Υπό αμφισβήτηση η «χρυσή» συμφωνία Κυβέρνησης-Εκκλησίας για τους ιερείς στην Κύπρο

Ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής τέθηκε χθες προς εξέταση, υπό μορφή νομοσχεδίου, η αναθεωρημένη συμφωνία που επιτεύχθηκε πρόσφατα μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας της Κύπρου, η οποία προβλέπει κλιμακωτή αύξηση της κρατικής χορηγίας που παραχωρείται κάθε χρόνο ως επιχορήγηση της μισθοδοσίας των ορθόδοξων κληρικών της υπαίθρου. Από πλευράς της Εκκλησίας, τη συμφωνία διαπραγματεύτηκαν ο Αρχιεπίσκοπος και το οικονομικό του επιτελείο και πέτυχαν αύξηση της κρατικής χορηγίας που υπερβαίνει το €1 εκατ. ετησίως από το 2021 και εντεύθεν.

Η αρχική συμφωνία, όπως αυτή κατατέθηκε το 2015 στη Βουλή και εκκρεμούσε η συζήτησή της μέχρι που αποσύρθηκε τον περασμένο μήνα από το υπουργείο Οικονομικών, προέβλεπε την επιδότηση του μισθού 700 κληρικών της υπαίθρου μέχρι τις 31/12/2025 με ετήσια κρατική χορηγία ύψους €6.140.862. Με την αναθεωρημένη συμφωνία που κατατέθηκε στη Βουλή, ο Αρχιεπίσκοπος πέτυχε την επιδότηση του μισθού συνολικά 850 κληρικών της υπαίθρου και μάλιστα, από την 1/1/2024 έναντι κρατικής χορηγίας που ανέρχεται στα €7.534.553 ετησίως.

Με την ψήφιση του υπό αναφορά νομοσχεδίου, δήλωσε χθες ενώπιον της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών η Γενική Λογίστρια της Δημοκρατίας Ρέα Γεωργίου, θα διευθετηθεί οριστικά και αμετάκλητα το ζήτημα που αφέθηκε να διαιωνίζεται από το 1971 και αφορά στη μεταβίβαση 15.564 στρεμμάτων εκκλησιαστικής γης προς το Κράτος ως αντάλλαγμα για την επιχορήγηση του μισθού των ιερέων που λειτουργούν σε ναούς της υπαίθρου.

Βροχή ερωτημάτων από τους βουλευτές

Οι βουλευτές μέλη της Επιτροπής Οικονομικών έθεσαν χθες αρκετά ερωτήματα στην κ. Γεωργίου, ζητώντας εξηγήσεις, μεταξύ άλλων, και για τους λόγους που θα πρέπει το Κράτος να συνεχίσει, 48 χρόνια μετά, να επιχορηγεί τη μισθοδοσία των κληρικών της υπαίθρου. Ακόμη και η ορθότητα της ερμηνείας του όρου «ύπαιθρος» όπως καταγράφεται στη συμφωνία αμφισβητείται, καθώς ως ύπαιθρος για σκοπούς επιχορήγησης από το κράτος ορίζονται όλες οι περιοχές οι οποίες το 1971 βρίσκονταν εκτός των τειχών των πόλεων!

Αποτέλεσμα τούτου, σήμερα δήμοι όπως ο Στρόβολος, η Αγλαντζιά, τα Λατσιά, η Λακατάμια και η Μέσα Γειτονιά να θεωρούνται ύπαιθρος για σκοπούς επιχορήγησης των μισθών των κληρικών.

Ειδικότερα, ο βουλευτής του ΔΗΣΥ Ονούφριος Κουλλάς υπέδειξε ότι στο νομοσχέδιο θα πρέπει να καθοριστεί οροφή σε ό,τι αφορά τον αριθμό των κληρικών της υπαίθρου που το κράτος θα επιχορηγεί κάθε χρόνο τον μισθό τους. Σημειώνεται, ότι κάθε χρόνο ο αριθμός των κληρικών της υπαίθρου αυξάνεται.

Από την πλευρά τους, οι βουλευτές του ΑΚΕΛ, Στέφανος Στεφάνου, Άριστος Δαμιανού και Αντρέας Καυκαλιάς έθεσαν, μεταξύ άλλων, τα εξής ερωτήματα:

>> Ποια ήταν η ανάγκη για επιχορήγηση των μισθών των κληρικών της υπαίθρου το 1971 που συνήφθη η επίμαχη συμφωνία με το Κράτος και γιατί μετά από 48 χρόνια συνεχίζει να υπάρχει αυτή η ανάγκη.

>> Εφόσον σκοπός του νομοσχεδίου είναι η επικαιροποίηση της συμφωνίας του 1971, την οποία αποφάσισε και ενέκρινε με τη διπλή του ιδιότητα ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’, τότε, γιατί δεν επικαιροποιήθηκε και η ερμηνεία του ορισμού της υπαίθρου.

