Οι ανοιχτοί ορίζοντες της καρδιάς Αγίων Γερόντων

Οι ανοιχτοί ορίζοντες της καρδιάς Αγίων Γερόντων

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Παλαιός φίλος που οι εναλλαγές του βίου δεν διέκοψαν την επικοινωνία μας,μου έστειλε πρόσφατα μιαν ακόμη επιστολή του την οποία αποφάσισα να δημοσιεύσω, διότι θεωρώ πως δεν απευθύνεται σε μένα προσωπικά αλλά σε πολλούς που νιώθουν ανοιχτοί στους ορίζοντες του πνευματικού.

«Γνωρίζεις πολύ καλά εδώ και χρόνια ότι είμαι πιστός, ένας χριστιανός που ασπάζεται το Πιστεύω όπως ορίζει η Εκκλησία μας, αλλά που δεν χάνεται μέσα στα ερωτήματα αναζητώντας λογικές απαντήσεις ενώ ορίζουν πως ο Θεός είναι απερινόητος. Γι αυτό, παρακαλώ να θυμάσαι όσο διαβάζεις πως δεν ξέρω τι είναι ένας άγιος. Άρα δεν μπορώ να μιλήσω για την αγιότητά του λες και είναι κάτι που το ξέρω, ούτε για το τι έκανε ώστε ο Θεός να πει ¨ναι, αυτός ως εκ τούτου είναι άγιος¨. Εξ άλλου, δεν είμαι βέβαιος ότι άγιοι άνθρωποι είναι μόνον όσοι έχουν ανακηρυχθεί από το Πατριαρχείο κι όχι μια γυναίκα που τη βλέπουμε στο σούπερ μάρκετ με τα μάτια πεινασμένα για ελπίδα, τα χέρια σκληρά από τη δουλειά και το πρόσωπο σκαμμένο χωράφι από τις μέριμνες για τα παιδιά της.
Έχω την πεποίθηση ότι ο γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης θα χαμογελούσε με συγκατάβαση εάν τον ρωτούσα γιατί γίνατε εσείς άγιος κι όχι ένας μοναχός που ουδέποτε απέσπασε την προσοχή κανενός. Αυτά τα σκεπτόμουν όταν πήγαινα να συναντήσω στο νοσοκομείο που είχαν φέρει τον γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, ο οποίος είχε ιδιαίτερη πνευματική σχέση με τον Αιμιλιανό. Εκείνος όμως, μόλις με είδε με κοίταξε και μου χαμογέλασε με γλυκύτητα. Έμεινε λίγο σιωπηλός, σαν να με έψαχνε, κι έπειτα μου απάντησε λες και είχαμε συζήτηση για το ερώτημά μου: «Θα σου εξηγήσω, λοιπόν.» Δεν μου εξήγησε ( ή δεν μπόρεσα να καταλάβω ότι μου εξήγησε) ποιος και γιατί είναι άγιος, μου έδειξε όμως ένα μονοπάτι για να δω ότι η λογική μας επιτρέπει να καταλάβουμε πως δεν πρέπει να την θεωρούμε μέσο ικανό να ορίζει ποια είναι η πραγματικότητα. Διότι δεν έχει τρόπο ο εγκέφαλος του ανθρώπου να προσλάβει την πραγματικότητα στο σύνολό της. Κι επίσης, ότι η λογική δεν μπορεί να δίνει απαντήσεις πάντοτε σε ερωτήματα που είναι ικανή να συλλάβει.
Θέλω να σου μιλήσω για τον γέροντα Αιμιλιανό, αλλά δεν μπορώ. Δεν έχει νόημα να σου γράψω το βιογραφικό του, αφού στο ίντερνετ υπάρχουν δεκάδες. Να μιλήσω πέραν αυτών; Πώς να σου μιλήσω για τη μυστική θεολογία, όταν εγώ μεν είμαι ενημερωμένος γι αυτήν, εκείνος δε ζούσε μέσα στο αόρατο φως της; Πώς να σου μιλήσω για μοναχό και μάλιστα αγιορείτη όταν οι παραστάσεις που έχουμε γι αυτόν είναι συνήθως λαθεμένες; Πόσο νιώθουμε ότι μιλάμε διαφορετική γλώσσα, έχουμε διαφορετικές εμπειρίες και προτεραιότητες, διαφορετικό τρόπο και νόημα της ζωής; Δεν θα μπορέσω λοιπόν να σου μιλήσω γι αυτόν. Μπορώ μόνον να σου μιλήσω για το πώς ένιωσα εγώ όταν τον συνάντησα.
