Ναυπάκτου Ιερόθεος: «Αποστολική Παράδοση και Αποστολική Διαδοχή στο μυστήριο της Εκκλησίας»

Σε ένα προηγούμενο κείμενό μου ανήγγειλα ότι πρόκειται να δημοσιεύσω ένα κείμενο, στο οποίο θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω τι είναι η Αποστολική Παράδοση και η Αποστολική Διαδοχή μέσα στο μυστήριο της Εκκλησίας. Αυτό το κάνω με το παρόν κείμενο, το οποίο δεν διεκδικεί αυθεντία, αλλά τονίζει μερικές αλήθειες και είναι επιδεκτικό διορθώσεων. Άλλωστε, στην Εκκλησία παραμένουμε πάντοτε εν φόβω Θεού και σε κατάσταση μαθητείας. Οι Απόστολοι του Χριστού παρέμειναν στους αιώνες ως Μαθητές Χριστού.

Κατά καιρούς αναφύονται διάφορα εκκλησιολογικά θέμα­τα λόγω συγχρόνων προβλημάτων και επιδιώκεται να αντιμετω­πι­σθούν και να λυθούν κατά τον καλύτερο τρόπο. Έτσι, και στις ημέρες μας αναφύονται εκκλησιολογικά ζητήματα και διατυπώ­νονται πολλές απαντήσεις.

Οι αποφάσεις των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων είναι σημαντικές, θεόπνευστες, που δείχνουν πως οι Πατέρες επέλυσαν τα θέματα που ανέκυψαν στην εποχή τους, κατά τον λόγο του Αποστόλου Πέτρου «έδοξε γαρ τω Αγίω Πνεύματι και ημίν» (Πραξ. ιε΄, 28). Αναζητείται ο φωτισμός του Αγίου Πνεύ­ματος που δίνεται στους Αγίους, που είναι δοχεία του Αγίου Πνεύματος και όργανα του Θεού.

Έτσι, σεβόμαστε από­λυτα τις αποφάσεις αυτές και τις ερμηνεύουμε εκκλησιαστικά. Το λέγω αυτό, γιατί υπάρχουν σήμερα μερικοί που με ορθολογικό πνεύμα επικαλούνται τους ιερούς κανόνας, ωσάν να είναι νόμοι της Πολιτείας και διατάξεις του Συντάγματος. Θα πρέπει κανείς, όμως, να δη το πνεύμα των ιερών κανόνων, δηλαδή να τους δέχεται, χωρίς να τους παραθεωρή, να αγω­νίζεται να συναντήση το πνεύμα που ζωοποιεί και όχι το γράμμα του νόμου που «αποκτέννει» (Β΄ Κορ. γ΄, 6).

Με αφορμή το λεγόμενο «ουκρανικό ζήτημα» γίνεται ευ­ρυ­τατος διάλογος για τον τρόπο επιλύσεώς του. Το τελευταίο διάστημα παρατηρώ ότι επικεντρώθηκε το ενδιαφέρον πολλών στο κατά πόσον οι Επίσκοποι που απετέλεσαν την Αυτοκέφαλη Ουκρανι­κη Εκκλησία έχουν Αποστολική Διαδοχή, διότι προέρχονται από καθηρημένους, σχισματικούς και «αυτοχειροτόνητους» Επισκόπους.

Το θέμα, όμως, είναι ότι σε πολλούς παραμένει αδιευκρί­νιστο τι είναι Αποστολική Παράδοση και τι είναι Αποστολική διαδοχή, αλλά κυρίως και προ παντός τι είναι το μυστήριο της Εκκλη­σίας. Όλα αυτά μερικοί τα συνδέουν με έναν κατεστημένο ανθρώπινο θεσμό και δεν βλέπουν την θεολογία που ευρίσκεται κάτω από αυτά. Νομίζουν ότι Αποστολική Διαδοχή είναι μόνον μια σειρά χει­ρο­τονιών, ανεξάρτητα από το μυστήριο της Πεντη­κοστής και το μυστήριο της Αποστολικής Παράδοσης-παρακαταθήκης που δίνεται στην Εκκλησία.

Επίσης, μερικοί ομιλούν για το κατά πόσον οι Επί­σκο­ποι που αποτέλεσαν την Ουκρανική Αυτοκέφαλη Εκκλησία έχουν Αποστολική Διαδοχή. Πρέπει, όμως, να εξετασθή τι είναι Αποστολική Παρά­δοση και το κυριότερο είναι αν αυτοί οι ίδιοι θεωρούν ταυτοχρόνως ότι και οι δυτικοί Χρι­στιανοί (Ρωμαιοκαθολικοί, Αγγλικανοί, Προτεστάν­τες) και οι ανατολικοί Χριστιανοί (Μονοφυσίτες, Μονοθελήτες) έχουν Αποστολική Διαδοχή και ότι ανήκουν στην Εκκλησία και έχουν μυ­στήρια.

Όσοι ομιλούν (Προκαθήμενοι και Σύνοδοι) για απώλεια της Αποστολικής Διαδοχής στους σχισματικούς Κληρικούς της Ουκρανίας, πρέπει να απαν­τήσουν ευθαρ­σως αν οι Ρωμαιοκαθολικοί και γενικά οι αιρετικοί έχουν Αποστολική Διαδοχή. Δεν μπορούν να κρίνουν με δύο μέτρα και δύο σταθμά, δηλαδή να πιστεύουν ότι οι σχισματικοί της Ουκρανίας δεν έχουν Αποστολική Διαδοχή, ενώ συγχρόνως να διδάσκουν ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί και άλλοι Χριστιανοί έχουν Αποστολική Διαδοχή και επομένως έχουν μυστήρια.

Τελικά, τι είναι η Αποστολική Διαδοχή; Είναι μόνον μια «σειρά χειρο­τονιών», ανεξάρτητα από την Αποστολική Παράδοση, δηλαδή την Πεντη­κοστή; Και γενικά τι είναι το μυστήριο της Εκκλησίας;

Μερικές απαντήσεις θα δοθούν στην συνέχεια, χωρίς να διεκδικούν το αλάθητο, που το έχουν οι θεούμενοι άγιοι, οι οποίοι αποφαίνονται συνοδικά. Θα παρακαλούσα τον αναγνώστη να κατανοήση καλώς τα πρώτα σημεία και μέσα σε αυτό το πνεύμα να ερμηνεύση όσα θα εκτεθούν στο τέταρτο σημείο.

1. Το μυστήριο της Εκκλησίας

Κατ’ αρχάς είναι απαραίτητο να δούμε τι είναι το μυστήριο της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και η κοινωνία θεώσεως. Ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, θνητή και παθητή, άκρως όμως καθαρά, ώστε να νικήση τον διάβολο, την αμαρτία και τον θάνατο. Η Εκκλησία είναι προ πάντων των χρόνων, αιωνία, αλλά εφανερώθη στην σάρκα του Χριστού.

Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, που σημαίνει ότι κατά τον Απόστολο Παύλο κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός. «Και πάντα υπέταξεν υπό τους πόδας αυτού, και αυτόν έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη εκκλησία, ήτις εστί το σώμα αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφ. α΄, 22-23).

Στην ίδια Επιστολή ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Ο Χριστός ηγάπησε την εκκλησίαν και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής, ίνα αυτήν αγιάση καθαρίσας τω λουτρώ του ύδατος εν ρήματι, ίνα παραστήση αυτήν εαυτώ ένδοξον την εκκλησίαν, μη έχουσαν σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων, αλλ᾿ ίνα η αγία και άμωμος» (Εφ. ε΄, 25-27).

Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία είναι αγία, άμωμη, καθαρή και αυτό οφείλεται στην κεφαλή της, δηλαδή τον Χριστό. Η Εκκλησία ως Σώμα του Χριστού δεν έχει κανένα σπίλο, καμμία ρυτίδα, αλλά είναι αγία και άμωμη. Με αυτό εννοείται ότι η αγιότητα της Εκκλησίας προέρχεται και οφείλεται στην αγία κεφαλή της, και όχι στην αγιότητα των μελών της. Τα μέλη της Εκκλησίας, μέλη του Σώματος του Χριστού δεν αγιάζουν την Εκκλησία, αλλά αγιάζονται από αυτήν, κυρίως από την κεφαλή της, τον Χριστό.

