Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σάμου καί Ἰκαρίας κ.κ. Εὐσέβιος στην Τήνο για τον εορτασμό των 195 χρόνων απο την εύρεση της θαυματουργού εικόνος της  Θεοτόκου.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σάμου καί Ἰκαρίας κ.κ. Εὐσέβιος στην Τήνο για τον εορτασμό των 195 χρόνων απο την εύρεση της θαυματουργού εικόνος της Θεοτόκου.

Ὁμιλία

τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σάμου καί Ἰκαρίας κ.κ. Εὐσεβίου

ἐπί τῆ 195ῃ ἐπετείῳ ἀπό τῆς εὑρέσεως

τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Εὐαγγελιστρίας Τήνου

(30 Ἰανουαρίου 2018)

«Παρθενικὴ πανήγυρις σήμερον, ἀδελφοί·», ὅπως ἀναγγέλλει καί τό δογματικό δοξαστικό θεοτοκίο τροπάριο τοῦ Α΄ ἤχου. «Σκιρτάτω ἡ κτίσις, χορευέτω ἡ ἀνθρωπότης· διότι μᾶς συνεκάλεσε ἡ ἁγία Θεοτόκος, τὸ ἀμόλυντον κειμήλιον τῆς παρθενίας»

Σεβασμιώτατε Ἅγιε Σύρου καί Τήνου καί ἀγαπητέ Ἀδελφέ κ.κ. Δωρόθεε, Ἀξιότιμες πολιτικές καί στρατιωτικές ἀρχές, Πατέρες καί Ἀδελφοί, εὐλαβεῖς προσκυνητές.

Ὄντως ἡ πάμφωτος καί πάνσεπτος ἱερά μορφή τῆς Θεομήτορος μᾶς συνεκάλεσε σήμερα διά τῆς εὐγενοῦς προσκλήσεώς Σας, συμπανηγυριστές καί μάλιστα ἐπί τῇ 195ῃ ἐπετείῳ ἀπό τῆς εὑρέσεως τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος Αὐτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

Ἐάν κάθε Ὀρθόδοξος Χριστιανός αἰσθάνεται δέος καί βαθεία συγκίνηση καθώς εἰσέρχεται στόν ἱερό αὐτό χῶρο τοῦ Πανελληνίου Ἱεροῦ Προσκυνήματος τῆς Εὐαγγελιστρίας Τήνου, γιά τήν ταπεινότητά μου ἡ εἴσοδος καί μάλιστα ὡς Ἀρχιερέως ἀφορᾶ στό πλήρωμα αὐτῆς τῆς ἴδιας μου τῆς ζωῆς. Οἱ μακαριστοί γονεῖς μου Κωνσταντῖνος καί Μαρουδιώ καί κυρίως ἡ εὐσεβέστατη Μητέρα μου, ἀγωνιῶντες γιά τήν ἀπόκτηση τέκνου, ἄφησαν τά δάκρυα καί τήν προσευχή τους ἐνώπιον τῆς κρινοσταλάκτου εἰκόνος της Θεομήτορος καί ὅταν ἔλαβαν στό πρόσωπό μου τήν θεϊκή ἀπάντηση στούς μύχιους πόθους τους, ἔσπευσαν νά τελέσουν σέ αὐτόν τόν ἱερό χῶρο τό βάπτισμά μου δίδοντες καί τό ὄνομα Εὐάγγελος, πρός τιμήν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ἀνταποδίδοντες κατά τό ἀνθρώπινον τήν χαρά τῆς θεϊκῆς δωρεᾶς, πού εὐαγγελίσθηκε σ’ αὐτούς ἡ Παναγία μας, ἐπιβραβεύοντας τήν πίστη καί τήν εὐσέβειά τους, ἀκούγοντας τήν προσευχή τῆς καρδιᾶς τους.

Οἱ κάτοικοι τῶν ἀκριτικῶν μας Νησιῶν τῆς Σάμου, τῆς Ἰκαρίας καί τῶν Φούρνων, ὅπως βέβαια καί ὅλοι οἱ Νησιῶτες, ἀλλά καί ὅλοι οἱ Ἕλληνες εὐλαβοῦνται ἰδιαιτέρως τήν Παναγία μας καί τιμοῦν τόν Εὐαγγελισμό της προστρέχοντες μάλιστα στήν θεία καταφυγή τῆς Εὐγγελιστρίας Θεοτόκου, ὅπως καί οἱ μακαριστοί γονεῖς μου.

