Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

Χάριτι του πανδώρου Θεού, εφθάσαμεν και εφέτος εις την Αγίαν και Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, εις το στάδιον των ασκητικών αγώνων, δια να καθάρωμεν εαυτούς, συνεργούντος του Κυρίου, εν προσευχή, εν νηστεία και ταπεινώσει, και να ευτρεπισθώμεν προς ένθεον βίωσιν των σεπτών Παθών και εορτασμόν της λαμπροφόρου Εγέρσεως του Σωτήρος Χριστού.

Μέσα εις ένα κόσμον πολλαπλών συγχύσεων, η ασκητική πείρα της Ορθοδοξίας αποτελεί τιμαλφέστατον πνευματικόν κεφάλαιον, ανεξάντλητον πηγήν θεογνωσίας και ανθρωπογνωσίας. Η ευλογημένη άσκησις, το πνεύμα της οποίας διαποτίζει σύνολον τον καθ᾿ ημάς τρόπον του βίου – «Ασκητισμός είναι ολόκληρος ο Χριστιανισμός»- δεν αποτελεί προνόμιον των ολίγων η των εκλεκτών, αλλά «εκκλησιαστικόν γεγονός», κοινόν αγαθόν, κοινήν ευλογίαν, και κοινήν κλήσιν δια πάντας ανεξαιρέτως τους πιστούς. Οι ασκητικοί αγώνες δεν είναι, βεβαίως, αυτοσκοπός, δεν ισχύει η αρχή «η άσκησις δια την άσκησιν». Ο στόχος είναι η υπέρβασις του ιδίου θελήματος και του «φρονήματος της σαρκός», η μετάθεσις του κέντρου της ζωής από την ατομικήν επιθυμίαν και το «δικαίωμα» εις την «ου ζητούσαν τα εαυτής» αγάπην, κατά το βιβλικόν, «μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος» (Α’ Κορ. ι’, 24).

Αυτό το πνεύμα κυριαρχεί καθ ὅλην την μακράν ιστορικήν πορείαν της Ορθοδοξίας. Εις το Νέον Μητερικόν συναντώμεν μίαν υπέροχον περιγραφήν αυτού του ήθους της παραιτήσεως από το «εμόν» εν ονόματι της αγάπης: «Παρέβαλόν ποτε σκητιώται τη οσία Σάρρα, η δε παρέθηκεν αυτοίς κανίσκιον μετά χρειών˙ οι δε γέροντες αφέντες τα καλά, έφαγον τα σαπρά. Είπε δε αυτοίς η τιμία Σάρρα˙ ‘όντως εν αληθεία, σκητιώταί εστε’» (Π. Β. Πάσχου (επιμ.), Νέον Μητερικόν (Αθήναι: εκδ. Ακρίτας, 1990), 31). Αυτή η κατανόησις και η θυσιαστική χρήσις της ελευθερίας είναι ξένη προς το πνεύμα της εποχής μας, το οποίον ταυτίζει την ελευθερίαν με ατομικάς διεκδικήσεις και δικαιωματισμόν. Ο σύγχρονος «αυτόνομος» άνθρωπος δεν θα έτρωγε τους σαπρούς καρπούς, αλλά τους καλούς, και θα ήτο βέβαιος ότι τοιουτοτρόπως εκφράζει και χρησιμοποιεί αυθεντικώς και υπευθύνως την ελευθερίαν του.

Εις το σημείον αυτό ευρίσκεται η υψίστη αξία της ορθοδόξου θεωρήσεως της ελευθερίας δια τον σύγχρονον άνθρωπον. Πρόκειται περί μιας ελευθερίας, η οποία δεν απαιτεί αλλά μοιράζεται, δεν διεκδικεί αλλά θυσιάζεται. Ο ορθόδοξος πιστός γνωρίζει ότι η αυτονομία και αυτάρκεια δεν απελευθερώνουν τον άνθρωπον από τον κλοιόν του εγώ, της αυτοπραγματώσεως και της αυτοδικαιώσεως. Η ελευθερία, «η Χριστός ημάς ηλευθέρωσεν» (Γαλ. ε’, 1), ενεργοποιεί τας δημιουργικάς δυνάμεις του ανθρώπου, πραγματώνεται ως άρνησις του αυτοεγκλεισμού, ως απροϋπόθετος αγάπη και κοινωνία της ζωής.

Το ορθόδοξον ασκητικόν ήθος δεν γνωρίζει διχασμούς και δυϊσμούς, δεν απορρίπτει την ζωήν, αλλά την μεταμορφώνει. Η δυϊστική θεώρησις και απόρριψις του κόσμου δεν είναι χριστιανική. Ο γνήσιος ασκητισμός είναι φωτεινός και φιλάνθρωπος. Είναι χαρακτηριστικόν της ορθοδόξου αυτοσυνειδησίας, ότι η περίοδος της νηστείας είναι διαποτισμένη από σταυροαναστάσιμον χαράν. Και οι ασκητικοί αγώνες των ορθοδόξων, όπως και συνολικώς η καθ ἡμᾶς πνευματικότης και η λειτουργική ζωή, αναδίδουν το άρωμα και το φως της Αναστάσεως. Ο Σταυρός ευρίσκεται εις το κέντρον της ορθοδόξου ευσεβείας, δεν είναι όμως το τελικόν σημείον αναφοράς της ζωής της Εκκλησίας. Αυτό είναι η ανεκλάλητος χαρά της Αναστάσεως, οδόν προς την οποίαν αποτελεί ο Σταυρός. Κατά ταύτα, και εις την περίοδον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η βιωματική πεμπτουσία των Ορθοδόξων παραμένει ο πόθος της «κοινής αναστάσεως».

Εύχεσθε και προσεύχεσθε, τιμιώτατοι αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω, να αξιωθώμεν, άνωθεν επινεύσει και αρωγή, πρεσβείαις δε της Αγιοπρώτου Θεοτόκου και πάντων των Αγίων, να διατρέξωμεν χριστοπρεπώς και χριστοτερπώς τον δόλιχον της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ασκούντες μετ εὐφροσύνης, εν υπακοή προς τον κανόνα της εκκλησιαστικής παραδόσεως, το «κοινόν άθλημα» της παθοκτόνου νηστείας, προσκαρτερούντες τη προσευχή, βοηθούντες τοις πάσχουσι και τοις εν ανάγκαις, συγχωρούντες αλλήλοις και «εν παντί ευχαριστούντες» (Πρβλ. Θεσσ. ε’, 18), δια να προσκυνήσωμεν ευσεβοφρόνως τα «Άγια και Σωτήρια και Φρικτά Πάθη» και την ζωηφόρον Ανάστασιν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, Ω η δόξα και το κράτος και η ευχαριστία εις τους απεράντους αιώνας. Αμήν.

Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή ,βιθ´

† Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος
διάπυρος προς Θεόν ευχέτης πάντων υμών