Κατ’ επέκταση οι αμαρτίες των μελών της Εκκλησίας και η αναξιότητα των Κληρικών της –Επισκόπων, Πρεσβυτέρων και Διακόνων– δεν «μολύνουν» την Εκκλησία, αλλά οι Κληρικοί, έστω και ανάξιοι, παραμέ­νουν στην Εκκλησία και λειτουργούν, όταν δεν εξεδόθη κάποια κανονική πράξη της Εκκλησίας για αργία ή καθαίρεση, και εν καιρώ αποβάλλονται από την Εκκλησία, όπως το σώμα του ανθρώπου αποβάλλει κάθε ξένο στοιχείο και μη αφομοιώσιμο.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης ερμηνεύει τα χωρία του Αποστόλου Παύλου: «Υμείς δε εστε σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 27): «Εν σώμα και εν Πνεύμα, καθώς και εκλήθητε» (Εφ. δ΄, 4-5). Γράφει ότι όπως το σώμα χωρίς το πνεύμα είναι νεκρό και αναίσθητο, έτσι και εκείνος που από την παραμέληση των εντολών, μετά το βάπτισμά του, νεκρωθή, «ανενέργητος γίνεται και αφώτιστος τω Αγίω Πνεύματι και τη του Χριστού χάριτι». Ο Χριστιανός αυτός έχει το Πνεύμα, με την πίστη και την αναγέννηση που έλαβε στο Βάπτισμα, αλλά το Πνεύμα είναι ανενέργητο και ακίνητο μέσα του, επειδή αυτός είναι νεκρός πνευματικά.

Στην συνέχεια χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την σχέση μεταξύ της ψυχής και του σώματος. Η ψυχή είναι μία και έχει πολλά μέλη του σώματος. Όλα αυτά τα κρατά και τα ζωοποιεί η ψυχή, η οποία κινεί όσα είναι δεκτικά της ζωής. Όταν, όμως, μερικά μέλη νεκρώθηκαν και έμειναν ακίνητα από κάποια ασθένεια, τότε η ψυχή τα συγκρατεί μεν, αλλά αυτά είναι άζωα και αναίσθητα. Αυτό γίνεται και με τα μέλη του Χριστού στην Εκκλησία. «Όλον εν όλοις αμιγώς τοις Χριστού μέλεσίν εστι το Χριστού πνεύμα ενεργούν και ζωοποιούν τα μετέχειν ζωής δυνάμενα, αλλά και τα μη μετέχειν ασθενή φιλανθρώπως ως οικεία περικρατεί».

Και καταλήγει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης ότι κάθε πιστός που παραμένει στην Εκκλησία, η οποία είναι το Σώμα του Χριστού, μετέχει μέσω της πίστεως στην υιοθεσία του Πνεύματος, μπορεί, όμως, να μένη ανενέργητος και αφώτιστος, λόγω της αμέλειας και της απιστίας, στερούμενος το φως και την ζωή του Ιησού. Έτσι, κάθε μεν πιστός είναι «μέλος Χριστού και πνεύμα Χρι­στού έχων∙ ανενέργητος δε και ακίνητος και προς μετουσίαν της χάριτος ανεπίδεκτος».

Αυτό το χωρίο είναι καταπληκτικό και εξηγεί θεολογικά την σχέση μας με τον Χριστό στην Εκκλησία. Σαφέστατα, λοιπόν, φαίνεται εδώ ότι αν ένας Κληρικός δεν καθαιρεθή και ένας λαικός δεν αφορισθή, αλλά αμαρτάνει, παραμένει στην Εκκλησία, αλλά δεν είναι ζωντανό μέλος, επειδή είναι ανεπίδεκτος στην μετουσία της θείας Χάριτος, ως νεκρός κατά πνεύμα. Πάντως, η παρουσία του στην Εκκλησία δεν την μολύνει.

Την ημέρα της Πεντηκοστής οι Μαθητές έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού, το ίδιο και όλοι όσοι πίστευσαν στον Χριστό, βαπτίσθηκαν και έλαβαν το Άγιον Πνεύμα. Έτσι, η Εκκλησία ως Σώμα του Θεανθρώπου Χριστού είναι το κατ’ εξοχήν μεγάλο μυστήριο. Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α΄ Τιμ. γ΄, 16).

Οι πρώτοι Χριστιανοί, όπως περιγράφεται στις Πράξεις των Αποστόλων, αλλά και στις Επιστολές των Αποστόλων ζούσαν στην Εκκλησία ενωμένοι με τον Χριστό εν Πνεύματι Αγίω. Διαβάζουμε αυτά τα κείμενα και εκπληττόμαστε για τον τρόπο της ζωής τους. Αυτά τα ίδια τα συναντάμε και στα κείμενα των Αποστολικών Πατέρων του 2ου και 3ου αιώνος, όπως και στα πρώτα Μαρτυρολόγια.

Όταν μερικοί Χριστιανοί θεολόγοι άρχισαν να επηρεάζονται από την φιλοσοφία και εκκοσμικεύθηκαν, τότε η Εκκλησία, διά των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων, εθέσπισε δόγματα και κανόνας για να διαφυλάξη το πλήρωμα της Εκκλησίας από την αίρεση και τα σχίσματα. Οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων προήλθαν από την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος.

Έτσι, η Εκκλησία, όπως την πρώτη περίοδο ζούσε χωρίς την Αγία Γραφή, η οποία απαρτίσθηκε με την πάροδο του χρόνου, έτσι ζούσε και χωρίς ιερούς κανόνας, οι οποίοι θεσπί­σθηκαν αργότερα για να διασφαλίσουν την ενότητα της Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να παρακάμπτουμε τους ιερούς κανόνας, αλλά ούτε και να τους θέτουμε πάνω από την Εκκλη­σία. Η Εκκλησία ως το μυστήριο του Χριστού, είναι εκείνη που διά των Αγίων Αποστόλων και των Πατέρων γράφει την Αγία Γραφή και θεσπίζει τους ιερούς κανόνας, και η Εκκλησία, διά των Πατέρων, επιλύει τα προκύπτοντα κάθε φορά ζητήματα. Μπορεί, βέβαια, να υπάρξουν κάποιες εισηγήσεις επιστημόνων, αλλά η Εκκλησία εν Συνόδω αποφασίζει σχετικώς.

Ακόμη και οι Πατέρες της Εκκλησίας διατύπωσαν διάφορες γνώμες σε κείμενά τους, σχετικά με επίκαιρα ποιμαντικά προβλήματα και στην συνέχεια πολλές από αυτές τις πατερικές απόψεις η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος αποδέχθηκε με τον 2ο Κανόνα της (Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης).

Αυτό σημαίνει ότι οι Πατέρες συσκεπτόμενοι κυρίως εν Συνόδω ερμηνεύουν θεοπνεύστως τους ιερούς κανόνες και τους προσαρμόζουν σε διάφορα συγ­χρονα προβλήματα, χρησιμοποιώντας κατά περίπτωση την ακρί­βεια ή την οικονομία, κατά το συμφέρον του ανθρώπου, σύμφωνα με τον λόγο του Χριστού: «Το Σάββατον διά τον άνθρωπον εγένετο, και ουχ ο άνθρωπος διά το Σάββατον» (Μαρκ. β΄, 27).

Επομένως, η Εκκλησία ως το μυστήριο του Χριστού είναι ευρύτερη από την Αγία Γραφή και φανερώνεται στην Αγία Γραφή, είναι ευρύτερη από τους ιερούς κανόνας και φανερώνεται στους κανόνας, είναι ευρύτερη από τα Μυστήρια και φανερώνεται στα Μυστήρια. «Η εμπειρία αυτή της Εκκλησίας δεν έχει εξαντληθή ούτε εις την Γραφήν, ούτε εις την παράδοσιν, αντανακλάται μόνον εις αυτάς» (π. Γεώργιος Φλωρόφσκι).

Έχου­με περιπτώσεις που εκείνοι που βασάνιζαν τους μάρτυρες, πι­στευσαν στον Χριστό, ομολόγησαν τον Χριστό και μαρτύρησαν γι’ Αυτόν και κατατάχθηκαν στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας, χωρίς να βαπτισθούν, χωρίς να χρισθούν και χωρίς να κοινωνήσουν του Σώμα­τος και του Αίματος του Χριστού, χωρίς να καταταγούν στο Αγιο­λόγιο με ιδιαίτερη πράξη.

Προφανώς, αυτό γίνεται, γιατί αυτή η ίδια η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, όπως εκφράζεται από τους θεουμένους Αγίους και εν Συνόδω είναι το μέγα μυστήριο. Στην Εκκλησία υπάρχουν πολλά Μυστήρια, αλλά αυτή η ίδια η Εκκλησία είναι το μέγα Μυστήριο.

Κατά τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη η Ιεραρχία είναι μια εικόνα της θεαρχικής ωραιότητος, η οποία τελεί «τα μυστήρια της ελλάμψεως» με ιερατικές τάξεις και επιστήμη, τα δε «μυστήρια της ελλάμψεως» είναι τα πραγματικά μυστήρια στην Εκκλησία.

Αποδέχομαι απόλυτα στους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, αλλά δεν μπορώ να αγνοήσω ότι η Εκκλησία είναι πάνω από αυτούς, τους ερμηνεύει σωστά και ζη και πολιτεύεται με την πλούσια Χάρη του Χριστού και ενεργεί δι’ αυτών. Όταν ομιλώ για Εκκλη­σία δεν εννοώ έναν ανθρώπινο θεσμό, αλλά το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, και την αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος που φωτίζει και ενεργεί διά των θεου­μένων και θεοπνεύστων Αγίων, στον συνοδικό θεσμό της Εκκλησίας.