Μάλιστα στό τέμπλο, τό εἰκονοστάσι δηλαδή πολλῶν Ἱερῶν Ναῶν καί Παρεκκλησίων τῶν ἀκριτικῶν μας Νησιῶν ὁ προσκυνητής βλέπει στή θέση τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Παναγίας, ὄχι τήν συνήθη ἀπεικόνιση τῆς Παναγίας μέ τό Χριστό στήν παρθενική της ἀγκάλη, ἀλλά τήν εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της.

Τά περισσότερα μοναστήρια ἐπίσης τῆς Μητροπολιτικῆς μας περιφερείας εἶναι ἀφιερωμένα στήν Παναγία μας καί ἕξι ἀπό αὐτά στόν Εὐαγγελισμό της.

Αὐτή ἡ ἀπό αἰώνων ἀγάπη τῶν ἀκριτῶν Νησιωτῶν μας γιά τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου προσαυξήθηκε καί μέ τήν δυναμική παρουσία τῶν Κολλυβάδων Πατέρων στά Νησιά μας στά τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος.

Μέ τό ὄνομα Κολλυβᾶδες ἀποκαλοῦμε ὅλους ἐκείνους τούς Ἁγιορείτες Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἐξαιτίας τῆς ἐμμονῆς τους στήν παραδεδομένη τάξη τῆς τελέσεως τῶν Μνημοσύνων, διά τῆς παραθέσεως κολλύβων, μόνον κατά τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ἀποχώρησαν ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος καί ἐγκαταβίωσαν σέ διάφορα Νησιά τοῦ Ἀρχιπελάγους μεταξύ τῶν ὁποίων ἡ Σάμος, ἡ Ἰκαρία καί οἱ Φούρνοι, στά ὁποῖα ὁ Θεός διά τῆς Ἐκκλησίας Του, μέ ἐγκατέστησε ποιμένα τά τελευταία 23 χρόνια.

Ὅλοι οἱ Κολλυβᾶδες ἦταν ρασοφόροι. Οἱ περισσότεροι Κληρικοί καί κάποιοι Μοναχοί. Ὅλοι τους εἶχαν εὑρύτατη θεολογική παιδεία καί μόρφωση καί κυρίως ἄριστη γνώση τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας. Ἀπ’ ὅπου κι ἄν πέρασαν φρόντισαν νά ἀνεγείρουν Ἱερούς Ναούς καί Ἱερές Μονές πρός τιμήν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.

Τρανό παράδειγμα ἡ Ἰκαρία, ὅπου παρά τό ὅτι προϋπῆρχαν ἀπό τά τέλη τοῦ 15ου αἰῶνος ἡ Ἱερά Μονή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Μοντέ Ῥαχῶν καί ἀκόμη ἡ παραθαλάσσια Ἱερά Μονή Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Μαυριάνου, ἡ ὁποία ἀγναντεύει τήν Τῆνο καί τίς λοιπές Κυκλάδες, ἐντούτοις κι Ἐκεῖνοι τό Μοναστῆρι, πού ἀνήγειραν ἐκ βάθρων τό 1775, γιά νά στεγάζουν τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή τους στήν περιοχή Λευκάδος τοῦ Ἁγίου Κηρύκου, τό ἀφιέρωσαν πάλι στόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου.

Ἀλλά καί στόν Μαραθόκαμπο τῆς Σάμου καί στούς Φούρνους, ἀνήγειραν Μονστήρια πρός τιμήν τοῦ Εὐαγγελισμοῡ καί ἐγκαταβίωσαν σ’ αὐτά. Καί ὅταν ἀργότερα μετακινήθηκαν στήν Σκίαθο, καί ἐκεῖ πρός τιμήν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου ἀνήγειραν τήν Ἱερά Μονή τους.

Κάτι τό ἰδιαίτερο λοιπόν ἔθελγε τίς ψυχές τῶν ἁγίων αὐτῶν Κολλυβάδων Πατέρων σχετικῶς μέ τήν ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καί τοῦτο μᾶς προξενεῖ μεγάλη ἐντύπωση.

