Σκέψεις γιά μία ἀνησυχητική ἐκκλησιαστική ἔνταση

Σκέψεις γιά μία ἀνησυχητική ἐκκλησιαστική ἔνταση

Ὑπό Ἐπισκόπου Φαναρίου Ἀγαθαγγέλου, Δρ. ΘεολογίαςΓενικοῦ Διευθυντοῦ Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 

Εἶ­ναι δυ­στυ­χῶς γε­γο­νός ὅ­τι κάποιες φορές ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, κληρικοί ἤ λαϊκοί, εἴ­τε νοιώθουμε με­γά­λοι (καί λόγῳ θέσεως στήν ἱεραρχία) εἴ­τε θε­ω­ροῦμε τόν ἑ­αυ­τό μας ταπεινωμένο, αἰ­σθανόμαστε ὡς οἱ κη­δε­μό­νες τῶν ἄλλων. Με­ρι­κές φο­ρές πλάι στή χρι­στι­α­ν­κή μας ταυ­τό­τη­τα ἀ­πο­δί­δουμε στόν ἑ­αυ­τό τους μι­ά γήινη ταυ­τό­τη­τα πού μᾶς γε­μί­ζει ἔ­παρ­ση, καί νο­μί­ζουμε ὅ­τι εἴμαστε πι­ό πι­στοί ἀ­πό τούς ἀ­δελ­φούς ἐ­κεί­νους πού τούς συ­ντρί­βει ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἤ τούς ἀπογοητεύει ὁ κόσμος, ἤ ἀγωνίζονται μαζί μέ μᾶς γιά ἕνα κόσμο δίκαιο καί εἰρηνικό, ἁπλό καί ἀνεπιτήδευτο, ἀγαπητικό καί ἐλπιδοφόρο «ἐν γῇ ἐ­ρή­μῳ, ἐν δί­ψει καύ­μα­τος, ἐν γῇ  ἀ­νύ­δρῳ» (Δευ­τερ. 32,10).

Θά ἤθελα νά προχωρήσω ἐν μέσῳ παγίδων πολλῶν, πού θέτει πρῶτα ὁ ἑαυτός μου καί μετά ἡ πραγματικότητα τοῦ κόσμου, σέ αὐτή τήν ἔρημη καί ἄνυδρη γῆ, καί νά γράψω γι’ αὐτά πού μέ πονᾶνε καί μέ προβληματίζουν. Πιστεύω ὅτι ὑπάρχουν πολλοί ἀδελφοί, ἐγγύς καί μακράν, πού διέρχονται μέ ἀγωνία καί πόνο τά γενόμενα κατά τόν τελευταῖο καιρό στήν Ἐκκλησία μέ ἀφορμή τήν ἔνταση στίς σχέσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. Ὅσα καταθέτω ἐνώπιον τῶν πατέρων καί τῶν ἀδελφῶν μου μέ σεβασμό εἶναι ταπεινές σκέψεις πού δέν διεκδικοῦν τήν πρωτοτυπία καί δέν ἀξιώνουν καμία ἀνθρώπινη σοφία. Εἶναι ἁπλά μία ἐξομολόγηση καρδίας ἀδελφοῦ πρός ἀδελφούς. Εἶναι μία ἔξοδος ἀπό τόν καθησυχασμό μου, μιά ἔξοδος πού χρειάζεται, ὅπως κάθε προσωπική ἔξοδος, ταπείνωση καί κουράγιο, τόλμη καί ἀνδρεία, γιά νά μήν γυρίσεις πίσω πληγωμένος καί ἀπεριμμένος, κυνηγημένος καί ἀπογοητευμένος, θλιμμένος καί λυπημένος ἀπό τή ματαιοδοξία, τήν κενοδοξία, τήν ἀπόρριψη, ἀπορημένος ἐάν ἐσύ –ἐάν θέλεις καί ἐάν σέ ἀφήνουν- μπορεῖς νά ἀνήκεις σέ μιά οἰκογένεια πού ἡ γλώσσα τῆς θεολογίας, τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου, τοῦ ἤθους, πού μέχρι τώρα μᾶς ἐδίδαξαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ,  ὀνομάζεται πνευματική οἰκογένεια.

