You are currently viewing Στην εκκλησιαστική  κρίση του 1987 «ο Αντώνης Τρίτσης έγραψε ιστορία ».  Στην εκκλησιαστική κρίση του 2018 ποιόν θα …διαγράψει η ιστορία;

Στην εκκλησιαστική κρίση του 1987 «ο Αντώνης Τρίτσης έγραψε ιστορία ». Στην εκκλησιαστική κρίση του 2018 ποιόν θα …διαγράψει η ιστορία;

Του Σωτήρη Τζούμα

​Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ έμεινε στη συνείδηση των πιστών αλλά και ολόκληρου του ελληνικού λαού, ως η έκφραση του λαϊκού παπά.

Δεν παράστησε ποτέ αυτό που δεν ήταν, δεν καμώθηκε ποτέ τον λόγιο, δεν έκανε ποτέ τον μεγάλο και σπουδαίο Θεολόγο.

Ήταν απλός και αυθόρμητος. Κι όταν σου μιλούσε σε κοίταζε στα μάτια!

Μολονότι ήταν αντάρτης του Ζέρβα, δεν έδειξε ποτέ σε κανέναν πολιτικό διάθεση εριστική ή φιλική.

Μιλούσε με ευθύτητα και όταν έπρεπε σε «κάρφωνε» κατάμουτρα και όχι πισώπλατα!

Στα χρόνια του και συγκεκριμένα το 1987, ξέσπασε η κρίση στις σχέσεις της Εκκλησίας με το κράτος για την εκκλησιαστική περιουσία.

Δεν ήθελε σύγκρουση κατά μέτωπο αλλά δεν ήταν και ενδοτικός.

Ο τότε υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, αείμνηστος Αντώνης Τρίτσης, εμπνεόμενος από τις θέσεις του πατρός Γεωργίου Πυρουνάκη επιχείρησε να παρέμβει και να ρυθμίσει με νέες ιδέες, προχωρημένες για την εποχή και την Ελλάδα, τα της Εκκλησίας.

Τότε, σε εκείνη την κρίση ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ έδωσε σε τρείς νέους Ιεράρχες της εποχής- οι οποίοι είχαν αρχίσει να ξεχωρίζουν από τότε και να θεωρούνται ως πιθανοί του διάδοχοι- τον Χριστόδουλο

(Δημητριάδος τότε, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο), τον Ιερώνυμο( Θηβών τότε και νυν Αρχιεπίσκοπο) και τον Άνθιμο( Αλεξανδρουπόλεως τότε και νυν Θεσσαλονίκης)-τον δημόσιο λόγο της Εκκλησίας, που θα ήταν εξ ανάγκης σκληρός.

Για τον εαυτό του κράτησε το ρόλο του ήρεμου συζητητή. Η τακτική αυτή είχε αποτέλεσμα: ο Ανδρέας Παπανδρέου όταν η κατάσταση ξέφυγε πολιτικά και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δικαίωσε την Εκκλησία,ξήλωσε τον Τρίτση με την περίφημη ατάκα “Αντώνη, έγραψες ιστορία”, και έκλεισε το θέμα.

​Η κρίση του 1987 ανέδειξε τον Χριστόδουλο στη συνείδηση του κόσμου ως πνευματικό ηγέτη που τολμά. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Ανθιμος σε μικρότερη εμβέλεια, ενώ ο Ιερώνυμος με τις εναλλαγές στην τακτική που ακολούθησε, δεν μπόρεσε να περάσει ηγετικό προφίλ και έμεινε στη σκιά.

Τώρα βρισκόμαστε πάλι μπροστά σε μία κρίση που θάλεγε κανείς ότι είναι κάπως επανάληψη της κρίσης Τρίτση. Αλλά δεν είναι και τόσο αλήθεια.

Τώρα είναι ο Αρχιεπίσκοπος που ανέλαβε να τα βρει με την …εξουσία και να ορίσει το μέλλον της Εκκλησίας. Και μάλιστα, μεταχειρίστηκε τους Ιεράρχες σαν ένα άθροισμα εξισωμένο με το τίποτε.Και γιαυτό τους αγνόησε.