Σημειώνει ο αείμνηστος Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, αναφερόμενος στους ιερούς Κανόνες: «Οι ι. Κανόνες δεν σώζουν αφ’ εαυτών τον πιστόν. Βοηθούν όμως αυτόν να μένη εν τη Εκκλησία εν ενότητι μετά των άλλων μελών, ώστε να έχη την δυνατότητα της σωτηρίας». Επισημαίνει όμως ότι «οι Κανόνες ως όρια, δε εξαντλούν το μέγα μυστήριον της Εκκλησίας, αλλά και χωρίς αυτούς η Εκκλησία δεν εκφράζεται ως κοινωνία αγάπης, ως θεόσδοτος τάξις και ενότης, ως αρμονικόν σώμα Χριστού» (Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης).

Επομένως, σεβόμαστε τις Τοπικές και Οι­κου­­με­νικές Συνόδους, αλλά σεβόμαστε απολύτως το μέγα μυστήριο της Εκκλησίας, μέσα στο οποίο τελεσιουργείται το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου.

2. Αποστολική Παράδοση και Αποστολική Διαδοχή, κατά τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκι

Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκι, υπήρξε ένας μεγάλος θεο­λόγος του 20ου αιώνος, ο οποίος έζησε στην Ρωσία, την Ευρώπη και την Αμερική όπου συνάντησε ποικίλα χριστιανικά ρεύματα, τα οποία αντιμετώπισε κατά το πλείστον με ορθόδοξο εκκλησια­στικό φρόνημα. Έπρεπε να εκφράση την άποψή του για αιρε­τικούς και σχισματικούς Χριστιανούς, για αιρέσεις και σχίσματα και ο λόγος του διακρινόταν από μια νηφαλιότητα, χωρίς νομι­κισμούς και ηθικισμούς.

Μεταξύ των άλλων ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκι ερμηνεύει τι είναι η Πεντηκοστή μέσα στην Εκκλησία, και συνδέει την Πεντηκοστή με την Αποστολική Παράδοση και την Αποστολική Διαδοχή.

Η Εκκλησία, κατά τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκι, είναι μία, με την έννοια ότι αποτελεί μία ενότητα και αυτό σχετίζεται με το ότι είναι Σώμα Χριστού και συνδέεται με την Πεντηκοστή. Γράφει: «Η Πεντηκοστή είναι το πλήρωμα και η πηγή όλων των μυστηρίων και των μυστηριακών πράξεων, η μία και ανεξάντλητη πηγή όλης της μυστηριακής και πνευματικής ζωής της Εκκλησίας. Το να ζη κανείς μέσα στην Εκκλησία σημαίνει ότι συμμετέχει στην Πεντηκοστή».

Η Πεντηκοστή που είναι η ζωή της Εκκλησίας «διαιωνίζεται με την Αποστολική Διαδοχή, δηλαδή με το αδιάσπαστο του ιερατικού αξιώματος, με το οποίο κάθε τμήμα της Εκκλησίας είναι κάθε στιγμή οργανικά ενωμένο με την πρωταρχική πηγή». Αυτό σημαίνει ότι η Πεντηκοστή δεν μεταφέρεται και βιώνεται αόρατα, αλλά μέσα από την Αποστολική Διαδοχή. Αυτή η «Αποστολική Διαδοχή δεν είναι απλώς ο κανονικός (kanonical), τρόπον τινά, σκελετός της εκκλησίας», αφού «η ιεραρχία είναι πρωτίστως μια χαρισματική αρχή, δηλαδή μια “υπηρεσία (ministry) των μυστηρίων” ή μια “θεία οικονομία”». Η Ιεραρχία «είναι ένα όργανο της Καθολικής ενότητας της Εκκλησίας. Είναι ενότητα της χάριτος. Είναι για την Εκκλησία ο,τι είναι η κυκλοφορία του αίματος για το ανθρώπινο σώμα».

Οι Επίσκοποι είναι «τα όργανα της Αποστολικής Διαδοχής» και αυτοί έχουν ευθύνη για την ενότητα της Εκκλησίας, με το να τελούν το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και το Μυστήριο της Χειροτονίας. «Ο Μυστικός Δείπνος και η Πεντηκοστή ενώνονται αχώριστα μεταξύ τους». Με αυτήν την προοπτική κάθε Επίσκοπος αποτελεί την ενότητα και το κέντρο της Τοπικής Εκκλησίας, γιατί κυρίως ο Επίσκοπος μετέχει σε αυτήν την «καθολικότητα» του Σώματος της Εκκλησίας όλων των εποχών.

Η χειροτονία ενός Επισκόπου γίνεται από δύο ή τρεις Επισκόπους, που δεν ενεργούν ατομικά, αλλά ως μέτοχοι αυτής της καθολικότητας της Εκκλησίας, και η πραγματοποίηση ή επέκταση της Αποστολικής Διαδοχής γίνεται στην αδιάσπαστη καθολικότητα όλης της Εκκλησίας.

Έτσι, «η Αποστολική Διαδοχή ποτέ δεν μπορεί να αποσπαστεί ή να διαχωριστεί από το οργανικό περιβάλλον της ζωής της όλης Εκκλησίας, αν και έχει τη δική της θεική προέλευση», γι’ αυτό και η Αποστολική Διαδοχή «ποτέ δεν πρέπει να θεωρείται ως μια αφηρημένη απαρίθμηση διαδοχικών επισκόπων», αλλά ως μετοχή στην Χάρη και την καθολικότητα της Εκκλησίας. «Η Αποστολική Διαδοχή δεν εμφανίζει μια αυτάρκη αλυσίδα ή σειρά Επισκόπων. Είναι ένα όργανο και ένα σύστημα της μοναδικότητας (oneness) της Εκκλησίας».

Έτσι, η Αποστολική Διαδοχή δεν είναι απλώς μια σειρά χειροτονιών, αλλά συνδέεται αναπόσπαστα με την Αποστολική Παράδοση και την Πεντηκοστή. Αναφερόμενος στους ιερούς κανόνας, βάσει των οποίων συγκροτείται η ενότητα της Εκκλησίας, γράφει: «Κάθε παράβαση των «κανόνων» ταυτόχρονα σημαίνει κάποια απώλεια της χάριτος, δηλαδή σημαίνει: απομόνωση, αλλοτρίωση, απόρριψη, παραμέληση των μυστηρίων (mystical forgetfulness), στένεμα της περί Εκκλησίας αντιλήψεως, και μείωση της αγάπης. Γιατί η Απο­στολική Διαδοχή καθιερώθηκε για χάρη της ενότητας και καθολικότητας (sobornost), και δεν πρέπει ποτέ να γίνει το μέσο (vehicle) που θα φέρνει το χωρισμό (exclusiveness) και τη διαίρεση».

Συνδέει την Αποστολική Διαδοχή με την Πεντηκοστή. Γράφει: «Η Αποστολική Διαδοχή δεν πρέπει να χωριστεί από την Αποστολική Παράδοση, και στην πράξη δεν μπορεί ποτέ να χωριστεί». Και αυτή η παράδοση δεν είναι μια παρελθοντολογία, και ένα μουσείο του παρελθόντος, αλλά «η μνήμη της Εκκλησίας. Είναι, πρώτα ένα αδιάσπαστο ρεύμα πνευματικής ζωής που ξεκινά από το Υπερώο… Πιστότητα στην Παράδοση, είναι επίσης συμμετοχή στην Πεντηκοστή και η Παράδοση σημαίνει ολοκλήρωση της Πεντηκοστής… Παράδοση είναι η εξουσία (power) να διδάσκει κανείς, να ομολογεί, να δίνει μα

Η διδασκαλία και η μαρτυρία της Εκκλησίας, πρωτίστως, προσφέρεται από την Ιεραρχία που εξασκεί το έργο αυτό «ως όργανο της Εκκλησίας», το οποίο δεσμεύεται από την «συναίνεση της εκκλησίας», «όχι τόσο και πάλι από την άποψη του κανονικού δικαίου όσο της πνευματικής ζωής και μαρτυρίας». Έτσι, ο Επίσκοπος διδάσκει τον λαό και δίνει την μαρτυρία της εμπειρίας της Εκκλησίας και αυτήν την εξουσία την λαμβάνει από τον Χριστό και όχι από το ποίμνιό του.

Η Πεντηκοστή είναι η ζωή της Εκκλησίας και της όλης δομής της. Και όσοι μένουν στην Εκκλησία πρέπει να μετέχουν της εμπειρίας της Πεντηκοστής . «Το νόημα και το μεγαλείο της χριστιανικής ζωής βρίσκεται στην απόκτηση του Πνεύματος. Ερχόμαστε σε κοινωνία με το Πνεύμα στα μυστήρια, και πρέπει να αγωνιζόμαστε να πληρωθούμε Πνεύματος κατά την προσευχή και την δράση. Αυτό συνιστά το μυστήριο της εσωτερικής μας ζωής. Αλλ’ ακόμα και σ’ αυτό θεωρείται ότι ανήκουμε στην Εκκλησία και είμαστε μέρος της ίδιας της δομής της». Όταν διασπάται η Αποστολική Παράδοση από την συνέχεια της πνευματικής ζωής, τότε δεν μπορεί να διατηρηθή η Αποστολική Διαδοχή.