Ἡ πορεία τῆς προσωπικῆς ἐξόδου διά τῆς ἐκφράσεως τῶν ἀπόψεών μου γίνεται μέ τήν προσδοκία νά δῶ τούς πατέρες μου, τούς ἀδελφούς μου, τούς φίλους μου, τά παιδιά μας, καί νά νιώσω ὅτι εἶδα τόν Θεό μου. Βαδίζω νιώθοντας ὅτι ἄγγελος Κυρίου μέ συνοδεύει γιά νά μή φοβᾶμαι, διότι ἐάν ὁ Θεός εἶναι μαζί μας οὐδείς εἶναι ἐναντίον μας. Ἡ ἱεραποστολή, ἡ κατήχηση, ἡ διδασκαλία, ὁ πολιτισμός, ἡ ἐπαφή μου μέ πολλούς ἀδελφούς καί συνεργάτες σέ διορθόδοξο καί διαχριστιανικό ἐπίπεδο, οἱ σπουδές στό ἐξωτερικό, τό Φοιτητικό Οἰκοτροφεῖο μέ τό δυναμικό του, ἡ εὐθύνη γιά τίς ἐκδόσεις τοῦ θεολογικοῦ λόγου καί τήν ποιότητα τους, μέ ὡρίμασαν μέσα στήν οἰκογένεια τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας νά σκέπτομαι μετά 36 χρόνια ἱερατικῆς διακονίας, ἀπό τά ὁποῖα 16 εἶναι χρόνια ἐπισκοπικῆς διακονίας, νά ἐξέλθω ἀπό τή γῆ τῆς συγγενείας μου καί νά ἀρχίσω νά γράφω γι’ αὐτά πού πονᾶνε καί πικραίνουν, ἀλλά καί γι’ αὐτά πού ἡ ἀνθρώπινη ψυχή προσδοκᾶ καί ἐλπίζει.

Προχωράω, ἀφήνοντας στήν ἄκρη γιά λίγο τά θεολογικά γράμματα πού ἔμαθα, ἄν καί αὐτά εἶναι ἦθος καί ζωή καί δέν ξεκολλᾶνε ἀπό τή σάρκα μου. Ἐξέρχομαι  μέ τή σκέψη στήν ὀμορφιά καί τό κάλλος, τή χάρη καί τήν ὡραιότητα, τήν πράξη καί τό πάθος. Ἀπομακρύνομαι ἀπό ἕνα κόσμο μᾶλλον φολκλορικό, πού πάσχει ἀπό μιά μορφή ἐπαρχιωτισμοῦ σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τῆς ζωῆς, γιά νά εἰσέλθω λίγο πιό ἀποφασιστικά στό βασικά περιπλανώμενο παιχνίδι τοῦ κόσμου τῶν μακρινῶν ὁριζόντων. Ὅμως, πῶς νά ἀτενίσουμε τούς μακρινούς ὁρίζοντες, ἄν δέν σταθοῦμε πρῶτα στά πόδια μας; Πῶς νά συναντήσουμε τόν ἄλλον, ἄν δέν ἀντιμετωπίσουμε τόν ἑαυτό μας; Πῶς ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά μπεῖ μέ τό δικό της δυναμικό προφητικό τρόπο στήν ἱστορία τοῦ κόσμου ὅταν ἡ μετριότητα καί ἡ παρακμή χαρακτηρίζουν τό δημόσιο βίο πού εἶναι καί βίος δικός μας; Πῶς ἡ Ἐκκλησία θά ἀρθρώσει ἕνα λόγο πού θά ἔχει λίγο χῶρο γιά ἴσκιο πού θά ἀναπαύει καί θά εἰρηνεύει τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων; Ἀντέχουμε νά μιλήσουμε γιά αὐθεντική αὐτοσυνειδησία; Πῶς θά μιλήσουμε γιά μιά προφητική ἐγρήγορση καί γιά τήν προσδοκία μας κατά τήν «ἡμέρα Κυρίου»; Πῶς θά μιλήσουμε στούς ἀνθρώπους γιά τήν πολιτεία τῆς βιοτῆς τους, ἀφοῦ«Χριστός ἀνέστη καί ζωή πολιτεύεται»; Ἤ, γιά νά θυμηθῶ τούς λόγους τοῦ Γεωργίου Σεφέρη: «Πῶς νά ἀντικρύσουμε τό δυτικό πολιτισμό, ἄν δέν ἀντλήσουμε δύναμη ἀπό τίς δικές μας ρίζες καί χωρίς ἕνα συστηματικό μόχθο γιά τή δική μας παράδοση;».