>> Πόσοι είναι οι κληρικοί της υπαίθρου που ο μισθός τους επιχορηγείται από το Κράτος από το 1971 και εντεύθεν. Ζητήθηκαν να κατατεθούν στοιχεία ανά έτος.

Πρόσθετα, όλοι οι βουλευτές ζήτησαν από την κ. Γεωργίου να καταθέσει ενώπιόν τους τη συμφωνία του 1971 που πρότεινε ως Αρχιεπίσκοπος και υιοθέτησε ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Μακάριος Γ’. Σημειώνεται ότι, με βάση τη συμφωνία του 1971, η Εκκλησία θα πρέπει να μεταβιβάσει στο Κράτος, ως αντάλλαγμα, 15.564 στρέμματα εκκλησιαστικής γης, εκτιμημένη σε αξίες του 2010 σε €206 εκατ. περίπου. Ποσοστό 73% περίπου της εν λόγω εκκλησιαστικής γης βρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές.

Πρόσθετα, ο βουλευτής Γιώργος Περδίκης ζήτησε να κατατεθεί στη Βουλή και ο κατάλογος με τα εκκλησιαστικά τεμάχια τα οποία, όπως προβλέπει το νομοσχέδιο, θα μεταβιβαστούν στο Κράτος όποτε το ζητήσει το Υπουργικό Συμβούλιο. Ήδη, όπως πληροφορείται ο «Φ», η διαδικασία της μεταβίβασης της εκκλησιαστικής γης βρίσκεται σε εξέλιξη στο Τμήμα Κτηματολογίου. Η Γενική Λογίστρια δεσμεύτηκε να απαντήσει γραπτώς στα ερωτήματα των βουλευτών.

Στη χθεσινή συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών παρευρέθη εκ μέρους της Εκκλησίας ο διευθυντής του Κεντρικού Εκκλησιαστικού Ταμείου και του Ελεγκτικού Τμήματος της Ιεράς Συνόδου, Γιάννος Χαριλάου. Εν ολίγοις, υπέδειξε στους βουλευτές πως θα πρέπει να ψηφίσουν το επίμαχο νομοσχέδιο, διότι πρόκειται για μια συμφωνία μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, την οποία το Κράτος είναι υποχρεωμένο να εφαρμόζει.

Όσον αφορά στους λόγους που το 1971 κρίθηκε σκόπιμη η σύναψη της επίμαχης συμφωνίας, ο κ. Χαριλάου ανέφερε πως δεν υπάρχει κάτι σε γραπτό. Ρώτησε και έμαθε από τους παλαιότερους, όπως είπε, ότι έγινε για σκοπούς επενδύσεων. «Εκείνο τον καιρό το Κράτος ήθελε γη για να επενδύσει. Από την άλλη, θα επωφελείτο και η Εκκλησία», ανέφερε.

Έτσι θα αυξάνεται η κρατική χορηγία προς την Εκκλησία

Ειδικότερα, το νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών που καλείται να ψηφίσει η Βουλή, προβλέπει τα εξής:

1. Από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος νόμου μέχρι τις 31/12/2020 θα επιδοτούνται 760 ιερείς της υπαίθρου με μηνιαίο ποσό €681,86. Συνεπώς, η κρατική χορηγία θα ανέρχεται στα €6.736.776 ετησίως.

2. Από την 1/1/2021 μέχρι τις 31/12/2023 θα επιδοτούνται 800 κληρικοί της υπαίθρου με μηνιαίο ποσό €681,86. Δηλαδή, η κρατική χορηγία θα ανέρχεται στα €7.091.344 ετησίως.

3. Από την 1/1/2024 μέχρι τις 31/12/2025 θα επιδοτούνται 850 ιερείς με μηνιαίο ποσό €681.86. Ως εκ τούτου, η κρατική χορηγία αυξάνεται στα €7.534.553 ετησίως.

4. Μετά την 1/1/2016 ο αριθμός των 850 δικαιούχων κρατικής αρωγής ιερέων θα αυξάνεται με ποσοστό 0,5% κάθε έτος.

Αξίζει να αναφερθεί, ότι οι επιδοτούμενοι κληρικοί της Εκκλησίας της Κύπρου κατά τον Ιανουάριο του 2019 αριθμούσαν σε 722 ενώ το κόστος της κρατικής επιδότησης για το έτος 2018 ανήλθε στα €6,3 εκατ. περιλαμβανομένης της 13ης επιδότησης.

Σημειώνεται, ότι κατά τον ίδιο τρόπο επιδοτούνται από το Κράτος και οι μισθοί των κληρικών των θρησκευτικών ομάδων των Αρμενίων, των Λατίνων και των Μαρωνιτών, με το ετήσιο κόστος για το κράτος να υπολογίζεται στις €400.000.