26). Ἀπὸ τὴν πρώτη ποιητικὴ συλλογή του Χῶμα καὶ στάχτη, ἔκδοση ἐκτὸς ἐμπορίου, Ἀθήνα 1978. Καὶ στὸν συγκεντρωτικὸ τόμο: Ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ Ι, «Ἑρμῆς», Ἀθήνα 1985, σ. 37.