Ἡ προ­έ­κτα­ση τοῦ μυ­στη­ρί­ου τοῦ Χρι­στοῦ στή ζω­ή τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας ἕως τῆς συ­ντέ­λει­ας τοῦ αἰ­ῶ­νος συ­νε­πά­γε­ται ὄ­χι μό­νο τήν πρόσ­λη­ψη τῶν ἐ­θνῶν στήν Ἐκ­κ­λη­σί­α μέ τήν ὅ­λη πο­λι­τι­στι­κή τους ταυ­τό­τη­τα, ἀλ­λά καί τήν ὑ­πέρ­βα­σή τους στή λει­τουρ­γί­α τοῦ ἑ­νι­αί­ου ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κοῦ σώ­μα­τος τῆς οἰ­κου­μέ­νης. Ἡ ἀ­λή­θει­α αὐ­τή κά­νει τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α καί τίς κα­τά τό­πους Ἐκ­κ­λη­σί­ες πα­ρά τίς ἐ­πι­και­ρι­κές ἤ περιστασιακές δυ­σκο­λί­ες καί ἀ­νο­χές μας νά συμ­βάλ­λουν οὐ­σι­α­στι­κά στή νέ­α πρα­γμα­τι­κό­τη­τα καί στή λει­τουρ­γι­κή πλη­ρό­τη­τα τοῦ εὐ­ρω­παϊ­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ὥστε μέ­σα σέ ἐ­πο­χές δύ­σκο­λες, νά δι­α­κο­νοῦν μέ ἀ­γά­πη καί θυ­σί­α τόν κά­θε ἄν­θρω­πο, τόν ἄν­θρω­πο τῆς ἐ­πο­χῆς μας, τόν ὅ­που γῆς, καί ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θη­με­ρι­νά ἀ­γω­νί­ζε­ται καί ἀ­γω­νι­ᾶ γι­ά τήν εἰ­ρή­νη, τή δι­και­ο­σύ­νη καί τήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ σύ­μπα­ντος κό­σμου. Πρόκειται γιά λαούς πού πεινᾶνε καί διψᾶνε τόν ἄρτο τῶν ἀγγέλων καί τό ζῶν ὕδωρ.

Οἱ Ποιμένες μας, οἱ Πατριάρχες μας, οἱ Προκαθήμενοι καί οἱ Πρόεδροι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, πέρα ἀπό τά δύσκολα, καί ἄχαρα κάποιες φορές, διοικητικά τους καθήκοντα, ἔχουν «χρεωθεῖ» στήν προσωπική τους ἱστορία, ἀλλά καί τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, νά ζυμώσουν ἕνα νέο φύραμα, νά μορφώνουν τό ἦθος μας, ἔτσι ὥστε ἡ ζωή μας νά συμφωνεῖ μέ τή συνείδησή μας καί νά εἶναι γεμάτη ἀπό τήν ἀναστάσιμη χαρά. Ἔχουν «χρεωθεῖ» νά μαρτυρήσουν ὅτι ἡ διοίκηση δέν χωρίζεται ἀπό τήν πνευματικότητα, ἡ ἐκκλησιαστική ἀλληλεγγύη δέν ὑπάρχει χωρίς ἀγάπη, ἡ κανονικότητα δέν νοεῖται χωρίς τό δόγμα καί τό ἦθος. Ἔλα ὅμως πού ὁ μεγαλύτερος πειρασμός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ τρόπος ἄσκησης τῆς ἐξουσίας..…