Ἐπιχειρώντας νά ἑρμηνεύσουμε τήν καρδιακή αὐτή ἐπιμονή τους, «βυθιζόμαστε» ἐξ ἀνάγκης στό θεολογικό περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, καί στόν «ἀπελευθερωτικό» χαρακτήρα της, καθώς σηματοδοτεῖ τήν πνευματική ἀναγέννηση, τήν νέα εὐκαιρία.

Ὁ Θεός μέ τό «ἀπ’ αἰῶνος ἀπόκρυφο καί Ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον» ξεκινᾶ δυναμικά τήν ἀναδημιουργία τοῦ κόσμου θέτοντας ὡς κέντρο του τόν νέο Ἀδάμ, τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἐνσαρκώνει τήν πραγματική ἐλευθερία, πού νικᾶ καί αὐτόν τόν θάνατο, ἀφοῦ εἶναι καί προσφέρεται ὡς ἡ ὄντως Ζωή.

Γίνεται ὁ ἴδιος Εὐ-αγγελισμός, χαρούμενο ἄγγελμα δηλαδή, γιά τόν ἄνθρωπο, πού ἀγωνίζεται νά ἀποτινάξει τή σκλαβιά τῆς ἁμαρτίας. Γίνεται ὁ Χριστός ἡ μεγάλη καί μόνη ἐλπίδα τοῦ ἀγωνιζομένου ἀνθρώπου.

Μιά ἐλπίδα, που δέν πεθαίνει ποτέ ἀφοῦ ταυτίζεται μέ τόν Χριστόν, ἀλλά ἀνανεώνεται εἰς τό διηνεκές.

Ἐρχόμενος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος μέσα ἀπό τήν ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, καταργεῖ τήν δύναμη τῆς ἁμαρτίας καί τήν ἰσχῦν τοῦ θανάτου, ὁδηγῶντας τόν ἄνθρωπο στήν ἐλευθερία καί τή σωτηρία του. Στην οὐσιαστική αὐτοπραγμάτωσή του.

Ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἄλλη, ἀγωνιζόμενος ἐναντίον τῆς εὐπερίστατης ἁμαρτίας, ἀποκτᾶ τήν ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας. Ζῶντας τήν ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ, μπορεῖ νά ἀποτινάξει κάθε ζυγό ἀπό τον τράχηλό του, βρίσκει τό σθένος νά ἀγωνισθεῖ γιά τήν ἀνεξαρτησία του ἀπό τήν ὁποιαδήποτε σκλαβιά.

Αὐτή ἦταν καί ἡ κεντρική ἰδέα τοῦ μεγάλου πνευματικοῦ Φιλοκαλικοῦ κινήματος τῶν Κολλυβάδων, πού ἀναπτύχθηκε τόν 18ο αἰῶνα. Μέ ἀφετηρία τό πνευματικό περιεχόμενο τῆς Ἑορτῆς προώθησαν ἕνα εἶδος ἐπανευαγγελισμοῦ τοῦ ὑπόδουλου Ὀρθοδόξου Γένους. Θέλησαν να ἐμψυχώσουν τό ὑπόδουλο γένος χρησιμοποιώντας τίς ἀνεξάντλητες καί σωστικές δυνάμεις τῆς ὀρθόδοξης λατρείας καί πνευματικότητας.

Προέβαλαν ἐναγωνίως ἀνάμεσα στ’ ἄλλα

1. τή συχνή θεία Μετάληψη,

2. τήν τιμή τῆς Κυριακῆς, ὡς κατ’ ἐξοχήν ἡμέρας Ἐκκλησιασμοῦ καί θείας Κοινωνίας,

3. Τήν νοερά προσευχή με παράλληλη μελέτη τῶν πατερικῶν, ἀσκητικῶν καί νηπτικῶν κειμένων, τά ὁποῖα ἐξέδωσαν πρός ὠφέλειαν τῶν πιστῶν μέ πολλούς κόπους καί θυσίες.

Ἔδωσαν ἔμφαση στήν ἄθληση τῶν Νεομαρτύρων τῆς Τουρκοκρατίας.