Επισημαίνει δε ακόμη ότι τα μυστήρια δεν εξαρτώνται από την πίστη εκείνων που τα τελούν και συμμετέχουν σε αυτά:

«Μιλώντας γενικά, η αποτελεσματικότητα και η αληθινό­τητα των μυστηρίων δεν εξαρτώνται από την πίστη εκείνων που συμμετέχουν σ’ αυτά. Γιατί τα μυστήρια τελούνται με τη δύναμη του Θεού, και όχι ανθρώπου, και η αδυναμία και ατέλεια ενός επί μέρους ιερέα αναπληρώνονται από τη μυστηριακή συμμετοχή στις ιεροτελεστείες του ολόκληρης της Εκκλησίας -της Εκκλη­σίας η οποία τον έχει ορίσει και εξουσιοδοτήσει να «ιερουργεί τα Μυστήρια». Εν τούτοις, παρ’ όλα αυτά, είναι πολύ δύσκολο να απομονώσει κανείς τελείως την αντικειμενικά χαρισματική στιγμή των μυστηρίων. Παραδείγματος χάριν, πως μπορεί να διατηρηθεί η Αποστολική Διαδοχή όταν η Αποστολική Παράδοση έχει δια­σπα­στεί μαζί με την συνέχεια της πνευματικής ζωής; Οπωσδή­ποτε μια παραφθορά της πίστεως δεν μπορεί παρά να αποδοθεί κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ιεραρχία τέτοιων κοινοτήτων στις οποίες η Αποστολική «παρακαταθήκη της πίστεως» δε δια­φυλάχτηκε, και όπου το πλήρωμα της Παραδόσεως έχει μειωθεί από διακοπές (κενά) μέσα στην ιστορική συνέχεια».

Στην συνέχεια αναφέρεται στην δυνατότητα συνέχισης της Αποστολικής Διαδοχής στις ομάδες, όταν αποσχίζον­ται από την Εκκλησία και όταν επιστρέφουν πάλι σε αυτήν.

«Ακόμα πιο αμφισβητούμενη είναι η συνέχεια (continuity) της Αποστολικής Διαδοχής σε σχισματικές ομάδες, ιδιαίτερα αν αυτή συνεχίστηκε ή και «επανα-φέρθηκε» ακριβώς με το σκοπό να γίνει ο χωρισμός μόνιμος. Πως μπορεί η ιεραρχική αλυσίδα να εξακολουθεί να υφίσταται μέσα στη διαίρεση, όταν αυτός ο λόγος υπάρξεώς της είναι η ενότητα; Και πως μπορούν οι σχισματικοί ιεράρχες να ενεργούν υπέρ και εξ ονόματος της Καθολικής Εκκλησίας; Κι’ όμως η Εκκλησιαστική ζωή στην πράξη επιβε­βαιώνει το γεγονός ότι αυτό είναι δυνατό, και ότι η ζωή της χα­ριτος στις σχισματικές ομάδες δεν εξαφανίζεται και δεν στα­ματά, οπωσδήποτε και, ασφαλώς, όχι αμέσως. Εν τούτοις, δεν μπο­ρούμε να θεωρήσουμε δυνατό το ότι αυτή θα μπορούσε να συνεχίζεται αμείωτη, για το λόγο ακριβώς ότι δεν μπορεί κανείς να απομονώσει τελείως (sharply) διάφορες απόψεις της οργανικής ολότητας της Εκκλησιαστικής ζωής. Η ανθρώπινη και ιστορική απομόνωση, ακόμα κι’ αν δεν οδηγούν ολότελα στη διάσπαση της Αποστολικής Διαδοχής, πρέπει οπωσδήποτε να την εξασθενίσουν μυστηριακά. Γιατί η ενότητα μέσα στη χάρη μπορεί να φανερωθεί μόνο μέσα στο «μυστήριο της ελευθερίας», και μόνο μέσω μιάς επιστροφής στο πλήρωμα και την κοινωνία της Καθολικής Εκ­κλη­σίας μπορεί κάθε αποσχισμένη ιεραρχική ομάδα (body) να ξαναπάρει την πλήρη μυστηριακή της σημασία. Ταυτόχρονα μ’ αυτή την επιστροφή υπάρχει η αποδοχή της Αποστολικής «παρα­καταθήκης της πίστεως», σ’ όλη την πληρότητά της».

Αυτό σημαίνει ότι στις σχισματικές καταστάσεις αν και η ζωή της χάριτος δεν σταματά αμέσως, όμως εξασθενίζεται η Αποστολική Διαδοχή και φανερώνεται με την επιστροφή στο πλήρωμα και την κοινωνία της καθολικής Εκκλησίας.

«Οπωσδήποτε μια παραφθορά της πίστεως δεν μπορεί παρά να αποδοθεί κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ιεραρχία τέτοιων κοινοτήτων στις οποίες η αποστολική παρακαταθήκη της πίστεως δε διαφυλάχθηκε, και όπου το πλήρωμα της παραδόσεως έχει μειωθεί από διακοπές (κενά) μέσα στην ιστορική συνέχεια».

Το συμπέρασμα του π. Γεωργίου Φλωρόφσκι είναι ότι «η Αποστολική Διαδοχή ενισχύεται μόνο με την πιστότητα στην Αποστολική Παράδοση και με την τήρηση (fulfilment) της Αποστολικής Παραδόσεως. Στο αδιαχώριστο της Αποστολικής Διαδοχής και της Αποστολικής Παραδόσεως βρίσκεται η πληρότητα (fulness) της Πεντηκοστής».

Αυτό σημαίνει ότι συνδέονται στενά μεταξύ τους η Πεντηκοστή, η Αποστολική Παράδοση και η Αποστολική Διαδοχή, που ενεργούνται μέσα στην Εκκλησία και την καθολικότητά της, που είναι το μέγα μυστήριο, και μέσα στα πλαίσια αυτά εξασκεί το έργο του ο Επίσκοπος και δίνει την μαρτυρία-ομολογία της πίστεως.

Ο σύνδεσμος αυτός προϋποθέτει Επισκόπους που μετέχουν της θεοποιού ενεργείας του Αγίου Πνεύματος του μυστηρίου της Πεντηκοστής, έχουν την Αποστολική Παράδοση και την Αποστολική Διαδοχή, είναι μέλη της Ιεραρχίας των Εκκλησιών τους, εκφράζονται συνοδικά, οπότε είναι οι αληθινοί ποιμένες του λαού του Θεού, που ορθοτομούν τον λόγο της αληθείας.

3. Αποστολική Παράδοση και Αποστολική Διαδοχή, κατά τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ένας μεγάλος δογματικός θεο­λο­γος του 20ου αιώνος, μαθητής του π. Γεωργίου Φλω­ροφ­σκι κατά την φοιτητική του ζωή, και στην συνέχεια συνάδελφός του και φίλος του, είδε το μυστήριο της Εκκλησίας και όσα γίνονται σε αυτήν μέσα από την ζωή, την εμπειρία και την διδασκαλία των θεου­μένων αγίων της Εκκλησίας. Ανέλυσε με καθαρό τρόπο τις απόψεις του π. Γεωργίου Φλωρόφσκι, που είδαμε προηγουμένως.

Για να δούμε την σκέψη του και να την κατανοήσουμε, πρέπει να διευκρινισθή ότι στην αρχαία Εκκλησία γίνεται συνε­χως λόγος για την «Παρακαταθήκη της πίστεως», για την «Απο­στολική Παράδοση», για την «Αποστολική ζωή». Μπορεί κανείς να εντοπίση πολλά τέτοια χωρία στις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. «Τέκνον Τιμόθεε την παρακαταθήκην φύλαξον» (Α΄ Τιμ. στ΄, 20), «την καλήν παρακαταθήκην…» (Β΄ Τιμ. α΄, 14), «κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε…» (Β΄ Θεσ. β΄, 15).

Έτσι, Αποστολική Παράδοση είναι η ζωή την οποία παρέ­λαβαν οι Απόστολοι από τον Χριστό εν Αγίω Πνεύματι, κυρίως την ημέρα της Πεντηκοστής, όταν έφθασαν στην θεοπτία, και αυτήν εδίδασκαν στους Χρι­στιανούς και την μετέδιδαν με τον λόγο και τα μυστήρια που τελούσαν.