​Και τι οδήγησε τον Αρχιεπίσκοπο σε αυτό το παζάρι; Όχι βέβαια η πολιτική συμφωνία του με τον κ.Τσίπρα.

Παρά τα όσα γράφονται για καλές σχέσεις Αρχιεπισκόπου και Πρωθυπουργού , ο Ιερώνυμος κατά βάθος καταλαβαίνει [δεν γράφω: πιστεύει] ότι απέναντί του έχει να κάνει με έναν οπορτουνιστή, ένα ( ας μας επιτραπεί η έκφραση) «παιδάκι» της πολιτικής που τα κατάφερε κι από Πρόεδρος του 15μελούς,από μέλος ενός Ρουβίκωνα της εποχής του, μπόρεσε κι ανέβηκε στην κορυφή της εξουσίας.Σεβαστό. Αλλά στην Ελλάδα όλα μπορούν να συμβούν.

Η μέθοδος γνωστή, από τότε που ο αετός τα έχασε βλέποντας τον γυμνοσάλιαγκα στη φωλιά του, κι έκπληκτος τον ρώτησε πως μπόρεσε κι ανέβηκε σε τόσο ύψος.

Αλλά αυτό μας δίνει και αισθήματα μιας βαθύτερης κατανόησης.

​Στους διαδρόμους της Αρχιεπισκοπής κυκλοφορούν διάφορα για την αποφασιστικότητα με την οποία ο Ιερώνυμος μάχεται για τα συμφέροντα μιας μικρής ομάδας ανθρώπων που τον περιβάλλουν- συγγενών και φίλων- από την εποχή που ήταν Θηβών και Λεβαδείας.

Όχι μόνον όμως.

Νοιάζεται πάρα πολύ, θα μπορούσα να πω υπερβαλλόντως, για την άνοδο ενός φίλου , λαϊκού συνεργάτη του , ο οποίος διακατέχεται από την επιθυμία να άρχει της Εκκλησίας, άλλοτε καθήμενος επί θρόνου Ιεραρχών, άλλοτε μεσολαβώντας μεταξύ διαφόρων γνωστών πολιτικών και οικονομικών κύκλων εξουσίας, άλλοτε για το ένα, άλλοτε για το άλλο. Και να αμείβεται γενναιόδωρα για τις υπηρεσίες του, παρ´ότι είναι μόνο απόφοιτος Λυκείου.

Τέτοιες εμπειρίες δημιουργούν συνήθως την πρόθεση και την επιθυμία για μεγαλύτερη άνοδο και εξουσία.

Ο έλεγχος των οικονομικών της Εκκλησίας ήταν πάντα ένα δέλεαρ για πολλούς.

​Δεν είναι λίγοι οι Ιεράρχες που τα γνωρίζουν και τα συζητούν όλα αυτά μεταξύ των. Κάποιοι τόλμησαν να τα θέσουν και στη Σύνοδο της Ιεραρχίας και μάλιστα επωνύμως.

Δεν είναι ασήμαντοι αυτοί που καταλαβαίνουν ότι σε μια οικονομική συμφωνία παράδοσης της περιουσίας της Εκκλησίας στα χέρια ενός φιλόδοξου αλλά ανεγκέφαλου λαϊκού, θα σήμαινε αυτόματα παράδοσή της στο… πειναλέο κράτος!

Λησμονούν όμως όλοι αυτοί που εκπόνησαν ένα τέτοιο σχέδιο, ερήμην της Ιεραρχίας, ότι οι Αρχιερείς όσο συνεργάσιμοι και αν δείχνουν σε όλα όσα γίνονται στην Εκκλησία,είναι πρωτίστως ποιμένες ψυχών- του πιστού λαού,των ιερέων, ακόμη και των αθέων-και σίγουρα δεν είναι οι εκδοροσφαγείς των, αφού σε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις πρυτανεύει η συνείδησή των – αυτή που κάποιοι θέλησαν να την αγνοήσουν και να την ποδοπατήσουν, θεωρώντας την εξαργυρώσιμο είδος!

Δημοσιεύθηκε εφημερίδα «Το Παρόν», 2 Δεκεμβρίου 2018