Ὡς πνευματικοί καί ἐξομολόγοι τους, ἐνεθάρρυναν τούς Νεομάρτυρες στήν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον τοῦ Τούρκου δυνάστη καί στό μαρτύριό τους, ὅπως συνέβη καί μέ τόν ἅγιο Νεομάρτυρα Γεώργιο ἀπό τήν Χώρα τῆς Σάμου ἤ καί τόν νεομάρτυρα Μανουήλ τῆς Μυκόνου. Οἱ Κολλυβάδες ἐμπλούτισαν τό ἑορτολόγιο μέ τή μνήμη τῶν Νεομαρτύρων, ἐξέδωσαν πρός τιμήν τους Ἀκολουθίες, στίς ὁποῖες ἐξυμνοῦσαν τούς βίους καί τόν ἡρωϊσμό τους ἔναντι τῆς Ὀθωμανικῆς Ἀρχῆς. Ἔτσι ἔδωσαν θάρρος στό ὑπόδουλο Γένος, στήριξαν πνευματικά τήν ἐξέγερση καί προετοίμασαν μυστικά καί ἐκ Θεοῦ τήν πορεία τῆς ἐθνικῆς μας παλιγγενεσίας.

Τό ὑπόδουλο Γένος εἶχε πλέον τή δυνατότητα νά ἀνελιχθεῖ πνευματικά καί ν’ ἀντιμετωπίσει ὄχι μόνο τόν κίνδυνο τοῦ ἰσλαμισμοῦ ἀπό τήν Τουρκοκρατία, ἀλλά καί τήν πρόκληση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ, ὁ ὁποῖος μέ ὕπουλο τρόπο προωθοῦσε τήν ἐκκοσμίκευση καί τή λογικοκρατία.

Καί ὅλα αὐτά μέ βάση τό περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τῆς ἑορτῆς τῆς ἐλευθερίας.

Γιά τόν λόγο αὐτό καί ἡ Ἐθνική μας παλιγγενεσία ἔλαβε ἀρχή ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, στίς 25 Μαρτίου τοῦ 1821!

Βέβαια στό πέρασμα σχεδόν δύο αἰώνων βρέθηκαν κάποιοι ἀπάτριδες καί ἀνιστόρητοι ἱστορικοί καί ἀγνώμονες πρός τόν ἀληθινό Θεό, Σωτῆρα καί Λυτρωτή μας κατευθυνόμενοι δημοσιογράφοι, νά ἀμφισβητήσουν αὐτήν τήν μεγάλη ἀλήθεια.

Δυστυχῶς ὅμως γι’ αὐτούς, ὄχι μόνο ἡ ἀδιαψευστη μαρτυρία τῆς Ἱστορίας ἀπό τίς πηγές καί κυρίως τά ἀπομνημονεύματα τῶν ἀγωνιστῶν, ἀλλά καί ἡ Παναγία μας ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μας καί ὅλων ἡμῶν τούς διαψεύδει πανηγυρικά.

Διότι στά δύσκολα ἐκεῖνα ἐπαναστατικά χρόνια, πού μόλις ἀποτινάζαμε τόν τουρκικό ζυγό, ἡ Παναγία μας φανέρωσε ἐδῶ στήν Τῆνο μέ τρόπο θαυμαστό καί ἐπίμονο τήν περίπυστη εἰκόνα της. Καί μάλιστα ὄχι ὁποιαδήποτε εἰκόνα της, ἀλλά τήν εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της, ἐπαληθεύοντας πλήρως τόσο τόν πνευματικό ἀγῶνα τῶν Κολλυβάδων Πατέρων γιά τήν προετοιμασία τῆς Ἐπαναστάσεως, ὅσο καί τήν αἰσιοδόξη προοπτική τῆς ἐπιτυχίας τῆς Ἐπαναστάσεως τῶν ἀγαπημένων της Παιδιῶν, τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων.

Ἡ εὕρεση τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τήν 30ήν Ἰανουαρίου 1823, σέ μιά δύσκολη καμπή γιά τήν συνέχιση τῆς ἐπαναστάσεως, πού ἔκρινε τόν ἀγῶνα γιά τήν ἐθνική μας παλλιγενεσία, ἔρχεται γιά νά ἐνθαρρύνει τούς μέχρι τότε ὑπόδουλους Ἕλληνες νά συνεχίσουν ἀπτόητοι τό ἀγῶνα τους γιά τήν ἐλευθερία τῆς Πατρίδος.