Όταν, όμως, ανέκυψαν διάφοροι αιρετικοί, όπως οι γνω­στικοί Χριστιανοί, οι οποίοι προφασίζονταν ότι παρέλαβαν από τον Χριστό μια άλλη γνώση, πέραν αυτής που κατέγραψαν οι Απόστολοι, και ουσιαστικά ανεμείγνυαν την Αποκάλυψη με την φιλοσοφία και τον ανατολικό τρόπο σκέψεως, τότε οι Απο­στολικοί Πατέρες έκαναν λόγο για «Αποστολική Διαδοχή». Το έργο αυτό το έκανε κυρίως ο άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λυώ­νος, που αποδείκνυε ότι η Αποστολική Παράδοση μεταδί­δεται με την Αποστολική Διαδοχή, και εκτός αυτής της Απο­στο­λικής Διαδοχής δεν υφίσταται ορθή Αποστολική Παράδοση.

Την κρίσιμη εκείνη περίοδο ο άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λουγδούνου (Λυώνος) αποδείχθηκε ο θεολόγος της παραδόσεως, η οποία παράδοση είναι άγραφη και γραπτή. Και ερωτά: «Και εάν δεν είχον αφήσει οι απόστολοι οιανδήποτε Γραφήν, θα έπρεπε τότε να αρνηθώμεν την παράδοσιν ην παρέδωσαν εις όσους ενεπιστεύθη­σαν την Εκκλησίαν;».

Ο άγιος Ειρηναίος γράφει ότι η Εκκλησία παρέλαβε το κήρυγμα, την πίστη και τα φυλάσσει επιμελώς «ως ένα οίκον οικούσα», «καίπερ εν όλω τω κόσμω διεσπαρμένη». «Και ομοίως πιστεύει τούτοις, ως μίαν ψυχήν και την αυτήν έχουσα καρδίαν, και συμφώνως ταύτα κηρύσσει και διδάσκει και παρα­δίδωσιν, ως εν στόμα κεκτημένη». Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, κατέχει όλη την αλήθεια, που παραδόθηκε στους Αποστόλους την Πεντηκοστή, έχοντας την ίδια καρδία και την κηρύσσει, την διδάσκει και την παραδίδει με ένα στόμα. Έτσι, η Εκκλησία κατέχει την αλήθεια.

Οι Χριστιανικές κοινότητες, κατά τον άγιο Ειρηναίο, που είναι διασκορπισμένες σε όλη την οικουμένη με τα μέλη τους συγκροτούν την Εκκλησία, έχοντας, όμως, την αλήθεια του Θεού και το πνεύμα του Θεού που υπάρχει σε αυτήν. Αυτή η αλήθεια παραδίδεται με το επισκοπικό χάρισμα, με την διαδοχή των Επισκόπων, κατά την ευδοκία του Πατρός. Έτσι, η Αποστολική Παράδοση και ζωή που υπάρχει στην Εκκλησία μεταδίδεται με την Αποστολική Διαδοχή. Συνδέει στενά την Ορθόδοξη πίστη με την Εκκλησία και την θεία Ευχαριστία.

Μάλιστα, ο άγιος Ειρηναίος συνέταξε επισκοπικούς καταλόγους για τις Εκκλησίες Σμύρνης, Εφέσου και Ρώμης, που είχε γνωρίσει, για να συνδέση καθαρά την Αποστολική Παράδοση-αλήθεια με την Αποστολική Διαδοχή και έτσι να αντιμετωπίση την αίρεση του γνωστικισμού, ο οποίος πρέσβευε ότι είχε κληρο­νομήσει μια άλλη παράδοση, διαφορετική από την παράδοση των Αποστό­λων.

Απόδειξη ότι συνδέεται η Αποστολική Παράδοση-αλήθεια με την Αποστολική Διαδοχή των Επισκόπων, σύμφωνα με την διδασκαλία του αγίου Ειρηναίου, φαίνεται στο απολυτίκιο που ψάλλεται στις μνήμες των αγίων Επισκόπων.

«Και τρόπων μέτοχος και θρόνων διάδοχος των Απο­στόλων γενό­μενος την πράξιν εύρες θεόπνευστε εις θεωρίας επί­βασιν, διά τούτο τον λόγον της αληθείας ορθοτομών και τη πίστει ενήθλησας μέχρις αίματος ιερο­μαρ­τυς …».

Στο τροπάριο αυτό που ψάλλεται για τους αγίους Πατέ­ρας, αγίους Επισκόπους, φαίνεται ότι προηγείται το να είναι κανείς μέτοχος του τρόπου των Αποστόλων και ακολουθεί το να είναι διάδοχος των θρόνων των Αποστόλων. Αυτό συνδέεται με την πράξη και την θεωρία. Πράξη είναι η κάθαρση της καρδιάς και θεωρία είναι ο φωτισμός του νού και η θέωση. Τότε ο Επίσκοπος ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας και δίνει την μαρτυρία και διά του αίματός του. Αν δεν έφθασε στην θεοπτία, ακολουθεί τους θεόπτες.

Αυτή η πράξη της Εκκλησίας αποδίδεται με την τάξη της χειροτονίας του Επισκόπου. Ο Επίσκοπος αφού πρώτα ψηφισθή, κατόπιν δοκιμασίας εάν έχη καλώς περί την πίστη, στην συνέχεια κατά την ακολουθία της χειροτονίας του πρώτα δίνει την ομολογία ότι θα τηρή τις αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και έπειτα ακολουθεί η χειτονονία του σε Επίσκοπο. Έτσι, συνδέεται αναπόσπαστα η Αποστολική Παράδοση-Πεντηκοστή με την Αποστολική Διαδοχή της Αρχιερωσύνης.

Αυτόν τον σύνδεσμο μεταξύ της Αποστολικής Παραδόσεως και της Αποστολικής Διαδοχής εξέφραζε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Έλεγε για την «παρακαταθήκη της πίστεως».

«Η Παρακαταθήκη είναι η έκφανση της ακτίστου Χάριτος και ενεργείας του Θεού και της υποστατικής εν Χριστώ ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως, που είναι έργο της αλαθήτου ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, που φωτίζει τους Προφήτες, Αποστόλους και αγίους στην καθοδήγηση των πιστών στην τήρηση του θελήματος του Θεού και της μεθέξεως της δόξης του Χριστού».

Στην ουσία η Παρακαταθήκη είναι το μυστήριο της πίστεως που αποκαλύπτεται στους αγίους και παραδίδεται από αυτούς στα πνευματικά τους παιδιά.

«Η Παρακαταθήκη της Παραδόσεως υπάρχει προ της κτίσεως του κόσμου, φανερώνεται στους Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη, ολοκληρώνεται διά της ενσαρκώσεως του Λόγου και ενεργεί την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση των πιστών στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ότι η Παρακαταθήκη της πίστεως, ήτοι η Ιερά Παράδοση, δεν είναι διαφορετική από την Αγία Γραφή, αλλά εμπεριέχεται σε αυτήν. Ενώ δεν είναι διάφορη από την Αγία Γραφή, εν τούτοις δεν είναι η ίδια, διότι η Παρακαταθήκη-Παράδοση ταυτίζεται με την Εκκλησία. Επίσης, η Παρακαταθήκη της Ιεράς Παραδόσεως υπάρχει στην Αγία Γραφή, όταν αναγινώσκεται και ερμηνεύεται στην Εκκλησία».

Έτσι, η Παρακαταθήκη της πίστεως-Ιερά Παράδοση είναι ευρύτερη της Αγίας Γραφής και βιώνεται μέσα στην Εκκλησία. Πρόκειται για την δωρεά του Αγίου Πνεύματος.

«Η Παρακαταθήκη της πίστεως είναι το κέντρο και η μορφοποιός δύναμη της Ιεράς Παραδόσεως που προϋποθέτει δοτήρα που είναι ο Τριαδικός Θεός, δωρεά της μεθέξεως της δόξης του Θεού, του ασάρκου Λόγου στην Παλαιά Διαθήκη και του σεσαρκωμένου Λόγου στην Καινή Διαθήκη, και δέκτες, φύλακες και μεταδότες της θείας δωρεάς που είναι ο Προφήτης, ο Απόστολος και ο άγιος της Εκκλησίας».

Η Ιερά Παράδοση-Παρακαταθήκη που είναι το μυστήριο του ασάρκου και σεσαρκωμένου Λόγου βρίσκεται στην Εκκλησία, αποθησαυρίζεται εν μέρει στην Αγία Γραφή και εμπεριέχεται σε όλη την λυτρωτική και συνοδική λειτουργία του Σώματος του Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία, και εκφράζεται από την Ιεραρχία. Ερμηνεύεται από τους αγίους, αλλά συγχρόνως παραμένει μυστήριο.

Η Ιερά Παράδοση «παραμένει μυστήριο, διότι η θεία δόξα όπως και η μέθεξη αυτής, υπερβαίνει και την νόηση και την αίσθηση, αν και ολόκληρος ο άνθρωπος δοξάζεται-θεούται εν Θεώ».