Ἔτσι, αὐτό τό ἐξουσιαστικό χρέος πολλές φορές ἐξαντλεῖται μέσα στά ὅρια τοῦ «πρέπει» και τοῦ «ὀφείλω» δυό ρήματα πού μπορεῖ νά σκοτώσουν τή ζωή, ἀφοῦ τήν ἀποστεροῦν ἀπό κάθε παιδαγωγική διάθεση καί τήν καταδικάζουν σέ ἕνα καθωσπρεπισμό μέ τήν τήρηση τῶν κοσμικῶν ὅρων, ἄν καί αὐτό  ὄχι ὅλες τίς φορές. Ἡ ἐξουσιαστική, λοιπόν, αὐτή ἐπιβολή δυνάμεως γίνεται δυναστεία, ἀδιάκριτη συμπεριφορά, ὑποτιμηση τοῦ ἄλλου, ἄκρατη ἐπιβολή θέσεων καί ὑποκειμενικῶν ἀπόψεων πού στό ὄνομα τῆς συνοδικότητας προβάλλει μισές ἀλήθειες ἤ ἐρωτοτροπεῖ μέ τό καθολικό ψεῦδος, κρίνει καί ἐπικρίνει, αὐθαιρετεῖ καί παραπληροφορεῖ στό ὄνομα μιᾶς «ἀτομικῆς συλλογικότητας, ἀσθενοῦς συνοδικότητας καί ἀτομικοῦ συμφέροντος», ἐξαγριώνει, πληγώνει, φθείρει καί διαφθείρει συνειδήσεις, θέλει ὀπαδούς καί ὄχι μέλη.

Παράλληλα μέσα ἀπό τίς ἀλληλοσυγκρουόμενες αὐτές καταστάσεις ἡ πολιτική ἐπιδιώκει τή μεταχείριση τῆς πίστης γιά τή στήριξη προσωπικῶν, ἐθνικιστικῶν, φυλετικῶν, διεθνῶν στρατηγικῶν καί ἄλλων συμφερόντων. Δυστυχῶς, οἱ Ἐκκλησί ες ὄχι μόνον ὑποκύπτουν πολλές φορές στούς ἀθέμιτους σχεδιασμούς τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς, ἀλλά ἐξαρτοῦν ἤ θεωροῦν τήν πολιτική προοπτική ἑνός τόπου κάτω ἀπό μία συγκεκριμένη ἑρμηνεία τῶν θρησκευτικῶν ἀληθειῶν. Εἴμαστε μάρτυρες μιᾶς δαιμονικῆς καταστάσεως βίας καί τρομοκρατίας. Ἄνθρωποι χάνονται, δολοφονοῦνται ἀνυποψίαστοι, πεινᾶνε, ἀσθενοῦν, φοβοῦνται, ἐνῶ ἡ θάλασσα ἔγινε νεκροταφεῖο ἐλπίδων. Ποῦ λόγος γιά τό δικαίωμα στή ζωή, γιά τό θεῖο δῶρο τῆς εἰρήνης, γιά τήν ἀμοιβαιότητα καί τήν ἀλληλεγγύη, πού δίνουν νόημα στήν καθημερινή βιοτή καί στήν ὕπαρξή μας; Μέσα σέ αὐτή τήν πραγματικότητα διερωτᾶται κανείς πῶς μπορεῖ νά μήν ὑπάρχει ἐκκλησιαστική κοινωνία καί ἑνότητα; Τί θά ποῦμε στούς Χριστιανούς μας; Πῶς θά μιλήσουμε στά παιδιά μας; Πῶς θά διδάξουμε στόν κόσμο τό ἄγγελμα τῆς σωτηρίας; Πῶς θά πρσλάβουμε τό μήνυμα τῶν καιρῶν, γιά νά τό ἀποδώσουμε χριστοποιημένο στούς λαούς μας;

Οἱ Ἐκκλησίες καλοῦνται νά ἐργασθοῦν μέ ἐντιμότητα καί εἰλικρίνεια γιά τήν ἔγκαιρη ὑπέρβαση τῶν πολιτικῶν ἤ παραπολιτικῶν συγχύσεων, τῶν προσηλυτιστικῶν διαθέσεων τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, τοῦ φονταμενταλισμοῦ καί τῆς παγκοσμιοποιήσεως. Ἡ οἰκουμενικότητα δέν καταλύει, ἀλλά διατηρεῖ τήν ταυτότητα τῶν λαῶν· ἡ ἀμοιβαία γνωριμία δέν ὁδηγεῖ σέ θρησκευτικό συγκρητισμό, ἀλλά σέ σεβασμό γιά ἕνα πλουραλισμό, γιά τόν ὁποῖο θά πρέπει νά ὑπάρχει τό μέτρο κρίσης καί ἀξιολόγησης.