Ἡ Παναγία μας ὡς ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγός μας ἔρχεται μέσα ἀπό τήν εὕρεση τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ Της νά ἐνισχύσει τό Ὀρθόδοξο χριστιανικό καί ἐθνικό φρόνημα τῶν Ἑλλήνων.

Ἔρχεται γιά νά ἐπαινέσει τήν πρωτοβουλία τους νά ξεκινήσουν τόν ἀγῶνα τους ὑπέρ πίστεως καί Πατρίδος μέ ἀφετηρία τήν ἑορτή του Εὐαγγελισμοῦ της.

Ἔρχεται γιά νά ἐπιβραβεύσει ἐν τέλει τήν διάθεσή τους νά ἀγωνισθοῦν ἐναντίον τῆς σκλαβιᾶς τοῦ Τούρκου κατακτητή καί δυνάστη, ὄντες ἀπελεύθεροι Χριστοῦ μέσα ἀπό τήν ζωή καί τήν λατρεία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.

Τι κι ἄν ὑπάρχουν καί κάποιοι ἐπιλήσμονες τῆς ἀληθινῆς ἱστορίας καί ἀμνήμονες τῶν ἱστορικῶν θαυμάτων πού ἐπεβράβευσε ὁ Θεός στό Ἔθνος διά τῶν πρεσβειῶν τῆς Παναγίας μας; Οὔτε ἡ ἱστορία, οὔτε ἡ πραγματικότητα ἐπαληθεύει τίς αὐθάδεις καί ἐν τινι μέτρῳ βλάσημες ἀπόψεις τους καί γιά τό θαῦμα τῆς ἐθνικῆς μας Παλλιγγενεσίας τό 1821, ἀλλά καί πρόσφατα γιά τήν Μακεδονία μας, ἡ ὁποία παρά τίς αὐθαιρεσίες ἐκείνων, πού «δοκοῦν ἄρχειν τῶν ἐθνῶν» ἐδῶ καί 1500 χρόνια ἦταν, εἶναι και θά εἶναι Ἑλληνική. Ἀρκεῖ μόνον νά σκεφθοῦμε τήν ἱκέτιδα παράκληση ἐκείνου τοῦ Μακεδόνα, πού πιθανότατα νά ἦταν κι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, πρός τόν Ἀπόστολο Παῦλο, ὅπως καταγράφεται στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων: «διαβάς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν» (Πραξ. ιστ, 9).

Πρόςὅλουςαὐτούςἔχουμενάἀντιτάξουμετήνἀλήθειατῆςζωῆςκαίτῆςἱστορίαςμας, ὅπωςμέζωντάνιαδιασώζεταιστούςαἰῶνεςμέτήνφροντίδακαίτήνπραγματικήπαρουσίατῆςΠαναγίαςΜητέραςμας, τήνἀληθῆκαίὀφθαλμοφανῆμεσιτείακαίβοήθειάτης.

Καί κυρίως τήν ἀλήθεια τῆς ζωῆς μας μέσα στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐν εἴδει διδάγματος λέει, πώς: Μόνον ἡ πνευματική ἀπελευθέρωση ἀπό τά πάθη καί τήν ἁμαρτία ὁδηγεῖ στήν ἀπελευθέρωση ἀπό κάθε σκλαβιά. Τό Ἔθνος μας ἀπελευθερώθηκε ἐπειδή ὅσοι ἀγωνίσθηκαν γιά αὐτό, βίωναν τήν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, μέσα ἀπό τήν διαρκῶς ἀνανεούμενη ἐλπίδα τῆς μυστηριακῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ νηστεία, ἡ προσευχή, ἡ μετάνοια ἐτοιμάζουν τόν ἄνθρωπο νά δεχθεῖ τόν Χριστό, νά Τόν ζήσει ὡς τήν μοναδική του ἐλπίδα. Μᾶς συγκλονίζει ἡ γραφίδα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου στή θεία Λειτουργία, ὅταν λέει: «Σοι παρακατατιθέμεθα τήν ζωήν ἡμῶν ἅπασαν καί τήν ἐλπίδα Δέσποτα καί παρακαλοῦμεν Σέ καί δεόμεθα καί ἱκετεύομεν…»

Ὁ Θεάνθρωπος Κύριός μας ἔρχεται στή ζωή μας μόνον μέσα ἀπό τή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας καί βιώνεται μέσα ἀπό τή χάρη τῶν Μυστηρίων.