Ο Χριστός είναι η Παρακαταθήκη την οποία παραδίδει η Εκκλησία διά της Ιεραρχίας διά μέσου των αιώνων, «κατά την θεία Ευχαριστία στους Επισκόπους και τους Πρεσβυτέρους κατά την ημέρα της χειροτονίας τους, ώστε διά των Επισκόπων και Πρεσβυτέρων να φυλαχθή και μεταδοθή προς αγιασμό και θέωση των πιστών. Όμως, Αυτός ο Ίδιος ο Χριστός φυλάττει, μεταδίδει και παραδίδει την Παρακαταθήκη, δηλαδή τον Εαυτό Του, με τους φίλους Του». Όποιος αποκόπτεται από την Εκκλησία «παύει να είναι φορεύς της Παρακαταθήκης».

Κατά τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη «Αποστολική Παράδοση» είναι η εμπειρία της Πεντηκοστής, οπότε ο φορεύς της Αποστο­λικής Παραδόσεως γνωρίζει τον τρόπο να οδηγή τον άνθρωπο στο μυστήριο της Πεντηκοστής.

«Τι είναι η Αποστολική Παράδοση; Διότι οι αρχαίοι μιλούσαν για Αποστολική Παράδοση, όχι για Αποστολική Διαδοχή. Αποστολική Παράδοση είναι η παράδοση της διαγνώσεως και της θεραπείας και οι κληρικοί υπήρχαν γι’ αυτόν τον σκοπό. Έκαναν σωστή διάγνωση και σωστή θεραπεία. Τίποτε άλλο. Δεν υπάρχει κανένας άλλος σκοπός».

Στην συνέχεια Αποστολική Διαδοχή είναι η μετάδοση της Αποστολικής Παραδόσεως. Λέγει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης:

«Αποστολική Διαδοχή, σε μας, τι σημαίνει: Σημαίνει όχι χειροτονία των Επισκόπων μόνο, αλλά σημαίνει ο σκοπός για τον οποίον ο Επίσκοπος χειροτονείται. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Εμείς ταυτίζουμε τώρα την Αποστολική Διαδοχή με την χειροτονία του Επισκόπου. Δεν είναι μαγεία η χειροτονία του Επισκόπου. Ο Επίσκοπος χειροτονείται για κάποιο σκοπό. Ποιος είναι ο σκοπός αυτός; Της διάγνωσης και θεραπείας. Ο γιατρός, γιατί γίνεται γιατρός; Τον χειροτονούμε κάποιον γιατρό∙ γιατί τον χειροτονούμε γιατρό; Διότι έχει γίνει γιατρός∙ έχει γίνει γιατρός, γι’ αυτό τον χειροτονούμε γιατρό».

Όλα αυτά είναι απαραίτητα για να κατανοηθούν τα επόμενα.

4. Εκκλησιαστικές συνέπειες

Από όλα τα ανωτέρω εξάγονται μερικές συνέπειες.

Πρώτη. Η Εκκλησία είναι το μέγα μυστήριο, το μυστήριο των μυστηρίων. Όσοι διά του Βαπτίσματος και του Χρίσματος γίνονται μέλη της, πρέπει να ζούν εν Χριστώ και να συμμετέχουν στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Αν δεν ζούν όπως θέλει ο Χριστός, παραμένουν μεν στην Εκκλησία, αλλά είναι άζωοι και αναίσθητοι, ως ξερά κλαδιά στο δένδρο.

Οι Επίσκοποι έχουν Αποστολική Διαδοχή, είναι όργανα της Αποστολικής Διαδοχής και δεν ενεργούν ατομικά, αλλά ως μέτοχοι της καθολικότητας της Εκκλησίας, δηλαδή ανήκουν σε μια Εκκλησία με τον Πρώτο και βιώνουν το μυστήριο της Εκκλησίας. Η Αποστολική Διαδοχή δεν είναι μόνον μια σειρά χειροτονιών, αλλά συνδέεται στενά με την Αποστολική Παράδοση και την Πεντηκοστή, που βιώνονται μέσα στην Εκκλησία.

Δεύτερη. Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, που σημαίνει ότι ο Χριστός είναι η κεφαλή της Εκκλησίας. Αυτός την αγίασε και την ζωοποιεί με το Άγιον Πνεύμα. Η αγιότητα της Εκκλησίας δεν εξαρτάται από τα μέλη της, αλλά από την αγιότητα του Χριστού. Και η αναξιότητα των μελών της Εκκλησίας, Κληρικών και λαικών, δεν μολύνει την Εκκλησία. Όταν κοινωνούμε αναξίως του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, δεν μολύνεται ο Χριστός, αλλά εμείς κατακρινόμαστε.

Επομένως, εάν η Εκκλησία δέχεται κατ’ οικονομία κάποιον εκτός της Εκκλησίας με Χρίσμα, χωρίς Βάπτισμα, όπως αποφάσισε η Ορθόδοξη Σύνοδος του 1484, η οποία αποκήρυξε και την Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας του 1439/40, δεν σημαίνει ότι μολύνεται η Εκκλησία. Και ο πρόμαχος της Ορθοδοξίας άγιος Μάρκος ο Ευγενικός δέχεται τους αιρετικούς με Χρίσμα. Έγραφε: «Χρίομεν τους εξ αυτών (Λατίνων) ημίν προσιόντας … ως αιρετικούς όντας». Δεν σημαίνει ότι η εισδοχή των αιρετικών στην Εκκλησία με Χρίσμα, χωρίς Βάπτισμα, κατά την γνώμη του αγίου Μάρκου του Ευγενικού, είναι μόλυνση της Εκκλησίας. Και εάν η Εκκλησία δεχθή κάποιον σχισματικό «Κληρικό» με χειροθεσία ή με άλλον τρόπον, δεν σημαίνει ότι μολύνεται η ιερωσύνη του Χριστού. Αυτό είναι μια εκκλησιολογική βλασφημία και συνιστά την αρχαία αίρεση των «καθαρών».

Σε μια τέτοια περίπτωση υπέχουν ευθύνη ενώπιον του Χριστού, της κεφαλής της Εκκλησίας, όσοι οικονομούν τα πράγματα πέραν της οικο­νομίας και θα δώσουν λόγο στον Θεό, αλλά δεν μολύνεται η ίδια η ιερωσύνη του Χριστού και η Εκκλησία, που είναι το Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία ως ζωντανός οργανισμός κρατά και τα άρρωστα μέλη της προς καιρόν, και θα τα αποβάλη τελικά με τον τρόπο που εκείνη γνωρίζει. Αυτό γίνεται και με τους ανάξιους Κληρικούς που έλαβαν με κανονικό τρόπο την ιερωσύνη ή την αρχιερωσύνη. Στην περίπτωση αυτή δεν μολύνεται η ιερωσύνη του Χριστού. Η Εκκλησία δεν είναι ένα ανθρώπινο σωματείο, αλλά ο Θεανθρώπινος Οργανισμός.

Ο Μέγας Βασίλειος στην ευχή της θείας Λειτουργίας που συνέταξε γράφει: «Συ ικάνωσον ημάς τη δυνάμει του Αγίου σου Πνεύματος εις την διακονίαν ταύτην ίνα ακατακρίτως στάντες ενώπιον της αγίας δόξης σου, προσάγωμέν σοι θυσίαν αινέσως∙ συ γαρ ει ο ενεργών τα πάντα εν πάσι». Και στην ευχή της αναφοράς γράφει: «Διά τούτο, Δέσποτα πανάγιε, και ημείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι δούλοι σου, οι καταξιωθέντες λειτουργείν τω αγίω σου θυσιαστηρίω, ου διά τας δικαιοσύνας ημών (ου γαρ εποιήσαμέν τι αγαθόν επί της γης), αλλά διά τα ελέη σου και τους οικτιρμούς σου ούς εξέχεεας πλουσίως εφ’ ημάς θαρρούντες προσεγγίζομεν τω αγίω σου θυσιαστηρίω».

Τρίτη. Η Αποστολική Παράδοση είναι η αλήθεια, η «πα­ρα­­καταθήκη της πίστεως» που φυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία, η οποία Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, κατά τον Απόστολο Παύλο, και «κοινωνία θεώσεως», κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Μέσα στην Εκκλησία, η οποία φυλάσσει την αλήθεια οι πιστοί οδηγούνται προς την Πεντηκοστή με την «πρακτική φιλοσοφία» ή κάθαρση, την «φυσική θεωρία» ή φωτισμό και την «μυστική θεολογία» ή θέωση-θεοπτία, κατά τον μέγα διδάσκαλο και Πατέ­ρα άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.

Τετάρτη. Το Πνεύμα το Άγιον, το οποίον υπάρχει μέσα στην Εκκλησία χειροτονεί τον Επίσκοπο, ο οποίος έχει ή αποδέχεται την Αποστολική Παράδοση για να καθοδηγή τους Χριστιανούς προς την μέθεξη αυτής της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού. Έτσι, εξηγείται το χωρίο των Πράξεων των Αποστόλων ότι εξέλεξαν οι Απόστολοι τους διακόνους, που ήταν πλήρεις Πνεύ­ματος Αγίου. Επομένως, ενώνεται στενά η Αποστολική Παράδοση με την Αποστολική Διαδοχή.