Πρώτη φορά τον είδα στη Σιμωνόπετρα. Όταν φθάσαμε στο μοναστήρι οι τρείς φίλοι, νιώσαμε αμέσως τη διαφορά. Ερχόμασταν από ένα μοναστήρι που μας φάνηκε ότι κυριαρχούσε ο φόβος της αμαρτίας και των συνεπειών της. Στη Σιμωνόπετρα νιώσαμε αμέσως, στο Αρχονταρίκι, ένα αίσθημα ότι δεν μας απειλεί κανείς: ούτε η αμαρτία να μας καταπιεί ούτε η συγχώρηση να μας τρομάζει. Στη Λειτουργία, με κυρίευσε ένα πρωτοφανές σε μένα αίσθημα: ένιωσα ότι εδώ, μαζί με τους μοναχούς, μπορείς κι εσύ να συμμετέχεις . Η υπέρβαση είναι στο χέρι σου, εσύ αποφασίζεις. Με πλησίασε ο π. Ελισαίος (που είχαμε μιλήσει για λίγο και είχα καταλάβει πως πρόκειται για μοναχό που έχει και τη σοφία της μόρφωσης και την εμπειρία του πέραν αυτής) μου είπε ψιθυριστά πως ο γέροντας θέλει να πω το Πιστεύω. Ευχαρίστησα και αρνήθηκα, γιατί δεν μου ήταν δυνατόν να αρθρώσω λέξη. Ένιωθα ανίκανος να μιλήσω μπροστά στην υπέρβαση που με καλούσε να επιλέξω αν θα περάσω την ανοιχτή διάβαση ή θα μείνω στα βαλτόνερα της νόησής μου.
Την επόμενη φορά που τον συνάντησα, μας επισκέφθηκε στο σπίτι μας. Και πάλι, για να μη πέσω στο επίπεδο της τυπικής παραγλώσσας του πιστού, εννοώ της γλώσσας που είναι γεμάτη βυζαντινισμούς τους οποίους συνήθως δεν εννοούμε σε βάθος, θα μιλήσω για τα δικά μου αισθήματα μη τολμώντας να αποδώσω τα δικά του.
Όπως ξέρεις, στο σπίτι μου έχω δεχθεί πολλούς Μητροπολίτες, και όχι μόνο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το ύφος τους, οι κινήσεις τους, η γλώσσα τους δεν σου επέτρεπαν να λησμονήσεις την εξέχουσα θέση τους. Αντίθετα ο γέρων Αιμιλιανός. Ήταν απλός και καταδεκτικός. Καμία έπαρση, κανένας στόμφος. Ταπεινός χωρίς να το δείχνει – μάλλον θάλεγα ότι ήταν ανθρώπινος. Δεν περίμενε από μένα τίποτε. Έχω την εντύπωση ότι αν δεν έβρισκε ανεκτή επικοινωνία, θα αποχωρούσε ευγενικά. Δεν έδειχνε διατεθειμένος να σπαταλιέται.
Η παρουσία του και ιδίως το βλέμμα του μετέδιδε γαλήνη. Με ρωτούσε για εμάς και ο λόγος του μετέδιδε την αίσθηση ότι οι μέριμνες της βιοτής οφείλουν να τακτοποιούνται εν ηρεμία και εν συντομία. Μη δαπανώμεθα γι αυτές. Δεν έχουν τόση σημασία όσο θέλει να μας πείσει η καθημερινότητα. Αυτές που έχουν σημασία, αυτές που γίνονται βάσανα, είναι ευλογημένοι οδηγοί, διότι μας δίνουν τη δυνατότητα να κρατηθούμε στα ουσιώδη, να σκάψουμε μέσα μας για δυνάμεις από τα βάθη. Να μάθουμε να νιώθουμε την ασθένεια και το πένθος ως δυνάμεις εγρήγορσης και μέσα ανασύστασής μας.