Ἡ οἰκουμενικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας δέν εἶναι ὅρος ἐδαφικός, ἀλλά ἡ κατάλυση τῶν ἀνθρωπίνων φραγμῶν στήν καινή κτίση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος σαρκοῦται, ὑποφέρει, ἀνίσταται καί ἀναλαμβάνεται στούς οὐρανούς γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, καλεῖ ὅλους νά διαλεχθοῦμε  ὄχι βεβαίως γιά νά ἀναιρέσουμε ἤ νά ἀρνηθοῦμε ἀλλά γιά νά ὑπερβοῦμε τό νοσηρό φαινόμενο τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ. Δυστυχῶς, ἡ οἰκουμενικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας τρομάζει τίς ἀσθενικές συνειδήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δέν μποροῦν νά ἑρμηνεύσουν τά μηνύματα τῶν γεγονότων, παρ’ ὅλα τά συγκλονιστικά δεδομένα ὥστε νά δοῦν ὅτι τό μόνο ἀντίδοτο στήν κρίση τῶν καιρῶν δέν εἶναι ἡ ἀμυντική καί ἐπιθετική τακτική ἤ καί οἱ παθολογικές τους ἐκφράσεις, ἀλλά ἡ οἰκουμενικότητα καί ὁ διάλογος. Ἡ εὐχαριστιακή ἀναφορά τῆς Ἐκκλησίας μας στήν Θεία Λειτουργία προσφέρει τόν Χριστό, Αὐτόν πού σαρκώθηκε καί προσέλαβε στή θεία ὑπόστασή Του ὅλον τόν κόσμο, γι’ αὐτό ἡ μετοχή μας στό Σταυρό καί τήν Ἀνάστασή Του ἀποτελεῖ τήν οὐσιαστική πράξη γιά τήν ὑπέρβαση τοῦ νοσηροῦ ἐθνοφυλετισμοῦ.

Συνεπῶς, ἐάν ἡ πρόσδεσή μας στήν παράδοση δέν πάψει νά εἶναι αὐτοδικαιωτική παρελθοντολογία καί ἐάν ἡ παράδοση δέν γίνει ὁ φορέας τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος, φωτίζοντας τό παρόν μέ τά ἐσχατολογικά φῶτα τοῦ μέλλοντος, τότε αὐτή ἡ παράδοση θά ἀντιγράψει, μέ πνεῦμα στεῖρο νεκρά στοιχεῖα τοῦ παρελθόντος καί ἡ καρδιά μας θά ἀδυνατεῖ νά σχηματίσει τόσο τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὅσο καί τήν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου γιά νά διαλεχθεῖ μαζί τους. Αὐτή εἶναι πλέον καί ἡ μεγάλη εὐθύνη τῆς Χριστιανικῆς Εὐρώπης καί τῶν Ἐκκλησιῶν πού ἔχουν πληγώσει πνευματικά τούς πολίτες καί τά μέλη τους, πού καλλιεργοῦν τόν κυνισμό ἑνός κόσμου χωρίς Θεό στόν ὁποῖο δεσπόζει μόνο ἡ δύναμη καί τό κέρδος, πού προβάλλουν ἀξιακά κριτήρια κατεστραμμένα, ὥστε ἡ διαφθορά καί ἡ ἀσυλλόγιστη δίψα γιά ἐξουσία νά θεωροῦνται κάτι τό αὐτονόητο.