Όταν κάποιος Κληρικός δημοσίως αποκηρύσσει την Αποστολική Παράδοση ή πίπτει σε κανονικά αμαρτήματα, τότε η Εκκλησία που είναι φορεύς της Αποστολικής Παραδόσεως τον αντιμετωπίζει κατάλληλα για την θεραπεία του και την προφύλαξη των άλλων μελών της Εκκλησίας. Τότε η Εκκλησία συνοδικώς, με τα όργανά της, επιβάλλει κανονικές ποινές, ήτοι την ακοινωνησία, την καθαίρεση, και τελικά τον αφορισμό, και όταν πρόκειται για Εκκλησιαστική Κοινότητα διαγράφεται από τα Δίπτυχα. Στις περιπτώσεις αυτές η Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού, καθιστά ανενεργό το χάρισμα της Ιερωσύνης, δεν μπορούν οι αναφερόμενοι να τελούν μυστήρια, και εάν εξακολουθούν να τελούν μυστήρια, αυτά είναι ανυπόστατα και ο ίδιος ευθύνεται, αλλά και οι άλλοι που τον ακολουθούν. Τότε δεν μπορεί να λειτουργήση η Αποστολική Διαδοχή.

Πρέπει να σημειωθή ότι, όπως ερμηνεύει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, άλλο είναι το «καθαιρείσθω», το «αφοριζέσθω» και «το ανάθεμα έστω», που επιτάσσουν οι ιεροί Κανόνες, και τίθεται σε τρίτο πρόσωπο, και όσοι υποπίπτουν σε αυτά είναι υπόδικοι, έως ότου κατηγορηθούν και δικαστούν τελικά ενώπιον του Θεού, και άλλο είναι όταν η Σύνοδος ενεργήση εμπράκτως την καθαίρεση των Ιερέων, τον αφορισμό και τον αναθεματισμό των λαικών και ο κανόνας τίθεται σε δεύτερο πρόσωπο, που πρέπει να γίνεται αποδεκτό από όλους.

Πέμπτη. Όταν μια Τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία είναι συνδεδε­μένη με όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, κρατά την πίστη και την ομολογεί, αλλά χειροτονεί κάποιον που ομολογεί μεν την πίστη εξωτερικά, αλλά εσωτερικά την αρνείται ή έχει κωλυτικά της Ιερωσύνης, τότε ισχύει ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ότι ο Θεός δεν χειροτονεί όλους, αλλά ενεργεί μέσα από όλους.

Σε μια ομιλία του επαινεί τον Ιερέα και τον θεωρεί άγγελο Κυρίου και λέγει ότι εκείνος που καταφρονεί τον Ιερέα, δεν καταφρονεί τον ίδιο, αλλά τον Θεό ο οποίος τον χειροτόνησε. Και εάν, όπως λένε μερικοί, δεν τον χειροτόνησε ο Θεός, τότε οι Χριστιανοί δεν μετέχουν του βαπτίσματος, ούτε των μυστηρίων ούτε απολαμβάνουν των ευλογιών, και επομένως δεν είναι κανείς Χριστιανός. Και στην συνέχεια, απαντώντας σε ερώτηση: «πάντας ο Θεός χειροτονεί, και τους αναξίους;», λέγει: «Πάντας μεν ο Θεός ου χειροτονεί, διά πάντων δε αυτός ενεργεί, ή και αυτοί είεν ανάξιοι, διά το σωθήναι τον λαόν».

Έτσι, ένας Επίσκοπος που δεν έχει Αποστολική Παράδοση, ούτε ζη σύμφωνα με την Παράδοση της Εκκλησίας, αλλά δεν έχει καθαιρεθή από την Εκκλησία στην οποία ανήκει, τότε τελεί κανονικά τα μυστήρια, αφού ο Θεός ενεργεί δι’ αυτού, επειδή ο Χριστός είναι «ο προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος», αλλά ο ίδιος δεν σώζεται.

Κατά τον ιερό Νικόλαο Καβάσιλα η Χάρη του Θεού ενεργεί κατά διττό τρόπο. Ο πρώτος είναι ότι ενεργεί η θεία Χάρη στην θεία Λειτουργία διά του Ιερέως και αγιάζονται ο άρτος και ο οίνος και γίνονται Σώμα και Αίμα Χριστού, και ο δεύτερος ότι η ίδια Χάρη αγιάζει τον Ιερέα διά της μεταλήψεως των Τιμίων Δώρων ή τον κατακρίνει.

Έτσι, παραμένει τότε η Αποστολική Διαδοχή, αλλά όταν ο Ιερεύς καθαιρεθή ή αφορισθή τότε καθίσταται ανενεργό το χάρισμα της Ιερωσύνης και η Αποστολική Διαδοχή.

Έκτη. Υπάρχουν Επίσκοποι που έχουν την Αποστολική Διαδοχή, η οποία είναι η σειρά χειροτονιών, αλλά δεν έχουν την Αποστολική Παράδοση και ζωή και ο Θεός ενεργεί δι’ αυτών, εάν δεν έχουν καθαιρεθή. Και υπάρχουν άγιοι που έχουν την Αποστολική Παράδοση και ζωή, χωρίς να δια­θέτουν την Αποστολική Διαδοχή, όπως είναι οι ευλογημένοι Μοναχοί, που δεν έχουν χειροτονηθή. Και υπάρχουν ψευ­δε­πίσκοποι που δεν έχουν ούτε Αποστολική Παράδοση ούτε Αποστολική Διαδοχή, επειδή δεν έχουν χειροτονηθή με κανονικό τρόπο. Επίσης υπάρχουν Επίσκοποι που έχουν και Αποστολική Παράδοση και Αποστολική Διαδοχή. Όσοι ανήκουν στην τελευταία κατηγορία είναι το «κλειδί» επιλύσεως των διαφόρων θεμάτων.

Εβδόμη. Όταν από μια Χριστιανική Κοινότητα χάνεται η Αποστολική Παράδοση ως μέθεξη της αλήθειας και βίωση της Πεντηκοστής, τότε δεν είναι ενεργής η Αποστολική Διαδοχή, διότι η Αποστολική Διαδοχή προϋποθέτει την Αποστολική Παράδοση, την αλήθεια της πίστεως, είτε ως μέθεξη της Πεντηκοστής είτε ως αποδοχή και ομολογία της διδασκαλίας των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων, όπως εκφράσθηκε στις Οικουμε­νικές Συνόδους.

Όταν κάποιος αιρετικός ή σχισματικός επανέρχεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία, τότε η Εκκλησία συνοδικώς αποφασίζει για τον τρόπο της εισδοχής του, βάσει της Ορθοδόξου Παραδόσεως, η οποία εκφράσθηκε στις Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους. Η Εκκλησία σε όλες τις περιπτώσεις εκφράζεται συνοδικώς και όχι ατομικώς ούτε ανθρωποκεντρικώς. Και οι ιεροί Κανόνες δεν ερμηνεύονται νομικιστικά, αλλά εκκλησιαστικά, κατά πνεύμα. Γι’ αυτό δεν έχουμε Πάπα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως δήλωσε επανειλημμένως ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, αλλά ούτε έχουμε και «Πάπες», Κληρικούς, μοναχούς και λαικούς, που ενεργούν ατομικά και όχι συνοδικά. Η Εκκλησία λειτουργεί συνοδικά, το πολίτευμά της είναι «συνοδικόν ιεραρχικώς» και «ιεραρχικόν συνοδικώς». Και αυτό κρίνεται από την πιστότητα στην Παράδοση της Εκκλησίας.

Ογδόη. Όσοι κατά τρόπον αντορθόδοξο και αντιεκκλησιαστικό κάνουν λόγο για το ότι η αποδοχή από την Εκκλησία μερικών σχισματικών «Κληρικών», με τον τρόπο που παραπέμπτει στην Παράδοση της Εκκλησίας, «μολύνει» την Ιερωσύνη και την Εκκλησία και φοβούνται και οι ίδιοι αυτήν την «μόλυνση», αφ’ ενός μεν εκφράζουν μια εκκλησιολογική αίρεση, αφ’ ετέρου δε πρέπει να εξετάσουν τι έγινε σε άλλες περιπτώσεις.

