Κυρός Στυλιανός Ωκεανίας και Κρήτης: δυσαγγελία ανήμερα Ευαγγελισμού

Κυρός Στυλιανός Ωκεανίας και Κρήτης: δυσαγγελία ανήμερα Ευαγγελισμού

Γράφει η Βασιλική Τζότζολα

Μ’ αυτό το στίχο του μού συστήθηκε ο Δεσπότης. Παιδί εγώ τότε, στα 19, μ’ άκουσε να παραπονιέμαι. Κυρός Στυλιανός Χαρκιανάκης, αρχήθεν και αενάως Ρεθεμνιώτης, μετά Χαλκίτης, ύστερα Ηγούμενος της Σαλονικιώτικης Μονής Βλατάδων, νυν και εις τους αιώνας Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας και Έξαρχος Ωκεανίας.

Καθόλου σαν τους άλλους. Καθ’ όλα σαν .. τον Εαυτό του. Έως το θνητό τέλος. Έως την αθάνατη αρχή, όταν υπάρξει. Αεί παίς εν καμίνω, με όλη την τραχύτητα που συναντά κανείς στα κακοτράχαλα βουνά της Κρήτης και σε ένα παιδί, όπως το περιγράφει ο Αριστοτέλης στη Ρητορική του. «Δεν έχει ηλικία η παιδικότητα»[1]. Άνθρωπος του υπερθετικού βαθμού στο μοίρασμα και της αγάπης, και της σκληρότητας.

Φαρέτρα κανόνων και πειθαρχίας ο ίδιος, τρυφερότητας και θαλπωρής. Χοάνη ποίησης, ως αξίας, που μετουσιώνει έρωτα για το «τόδε τι», για το θαύμα που κάθε πράγμα, κάθε αξία, πόσο μάλλον κάθε πρόσωπο, κρύβει μες στο μεδούλι των οστών του.

Πλασμένος από ανθεκτικά υλικά, γεννημένος από ευγενές κοίτασμα, δεν πρέπει να του πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι ο κόσμος έχει άλλη θεώρηση από την κατά Χριστόν σωστή και δίκαιη. Κατ’ επέκτασιν την κατ’ Αυτόν χριστιανική και ορθόδοξη. Διότι η πυξίδα είτε στην Ελλάδα, είτε στην Μικρασία, είτε στην Ωκεανία, ήτο μία: η δογματικώς και πνευματικώς αληθεστέρα ερμηνεία του Θείου Λόγου. «Δός μοι Λόγον Λόγε, μη σιγών παρέλθης με».

Άνθρωπος και Επίσκοπος (ως «εικών Θεού») των άκρων. Το μέτριον και η μετριότης για Εκείνον, απλώς δεν υπήρχαν. Γι’ αυτό και, πάνω στην ορμή που έτρεφε και κυκλίως τροφοδοτούσε, για να κυριαρχήσει το «Ορθόν» στα πράγματα – ιδίως τα εκκλησιαστικά – τρυπούσε τα χέρια και την ψυχή του στην εκάστοτε ηλακάτη (=ρόκα), μέχρι να στάξει αίμα.

Άτρακτος και άτεγκτος Αυτός, έτοιμος να γνέσει μια το γυαλί και μια το μέταλλο. Αδιάφορος για το κόστος, αρκεί να διαχειριζόταν επί το πρέπον και αγαθόν τον κίνδυνο. Διότι ο παγωμένος κόσμος του «πρέπει» και ο απέριττος διάκοσμος του «αγαθού», υπήρξαν για Εκείνον ταυτόσημα.

Και από το «Αλάθητο της Συνοδικότητος» και τη δογματική θεολογία, στο αλάθητο της αγαπητικής απάντησης, όταν του ζήτησα .. ένα κοάλα! Κοάλα του ζήτησα του Δεσπότη, όταν άλλοι αιτούντο απλώς την Ευχή του και, ως αντίδωρο φυλακτό τους χάριζε τα βιβλία του. Κι εμένα μού χάρισε τα βιβλία του. Κι επάλληλες συζητήσεις θεολογικές. Αλλά, εγώ ήθελα κοάλα! Ποτέ δεν είπε «όχι». Ήξερε: «το παιδικό επάγγελμα ένα: παιχνίδι δίχως σύνορο αμεριμνησία αγγέλου»[2]!

Στο επόμενο ταξίδι του στην Ελλάδα, μ’ εκείνο το μειδίαμα που επέλεγε να συνοδεύει και την σκληρότητα και την τρυφερότητα, μού είπε ότι προσπάθησε. Προσπάθησε να μού φέρει, αλλά δεν του το επέτρεψαν οι φιλοζωικές οργανώσεις. Η αλήθεια του ήταν όμοια με την απάντηση στην ερώτηση της γοργονάς αν «ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος». Φυσικά και ζει! Ασφαλώς και ήθελε να μού φέρει το κοάλα! Η παραμυθία έχει πάντα “happy end”, δηλαδή, παρηγορία. Άσχετα αν ενδύεται τα πέπλα της ευσχήμου αρνήσεως. Κι έτσι χαρίζουν ελπίδα και ο Αρχιεπίσκοπος και η προσμονή του κοάλα..!

Ανήμερα της ευ – αγγελίας και της εθνεγερτικής αναστάσεως, τα αγόρια με τα σημαιάκια στο χέρι και την ευθυμία στις υπερήφανες καρδιές. Τηλεφώνημα, ο Νίκος από την Αυστραλία: «Εκοιμήθη».. Η Κρήτη, άπαρτη μέσα στη λύπη της, τον γέννησε από τη μήτρα της και δεν τον ξαναβάνει έπαε. Τον λόγο τώρα έχει η άλλη του πατρίδα, της ζωής και της ταφής. Η Ωκεανία. Άπαρτη, άραγε, μέσα στη λύπη της κι αυτή; Ποτέ δε θα το μάθω. Το ήξερε Εκείνος, όμως, για να επιλέξει το δικό της μοιρολόι.

Ήφυγε ο Κρης ως Διγενής του Πρωτευθύνου και του Εθελοθύτου. Κι η γης η κρητικιά ανατριχιά, κι η γης η Ωκεανίς τόνε προσμένει. Ξά του! Κι από μακριά τόνε μοιρολογούμε.

«..Ο Χαρκιανός ψυχομαχεί κι ο Θιός τόνε εφωνάζει,
βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέτ’ ο νέος κόσμος
κι ο κάτω κόσμος άνοιξε, καλεί τους Δροσουλίτες,
κι η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τόνε σκεπάσει.
Πώς θα σκεπάσει τον ποιητή τση Κρήτης ιερωμένο.
Χώρα δεν τον εσκέπαζε, χωριό δεν τον εχώρει,
χαράκι αμαδολόγαγε και ριζιμιά ξεκούνιε.
Ζηλεύγει ο Χάρος τον Χαρκιό μακρά τόνε βιγλίζει,
κ’ ελάβωσέ του το κορμί και την ψυχή του πήρε..».

Καλή Ανάσταση, Σεβασμιώτατε,

κατά Χάριν Κυρέ Στυλιανέ Χαρκιανάκη..

[1] «Το άχρονο θαύμα», [Παίδων και Εφήβων], Στυλιανού Χαρκιανάκη,

Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας, Εκδ. Καστανιώτη

[2] «Πριν και μετά την Πτώση», [Παίδων και Εφήβων], Στυλιανού Χαρκιανάκη,

Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας, Εκδ. Καστανιώτη

ΠΗΓΗ:The President