You are currently viewing Ο Επίσκοπος Δορυλαίου Νίκανδρος εξελέγη Μητροπολίτης Ειρηνουπόλεως από την Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Ο Επίσκοπος Δορυλαίου Νίκανδρος εξελέγη Μητροπολίτης Ειρηνουπόλεως από την Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Κατά την 3ην Οκτωβρίου 2019, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Δορυλαίου Νίκανδρος εξελέγη παμψηφεί Μητροπολίτης της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Ειρηνουπόλεως, συνεδρία και ψήφο κανονική της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

ΕΠΙΣΗΣ, η Αγία και Ιερά Σύνοδος, η οποία συνεδριάζει, εξέλεξε παμψηφεί Μητροπολίτη Σεβαστείας τον από Επίσκοπο Απολλωνιάδος, κ. Σεραφείμ.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ:

 

 

 

Ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Δορυλαίου Νίκανδρος (κατὰ κόσμον Νικόλαος) Παλυβὸς ἐγεννήθη ἐν Στύροις Καρυστίας τὸ ἔτος 1947. Ἐσπούδασεν εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, λαβὼν τὸ πτυχίον τὸ 1974.

Παρηκολούθησεν ἐπὶ τριετίαν μαθήματα εἰς τὴν Νομικὴν Σχολὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Διάκονος ἐχειροτονήθη τὸ 1969, Πρεσβύτερος δὲ τὸ 1970. Διετέλεσε Πρωτοσύγκελλος (1974-1989) καὶ Ἐφημέριος (1970-1989) τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καρυστίας καὶ Σκύρου.

Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1989 ἀνέλαβεν Ἱερατικῶς Προϊστάμενος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Παλαιοῦ Φαλήρου, Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος Παλαιοῦ Φαλήρου-Ἀλίμου καὶ Γραμματεὺς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης.

Ὑπηρέτησεν ἐπὶ δεκαοκτὼ συναπτὰ ἔτη ὡς Θεολόγος Καθηγητὴς τῆς Δευτεροβαθμίου Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 2000 ὑπηρέτησεν εἰς τὴν Ἱερὰν Ἀρχιεπισκοπὴν Αὐστραλίας ὡς Ἱερατικῶς Προϊστάμενος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἰωάννου εἰς Κάρλτον Βικτωρίας.

Τὴν 5ην Δεκεμβρίου 2000, μετὰ πρότασιν τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας Στυλιανού, ἐξελέγη ὁμοφώνως, ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, Βοηθὸς Ἐπίσκοπος τοῦ Σεβασμιωτάτου, ὑπὸ τὸν τίτλον τῆς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Δορυλαίου.

Τὴν 25ην Φεβρουαρίου 2001 ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος, εἰς τὸν Ἱερὸν Καθεδρικὸν Ναὸν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Σύδνεϋ, ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας Στυλιανού καὶ τῶν Βοηθῶν Αὐτοῦ Ἐπισκόπων, ἐν συνεχείᾳ δὲ ἐτοποθετήθη ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου ὡς Βοηθὸς Ἐπίσκοπος Αὐτοῦ εἰς τὴν Πέμπτην Ἀρχιεπισκοπικὴν Περιφέρειαν (Δυτικὴ Αὐστραλία), ἀπὸ δὲ τῆς 26ης Ἰουνίου 2002 ὑπηρετεῖ, ἐπίσης, ὡς Βοηθὸς Ἐπίσκοπος τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ εἰς τὴν Τρίτην Ἀρχιεπισκοπικὴν Περιφέρειαν (Νότιος καὶ Βόρειος Αὐστραλία).

 

 

Ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ἀπολλωνιάδος κ. Σεραφείμ γεννήθηκε τὸ 1949 στὴν Ἀθήνα καὶ μετὰ τὸ τέλος τῶν γυμνασιακῶν του σπουδῶν στὸ Χαλάνδρι Ἀττικῆς καὶ μετὰ τὴν στρατιωτική του θητεία, φοίτησε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Στὴ συνέχεια ἔκανε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὸ τμῆμα Πρακτικῆς Θεολογίας τοῦ ἰδίου Πανεπιστημίου. Χειροτονήθηκε Διάκονος τὸ 1975 καὶ στὰ τέλη τοῦ ἰδίου χρόνου Πρεσβύτερος καὶ ὑπηρέτησε γιὰ τέσσερα χρόνια στὴν Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Θυατείρων καὶ Μεγάλης Βρεττανίας. Τὸ 1980 ἐγγράφηκε στὴν Ἱ. Μητρόπολη Νέας Κρήνης καὶ Καλαμαριᾶς, ὅπου ὑπηρέτησε ἐπὶ ἑξαετία ὡς Ἱερατικῶς Προϊστάμενος τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ ὡς ὡρομίσθιος Καθηγητὴς στὸ Γυμνάσιο Ν. Κρήνης.

Τὸ 1986 ὁ Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας κ. Στυλιανός τὸν μετεκάλεσε στὴν Πέμπτη Ἤπειρο καὶ τὸν τοποθέτησε ὡς Ἱερατικῶς Προϊστάμενον εἰς τὸν Ἱ. Ἀρχιεπισκοπικὸν Ναὸν Ἁγ. Εὐσταθίου, καθὼς καὶ εἰς τὰ ἐν Μελβούρνῃ Γραφεῖα τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς, πλησίον τοῦ Θεοφ. Βοηθοῦ Ἐπισκόπου Δέρβης κ. Ἰεζεκιήλ. Ταυτοχρόνως ἐδίδασκε, στὸ Ἡμερήσιο Δίγλωσσο Κολλέγιο τῶν Ἁγ. Ἀναργύρων Oakleigh, Νέα Ἑλληνικὰ καὶ Θρησκευτικά.

Τὴν 12η Μαρτίου 1991 ἐξελέγη παμψηφεί Ἐπίσκοπος, ὑπὸ τὴν ψιλὸν τίτλον Ἀπολλωνιάδος καὶ τοποθετήθηκε ὡς Βοηθός Ἐπίσκοπος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου στὸ Σύδνεϋ καὶ Πρωτοσυγκελλεύων τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Αὐστραλίας. Διδάσκει εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τοῦ Ἀποστ. Ἀνδρέου καὶ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1996 τοῦ ἀνετέθησαν καθήκοντα Ἀναπληρωτοῦ Κοσμήτορος αὐτῆς. Εἶναι μέλος τοῦ Consolidated Trust τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς, μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν Θεολογικῶν Κολλεγίων τοῦ Σύδνεϋ (SCD) καὶ μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐν Σύδνεϋ Ὀργανισμοῦ τῶν Γηροκομείων-Γηριατρείων τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς ἡ «Βασιλειάς».