Για παράδειγμα, τι έγινε τα δεκαεπτά (17) χρόνια (1833-1850) που η Εκκλησία της Ελλάδος ήταν σχισματική. Βεβαίως, οι τότε Επίσκοποι δεν χειροτόνησαν άλλους Επισκόπους, αλλά τελούσαν Μυστήρια. Έχουν «μολυνθεί» οι μεταγενέστεροι και εμείς;

Τι έγινε στην Εκκλησία της Βουλγαρίας που βρισκόταν σε σχίσμα από το 1872 έως το 1945; Έχει «μολυνθεί» ολόκληρη η Ορθοδοξία;

Τι έγινε με την αποδοχή των δύο παλαιοημερολογιτών «Επισκόπων» ως Μητροπολιτών, του Χριστοφόρου Χατζή και του Πολυκάρπου Λιώση που έγιναν αντιστοίχως Δρυινουπόλεως και Σισανίου; Αυτοί είχαν προηγουμένως καθαιρεθή ως Αρχιερείς από το Συνοδικό Δικαστήριο της Εκκλησίας της Ελλάδος και επανήλθαν στην τάξη των Πρεσβυτέρων και όμως με αναθεωρητικό Δικαστήριο η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας μας τους επανέφερε ως κανονικούς Αρχιερείς, χωρίς αναχειροτονία, θεωρώντας κατ’ οικονομία ως κανονική την χειροτονία τους το 1935. Μήπως αυτοί εμόλυναν το Σώμα της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμμετείχαν σε εκλογές και χειροτονίες άλλων Επισκόπων; Αυτό είναι απαράδεκτο να λεχθή. Πάνω στο θέμα αυτό υπάρχει πλούσιο υλικό στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων των Ιεραρχιών της Εκκλησίας της Ελλάδος των παρελθόντων ετών.

Βεβαίως, ευθύνονται όσοι διαπράττουν κανονικά παραπτώματα, όσοι χειροτονούν αναξίους Κληρικούς και αδιαφορούν για αναξίους Κληρικούς ή κάνουν παράχρηση της οικονομίας για την επιστροφή αιρετικών και σχισματικών στην Εκκλησία και θα δώσουν λόγο στον Θεό. Αλλά επ’ ουδενί λόγω μπορούμε να κάνουμε λόγο για «μόλυνση» της Εκκλησίας του Χριστού και της Ιερωσύνης του Χριστού. Αυτό είναι βλασφημία.

Ενάτη: Οι Επίσκοποι είναι οι «οικονομούντες τας Εκκλησίας», και μάλιστα αποφασίζουν εν Συνόδω, γιατί δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση και εκτροπή της «εκκλησιαστικής ευταξίας». Ο Στ’ Κανόνας της Β’ Οικουμενικής Συνόδου σαφώς διαγορεύει:

«Επειδή πολλοί την εκκλησιαστικήν ευταξίαν συγχείν και ανατρέπειν βουλόμενοι, φιλέχθρως και συκοφαντικώς αιτίας τινάς κατά των οικονομούντων τας εκκλησίας ορθοδόξων επισκόπων συμπλάσσουσιν, ουδέν έτερον, η χραίνειν τας των ιερέων υπολήψεις, και ταραχάς των ειρηνευόντων λαών κατασκευάζειν επιχειρούντες…».

Η Εκκλησία έχει τους Επισκόπους της, που είναι οι «οικονομούντες τας Εκκλησίας» και φυσικά αυτοί θα δώσουν λόγο στον Θεό για τον τρόπο που οικονομούν τις Εκκλησίες. Η Εκκλησία δεν είναι μια αναρχική κοινωνία, αλλά είναι μια «ιεραρχικώς συνοδική κοινωνία».

Δεκάτη. Το θέμα της Ουκρανίας είναι πολύπλοκο και πολυχρόνιο και δυστυχώς έχει εμπλακεί σε εκκλησιαστικές και πολιτικές σκοπιμότητες. Έχει μεγάλη ευθύνη το Πατριαρχείο Μόσχας, πράγμα που παραβλέπουν όσοι κρίνουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, διότι, μαζί με άλλα, υποσκάπτει τον θεσμό του Πρωτόθρονου Πατριαρχείου. Αυτό το έχω αναλύσει σε διάφορα κείμενά μου, όπως:

«Το πρόβλημα της Ουκρανίας», πριν ένδεκα (11) χρόνια (Ιούλιος 2008), «Υπάρχει «Τρίτη Ρώμη»;» (Οκτώβριος 2018), «Ο θεσμός της Αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία» (Οκτώβριος 2018), «Η συζήτηση για την ανακήρυξη Αυτοκεφαλίας σε μια Εκκλησία» (Οκτώβριος 2018), «Ιεροί Κανόνες και Οικουμενικό Πατριαρχείο» (Νοέμβριος 2018), «Ο μύθος του «λευκού καμηλαυκίου»» (Φεβρουάριος 2019) και στο έγγραφό μου προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος (Μάρτιος 2019).

Ως προς το θέμα που με απασχολεί στο παρόν κείμενο, «Αποστολική Παράδοση και Αποστολική Διαδοχή στο μυστήριο της Εκκλησίας», σημειώνω ότι όσοι κρίνουν αυστηρώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, παραθεωρούν τις απόψεις του Πατριάρχου Μόσχας για την Αποστολική Παράδοση, την Αποστολική Διαδοχή και το μυστήριο της Εκκλησίας, όπως φαίνεται σε διάφορες αποφάσεις του Πατριαρχείου Μόσχας, αλλά και στην «Κοινή Δήλωσιν του Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου και του Πατριάρχου Μόσχας και Πασών των Ρωσιών Κυρίλλου», στην Αβάνα (Κούβας) στις 12 Φεβρουαρίου 2016.

Και μου κάνει ιδιαίτερη και μεγάλη εντύπωση ότι κρίνουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και αμνηστεύουν όλα τα οικουμενιστικά ανοίγματα και άλλες ενέργειες του Πατριαρχείου Μόσχας. Αλλά αυτό θα είναι αντικείμενο άλλου κειμένου μου.

Προσωπικά παραμένω στην ορθόδοξη διδασκαλία για την σχέση μεταξύ Αποστολικής Παράδοσης και Αποστολικής Διαδοχής στο μυστήριο της Εκκλησίας. Ως προς δε το θέμα της αποκαταστάσεως των σχισματικών και «αυτοχειροτονήτων» Αρχιερέων ισχύει ο,τι έγραψα στο από 30-4-2019 έγγραφό μου προς την Ιερά Σύνοδο:

«Ως προς το θέμα του πως έγινε αποδεκτή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο η «Αρχιερωσύνη» των Επισκόπων που «χειροτονήθηκαν» από τους καθηρημένους Αρχιερείς και τους σχισματικούς ή «αυτοχειροτονήτους», η Εκκλησία μας πριν λάβη κάποια απόφαση, θα πρέπει να ερωτήση το Οικουμενικό Πατριαρχείο για τον τρόπο με τον οποίον αποκατέστησε τους «Αρχιερείς» αυτούς».

Αυτό εγράφη, γιατί πριν αποφασίσουμε ως Εκκλησία για το θέμα αυτό, πρέπει να ακούσουμε επισήμως πως το αντιμετώπισε το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Δυστυχώς, όμως, παρατήρησα ότι όσοι με έκριναν, το έκαναν ή με την παραθεώρηση αυτής της προτάσεως ή με την παρερμηνεία της.

Όλα τα ανωτέρω τα έγραψα για να τονισθή ότι πρέπει τα σύγχρονα εκκλησιολογικά προβλήματα να τα επιλύουμε με βάση τους ιερούς κανόνας που εθέσπισαν οι θεόπνευστοι Πα­τέρες στις Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους, αλλά δεν πρέπει αυτοί οι κανόνες να ερμηνεύονται με πνεύμα νομικιστικό, πράγμα που δεν έκαναν οι Πατέρες. Οι Πατέρες ως πνευματικοί ιατροί και έχοντας το Άγιον Πνεύμα, ύστερα από την μέθεξη της καθαρ­τικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού, θεράπευαν κάθε πρόβλημα που αναφυόταν, και αυτό το έπραταν Συνοδικώς. Και μία αντορθόδοξη Σύνοδος, μια ψευδοσύνοδος, διορθώνεται πάλι από άλλη Ορθόδοξη Σύνοδο, στην οποία υπάρχουν Επίσκοποι με Αποστολική Παράδοση και Αποστολική Διαδοχή. Η εκκλησιαστική παράδοση μαρτυρεί περί αυτού.

Γι’ αυτό είναι παράλογο και αντιδεοντολογικό, μερικοί να «κόβουν και να ρα­βουν» στα μέτρα τους τις λέξεις των ιερών κανόνων, για να υποστηρίζουν κάθε φορά τις θεωρίες τους, που σχηματίζονται ανάλογα με την κάθε περίσταση.

Γενικά, πρέπει να ζούμε το μυστήριο της Εκ­κλησίας, με πράξη και θεωρία, όπως το ψάλλουμε σε όλα τα τροπάρια της Εκκλησίας, ώστε να έχουμε εκκλησια­στικό φρόνημα. Το μυστήριο της Εκκλησίας είναι το υπέρτατο μυστήριο, που συνδέεται αναπόσπαστα με το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, με το μυστήριο της θείας Οικονομίας και το μυστήριο της θεώσεως του ανθρώπου.