Μια παρένθεση εδώ: την ίδια στάση έδειξε και το άλλο πνευματικοπαίδι του, ο π. Ιουστίνος. Όταν τον ενημέρωσα στο τηλέφωνο ότι ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος πάσχει από βαρύ καρκίνο, μου απάντησε: «Α, δόξα τω Θεώ!» Εγώ έμεινα άναυδος, εκείνος συνέχισε: «Του δίνει ο Κύριος ευκαιρία για προσευχή!»
Είχα αρκετά καλά μελετήσει τη μυστική θεολογία, χριστιανική και ινδική, ώστε να καταλαβαίνω από τη συζήτηση πως ο γέροντας Αιμιλιανός είχε όχι μόνο μυστική γνώση αλλά ζούσε άνετα εντός της. Από αυτή την ιδιαίτερη ζωή αντλούσε τη βεβαιότητα κι όχι από τις απόψεις ή την αυτοπεποίθηση του γνώστου. Γι αυτό και ο λόγος του δεν ήταν ηθικολογίες, δεν ήταν κήρυγμα, αλλά κατανόηση της ψυχής σε βαθμό και με τρόπο που μας υπερβαίνει.
Σε κάποια στιγμή, ζήτησε από τη γυναίκα μου να δει την κρεβατοκάμαρά μας. Απροσδόκητη παράκληση. Η γυναίκα μου τον οδήγησε εκεί. Βγήκε πάρα πολύ ευχαριστημένος. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί, αλλά χάρηκα με τη χαρά του. Ένιωσα σαν να μου έκανε σπουδαίο δώρο. Ήθελα να του χαρίσω κάτι, αλλά όσο και να αναρωτιόμουν δεν εύρισκα τίποτε άξιο γι αυτόν. Εκείνος με κατάλαβε, και μου λέει «Μου χαρίσατε μια πολύτιμη εικόνα» και συνέχισε.
Συνεχίσαμε και ήταν πρόδηλο πως ο δρόμος του ήταν η γαλήνη. Ένιωσα βέβαιος πως ο δρόμος του είχε δύο άξονες, άκρως παράδοξους για μένα έως τη συνάντησή μας: ο ένας ήταν να νιώθει πως η ύπαρξη του ανθρώπου βεβαιώνει την ύπαρξη του Θεού. Θα τολμούσα να σου πω ότι το πρόσωπο του ανθρώπου είναι το πρόσωπο του Θεού, με την έννοια ότι το χαστούκι ή το χάδι που θα δώσεις, την ευχαρίστηση ή την κακότητα, τα δίνεις στο πρόσωπο του Θεού. Ο δεύτερος άξονας τολμώ να πω ότι ήταν η πεποίθηση πως η ορθή πορεία χάνεται όταν η ψυχή νιώθει να διεκδικεί, ή να θυμώνει, ή να ανησυχεί. Είσαι στην σωστή πορεία μόνον εφ όσον γαληνεύεις. Μου είπε χαρακτηριστικά: «Και το Ευαγγέλιο να απαγγέλεις έχοντας ταραγμένη ψυχή, δεν έχει νόημα. Η αλήθεια του Λόγου είναι μακριά σου.»
Ασφαλώς, αυτοί που έζησαν μαζί του, οι καλόγεροι, εάν διαβάσουν το γράμμα μου μάλλον θα το θεωρήσουν αστείο. Ελπίζω να μην εξοργισθούν. Σέβομαι τη γνώμη τους, διότι αυτοί είναι σε θέση να προσλάβουν πάρα πολλά που εμένα μου είναι αδύνατον. Παρακαλώ σε, ως εκ τούτου, να μη συγκρίνεις τις προσωπικές μου εντυπώσεις με τις έγκριτες γραφές εκείνων. Κράτησε από την επιστολή μου μόνον τούτο: ότι εγώ πάντως τον ευχαριστώ και τον τιμώ διότι ασχολήθηκε μαζί μου και μου δίδαξε ουσιώδη. Τώρα, πόσο εγώ κατάλαβα, είναι άλλο θέμα.»