Απίστευτη υπόθεση στον Άρειο Πάγο: Σκότωσαν με λοστό νεωκόρο για να κλέψουν τα τάματα των πιστών

Σενάριο που παραπέμπει σε ταινία τρόμου

Το σκηνικό μιας απίστευτης δολοφονίας που θα μπορούσε να παραπέμπει σε σενάριο ταινίας τρόμου, περιγράφεται σε απόφαση του Αρείου Πάγου, ενώπιον του οποίου προσέφυγε ο ένας εκ των δραστών της υπόθεσης, προκειμένου να «σπάσει» τα ισόβια που του είχε επιβάλει το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το ανώτατο δικαστήριο, ωστόσο, δεν έκανε δεκτή την αίτησή του, κρίνοντας ότι ο συγκριμένος κατηγορούμενος, κρατούμενος σήμερα στη «σκληρή» φυλακή της Κέρκυρας, τέλεσε τα εγκλήματα τα οποία του απαγγέλθηκαν. Παράλληλα, οι αρεοπαγίτες έκριναν πως η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που τον καταδίκασε σε ισόβια είχε την απαιτούμενη από το νόμο εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Μάλιστα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε για την συγκεκριμένη υπόθεση και τρεις ακόμη κατηγορουμένους σε βαριές ποινές. Ο ένας εξ αυτών καταδικάσθηκε σε πολυετή κάθειρξη καθώς κρίθηκε ένοχος (όπως και ο πρώτος κατηγορούμενος που καταδικάσθηκε σε ισόβια) για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας, της ληστείας της παράνομης οπλοφορίας και της παράνομης οπλοχρησία. Οι άλλοι δυο κατηγορούμενοι στην υπόθεση καταδικάσθηκαν για υπόθαλψη εγκληματία- με τον έναν εξ αυτών, ωστόσο, να φυγοδικεί.

Όπως αναφέρει το lawandorder.gr, το έγκλημα έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 2011 σε ιερό ναό στη Θεσσαλονίκη. Τρεις άνδρας εισήλθαν στην εκκλησία και μάλιστα την ώρα εκείνη βρίσκονταν στο ναό και μια πιστή. Όπως κατέθεσε αργότερα, η συγκεκριμένη μάρτυρας είδε τρία άτομα μέσα στο ναό «να είναι σκυμμένα στο σημείο που βρίσκονταν λευκά χαρτιά και φάκελοι, που διέθετε η εκκλησία στους πιστούς, για να σημειώνουν τα ονόματα οικείων τους (ή μη) που επιθυμούν κατά τη λειτουργία να μνημονευθούν από τον ιερέα».

Η γυναίκα, παρέμεινε για λίγο στο ναό και αποχώρησε αποχαιρετώντας τον μέχρι τότε ανυποψίαστο νεωκόρο. Δυο εκ των δραστών ελάχιστα λεπτά αργότερα διαπιστώνοντας πλέον ότι στο χώρο δεν υπήρχε κανείς άλλος, πλην του νεωκόρου, «αποφάσισαν από κοινού να τον εξουδετερώσουν» παραβιάζοντας το υαλόφρακτο πλαίσιο της εικόνας της Παναγίας ώστε να αφαιρέσουν τάματα πιστών αξίας περίπου 15.000 ευρώ που φυλάσσονταν εκεί.

Τα όσα ακολούθησαν περιγράφονται καρέ – καρέ στην απόφαση του Αρείου Πάγου ως εξής: «Ο πρώτος των κατηγορουμένων χρησιμοποιώντας σιδερένιο λοστό αιφνιδίασε το νεωκόρο, που τους είχε πλησιάσει και τον χτύπησε τρεις τουλάχιστον φορές στο κεφάλι, με αποτέλεσμα αυτός να χάσει τις αισθήσεις του, να καταρρεύσει και να μείνει πεσμένος στο σημείο αιμορραγώντας. Ακολούθως, ο δεύτερος των κατηγορουμένων πήρε το σιδερένιο λοστό, κατευθύνθηκε στην εικόνα και με αυτόν επιχείρησε να θραύσει το τζάμι που την προστάτευε, αφήνοντας μάλιστα επ’ αυτού και σημάδια από το αίμα που υπήρχε στο λοστό».

Ωστόσο, η παραβίαση του τζαμιού της εικόνας, δεν κατέστη εφικτή. Και αυτό «καθώς αφενός μεν το τζάμι ήταν ανθεκτικό και δεν έσπασε και αφετέρου άρχισε να σημαίνει το ξεχωριστό σύστημα συναγερμού, που ήταν τοποθετημένο στην εικόνα, με αποτέλεσμα οι δράστες, φοβούμενοι ότι θα καταλαμβάνονταν στον τόπο του εγκλήματος, διέφυγαν, μη ολοκληρώνοντας την πράξη της ληστείας, όπως είχαν αρχικά συναποφασίσει».

Λίγη ώρα αργότερα, στον ιερό ναό έφτασε ένας άνδρας (ελαιοχρωματιστής που εργάζονταν από τις προηγούμενες ημέρες στους χώρους της εκκλησίας), ο οποίος είδε τον άτυχο νεωκόρο να κείτεται αιμόφυρτος. Αμέσως κάλεσε ασθενοφόρο και ο νεωκόρος διακομίσθηκε στο νοσοκομείο. Ωστόσο, λίγες ημέρες αργότερα έχασε τη μάχη για τη ζωή.

Αρνήθηκαν ότι βρίσκονταν στον τόπο του εγκλήματος

Ενώπιον της Δικαιοσύνης οι δράστες αρνήθηκαν ότι ο θάνατος του άτυχου άνδρα προήλθε από τα χτυπήματά τους. Υποστήριξαν πως το θύμα έχασε τη μάχη για τη ζωή «εξαιτίας του βεβαρημένου ιατρικού του ιστορικού, καθώς έπασχε από αρτηριακή υπέρταση και είχε υποβληθεί σε αγγειοπλαστική των στεφανιαίων αρτηριών».

Το δικαστήριο βασιζόμενο στην ιατροδικαστική έκθεση έκρινε πως ο θάνατος προήλθε από την κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη το θύμα, απόρροια των χτυπημάτων με λοστό που δέχθηκε.

Μάλιστα, δυο εκ των κατηγορουμένων αρνήθηκαν την οποιαδήποτε συμμετοχή τους στις πράξεις που τους αποδίδονται, ισχυριζόμενοι μάλιστα ότι δεν ήταν καν παρόντες στο σημείο της επίθεσης. Ωστόσο, η παρουσία ενός εξ αυτών στο χώρο της εκκλησίας, σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου, «είναι αδιαμφισβήτητη από την εύρεση παλαμικού του αποτυπώματος σε έναν λευκό φάκελο, που βρέθηκε κοντά στο θύμα». Για το δεύτερο κατηγορούμενο το δικαστήριο έκρινε επίσης ότι βρίσκονταν στο τόπο του εγκλήματος, απορρίπτοντας βεβαιώσεις που εκείνος είχε προσκομίσει προκειμένου να αποδείξει ότι την ημέρα της δολοφονίας βρίσκονταν εκτός χώρας. Και αυτό καθώς οι βεβαιώσεις αυτές ήταν είτε χωρίς ημερομηνία, είτε μεταγενέστερες του εγκλήματος.