Τό χαρμόσυνο μήνυμα τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο ἀνανεώνει τήν ἐλπίδα γιά τή λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου.

Μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη καί ζωή ὁ σύγχρονος Νεοέλληνα μπορεῖ νά βρεῖ τό ἐλαφρύ φορτίο τοῦ χρηστοῦ ζυγοῦ τοῦ Κυρίου μας.

Μέ τά ἱερά τῆς Ἐκκλησίας μυστήρια μποροῦμε νά βροῦμε τήν ἀρετή καί τήν τόλμη, πού χρειαζόμαστε, γιά νά μήν εἴμαστε ὑπόδουλοι κανενός καί νά μήν αἰσθανόμαστε το χάλκεον χέρι, βαρύ τοῦ φόβου, ὅπως τραγουδᾶ στήν Ωδή εἰς τήν Σάμον καί ὁ Ἀνδρέας Κάλβος.

Ὥστε νά μήν ὑπάρχουμε παρά μόνον δοῦλοι Χριστοῦ καί ἀπελεύθεροι τῆς Αὐτοῦ παρουσίας. «ὁ γὰρ ἐν Κυρίῳ κληθεὶς δοῦλος ἀπελεύθερος Κυρίου ἐστίν· ὁμοίως καὶ ὁ ἐλεύθερος κληθεὶς δοῦλός ἐστι Χριστοῦ. τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων» (Α΄Κορ. ζ 22).

Σεβασμιώτατε,

Εὐχαριστοῦντες διά μίαν εἰσέτι φοράν γιά τήν πρόσκλησιν τῆς ἀγαπῷσης καρδίας Σας, καί μέ βαθεία συγκίνηση γιά τήν παρουσία μας ἐδῶ, ὅπου πρό ἐπτά σχεδόν δεκαετιῶν ἀναγεννήθηκα δι’ ὕδατος καί πνεύματος καί ἔγινα υἱός Φωτός καί υἱός τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀναλογίζομαι τό φῶς πού δίνει στή ζωή μας ἡ εἰκόνα αὐτή τῆς Εὐαγγελίστριας Θεοτόκου καί τήν δυνατότητα νά φιλοσοφήσουμε ἐπαρκῶς, πώς θά ἀξιοποιήσουμε τήν χάρη Της καί τήν ἀγάπη Της πρός ἐμᾶς, ὥστε νά πολιτογραφηθοῦμε στήν οὐράνια Βασιλεία.

Τό βέβαιο εἶναι πώς μέ τήν ἀγάπης της καί τή μεσιτεία της ἡ Παναγία μας μέσα ἀπό τήν θαυματουργή εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της, δείχνει στό σύγχρονο Ὀρθόδοξο Ἕλληνα τήν διαρκῶς ἀνανεούμενη ἐλπίδα γιά τόν ἀγῶνα τῆς καρδιᾶς του ἐνάντια σέ κάθε τί, πού δυναστεύει τη ζωή του ἤ ἀπειλεῖ τήν πνευματική του ἀκεραιότητα. Τά τόσα θαύματά Της εἶναι ἀπόδειξη καί ἐγγύηση τῆς ἐλευθερίας πού χαρίζεται σ’ ἐκείνους πού τήν ἐπικαλοῦνται καί ἐπιθυμοῦν τή σωτηρία τους ζῶντες κατά τό θέλημα τοῦ Υἱοῦ Της καί Θεοῦ μας.

Ἀρκεῖ ὁ ἀγῶνας νά διεξάγεται μέσα στά πλαίσια, πού ἡ Ἐκκλησία μας ὁρίζει, μέ πίστη στόν Χριστό, ὡς τόν μόνο Σωτῆρα καί Λυτρωτή, μέ γνώμονα τή διάκριση καί μέ κριτήριο τήν ἀγάπη. Καί κυρίως μέ τήν ἀκοίμητη πρεσβεία, τήν ἀμετάθετη ἐλπίδα καί τήν πανσθενῆ μεσιτεία τῆς Εὐαγγελιστρίας Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ μας. Ἀμήν.