Ὁ προβληματισμός εἶναι ἐντονώτερος ἐάν μέσα ἀπό τίς ὀξειδώσεις τοῦ χρόνου, ἀπό τήν ψυχολογία τῶν περιστάσεων καί ἀπό τίς ἀναπόφευκτες ἐπικίνδυνες συγχύσεις, ἔχει ἀτονίσει, ὑποθηκεύεται ἤ ἀλλοιώνεται ἡ συνοδική συνείδηση. Οἱ ἐκκλησιαστικοί ἱστορικοί μποροῦν νά ὑπενθυμίσουν σέ ὅλους τίς πληγές τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τίς αὐθαίρετες καί ἀντικανονικές παρενέργειες τοῦ προκλητικοῦ ἰδεοληπτικοῦ συνδρόμου τῆς αὐτοκεφαλίας τῶν νεωτέρων χρόνων. Ποιός μπορεῖ νά ἐγγυηθεῖ συνοδικά σήμερα ὅτι θέματα τῆς Ἐκκλησίας δέν παρανοοῦνται καί δέν παρερμηνεύονται γιά πολλές καί ἀνομολόγητες σκοπιμότητες; Τό θέμα τῆς Οὐκρανίας σήμερα εἶναι ἡ κορυφή τοῦ παγόβουνου. Τό πρόβλημα ὑπάρχει. Πῶς θά πολεμήσουμε τόν ἐθνοφυλετισμό, ὅταν ἡ Μόσχα προωθεῖ ἀπωθημένες ἰδεοληπτικές σκοπιμότητες, γιά νά ἐπιβληθεῖ στά διορθόδοξα πράγματα; Ὡστόσο προσπαθεῖ συγχρόνως νά ἀποψιλώνει τό καθιερωμένο ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους κανονικό δικαίωμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νἀ μεριμνᾶ γιά τά θέματα τῆς καθόλου Ὀρθοδοξίας, γι’ αὐτό στρέφεται συστηματικά ἐνάντια στήν καθιερωμένη κανονική παράδοση γιά τήν ἀπόλυτη ἀναγκαιότητα τοῦ Πρώτου, καίτοι ἡ Ἐκκλησία πληρώνει τό τίμημα τῶν αὐθαίρετων καί μονομερῶν ἀντικανονικῶν ἐκκλησιαστικῶν πράξεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας κατά τό παρελθόν. Ἄλλωστε ὁ κανονικός θεσμός τῆς Αὐτοκεφαλίας γεννᾶ πάντοτε Ἀδελφές Ἐκκλησίες, ἐνῶ ἡ ἐπεκτατική διάθεση τῶν δικαιοδοσιῶν γεννᾶ σοβαρά προβλήματα γιά τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας.

Γιά τήν Ἐκκλησία τά πράγματα εἶναι ἁπλά, διότι ὁ Θεός εἶναι ἁπλοῦς καί εἶναι Πρόσωπο. Γι’ αὐτό μέ προσωπεῖα δέν μπορεῖ νά γίνει διάλογος. Ὡστόσο ἡ Θεολογία, μέ τή χάρη τοῦ Παρακλήτου καί τή σοφία εὐλογημένων ὑπάρξεων, ἀνοίγει δρόμους γιά νά ὑπερβεῖ τά ἀδιέξοδα. Εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Κυρίου, «ἵνα ὦσιν ἕν». Εἶναι  ἡ κοινή εὐθύνη πού ἔχουν ὅλοι οἱ Πατριάρχες καί οἱ Προκαθήμενοι τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν νά δοῦν μέ ὑπεύθυνο τρόπο ὁ ἕνας στά μάτια τόν ἄλλον καί νά καλλιεργήσουν «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ» τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ ἑνότητα τῆς πίστης καί τῆς ζωῆς, τῆς ἀδιάκοπης συνέχειας τῆς Παράδοσης καί τῶν δώρων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἐκφράζουν καί ἐκπληρώνουν τήν κοινωνία ἑνός Ἐπισκόπου μέ τούς ἄλλους Ἐπισκόπους τόσο σέ λειτουργικό, ὅσο καί σέ συνοδικό ἐπίπεδο. Αὐτό βεβαιοῖ τήν κανονικότητα, τό δόγμα καί τό εὐχαριστιακό ἦθος.

Στήν Ἐγκύκλιο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἀναφέρονται μεταξύ ἄλλων: «ἐν χαρᾷ πεπληρωμένῃ, εὐαγγελιζόμεθα τόν λόγον τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος καί τῆς ἀγάπης, προσβλέποντες πρός τήν ἀνέσπερον καί ἀδιάδοχον καί ἀτελεύτητον ἡμέραν…Ὅθεν δίδει (ἡ Ἐκκλησία) τήν εὐαγγελικήν μαρτυρίαν καί διανέμει ἐν τῇ οἰκουμένη τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπην Του, τήν εἰρήνην, τήν δικαιοσύνην, τήν καταλλαγήν, τήν δύναμιν τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκίαν τῆς αἰωνιότητος». Ὅσες Ἐκκλησίες ὑπέγραψαν αὐτό τό βαρυσήμαντο θεολογικό κείμενο, ἀλλά καί αὐτές πού δέν συμμετεῖχαν, καλοῦνται νά τό κάνουν σάρκα μέ λόγο καί ἔργο, προφητική ἐγρήγορση καί πράξη, καθημερινό ἀγώνα, μαρτυρία καί μαρτύριο, προσευχή, μετάνοια, έλευθερία, χαρά, προσδοκία, εἰρήνη, ἐνθουσιασμό, ἑνότητα.