You are currently viewing Eαρινή πνοή «εκ Φαναρίου»

Eαρινή πνοή «εκ Φαναρίου»

Του σπουδαίου Λογίου Ιεράρχου Μητροπολίτου ΠΕΡΓΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

 

 «Ἄξιον ἐστι τό φῶς»

(Ὀδ. Ἐλύτης)

                                      

Τό Φῶς!

«Τό βασιλευόμενον ἄνωθεν» (Γρηγόριος Θεολόγος).

Φαιδρύνει τά σύμπαντα κι᾿ ἀποκαλύπτει τά νοούμενα. Φλογίζει τόν νοῦν, ὠθώντας τον σέ νηφάλιο μέθη. Σέ θεῖο δέος, στιχούμενο ἀπό χαρμονή. Φῶς πού ἐμψυχώνει τήν ἐλπίδα.

*   *  *

        Σέ ποιά ἐαρινή ἐκφαντορική φωταύγεια μᾶς ὁδηγεῖς ἐφέτος Φωτοδότα; Καί σέ πόσο βαθιά πασχαλινή ἄναψη; Τήν Ἀνάσταση Σου, μέ τί ζωαρχικούς νά τή χαράξω ὕμνους; Ἀκούω τόν ψίθυρο τοῦ μέλλοντος ἀπό τόν ἐμφώτιο εὐαγγελισμό μιᾶς μυστικῆς τελετουργίας. Κι᾿ αἰσθάνομαι τήν καρδιά ἡδύπνοο. Νά ὁραματίζεται τήν παλίνδρομη κίνηση τῆς ἀδελφωσύνης τήν αἰσθάνομαι. Τῆς χαμένης γιά τόν νοῦ διάστασης, πού συνεχῶς μορφοποιεῖται. Πού μέ μελιτώδη ἁρμονία χορταίνει «τήν περ᾿ ἀπ᾿ τήν ἀγάπη» χριστιανική λειτουργικότητα. Σάν μιά ὑπήχηση στήν Ἐκτενῆ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας.

Μνημονεύω τόν Φωτοκράτορα Θεόν. Καί μοῦ φανερώνεται τό κάλλος τοῦ κόσμου καί τό μυστήριο τῆς πίστης μου. Μέσα ἀπό τή βροχή καί τούς νιφετούς τοῦ χειμῶνα ἀκούω νά παίζει ὁ ζωήρρυτος ὕμνος τῆς Ὀρθοδοξίας. Νάναι τραγούδι τῆς ἀνοιξιάτικης ρέμβης ἤ κελάδημα τοῦ ἀσπασμοῦ τῆς θείας ἀγάπης;

*   *   *

Συνάντησα ὁπτασιακά τόν Πατριάρχη στά Πανιώνια  χώματα τῆς Ἀνατολῆς. Στήν ἀγκαλιά τῆς «νεραΐδας» Μικρασίας, νά συνδιαλέγεται μέ τούς «μετεωρικούς μαιάνδρους τῆς σκέψης τῶν φιλοσόφων» (Χάρη Λαμπίδη) καί τῶν Πατέρων. Εἶχε ποτίσει

«τίς λεμονιές καί τίς μυρτιές

τίς φυτεμένες ἀπό τούς προγόνους»

ἀφυπνίζοντας μαζί καί μιά ὑπνοῦσα ὁδοιπορία. Ἦταν ὅλος μία δέηση. Ἐπίφωτος ν᾿ ἀναφερθεῖ  στά ἀξέχαστα ἐμμελῆ καί θυμήρη. Καί σ᾿ ὅσα ἀντίκρυσε μέ ματιές τοῦ κάλλους  τῆς ἀγάπης, ραντίζοντας τήν ἐλπίδα τῆς προσδοκίας. Τῆς προσδοκίας τοῦ ἐν Χριστῷ κοινοῦ ἀσπασμοῦ.

«Πέρα ὡς πέρα στή γῆ τῆς Ἰωνίας

  Δοξαστικό ἀχολογεῖ τροπάρι»

θά μᾶς ἔλεγε ὁ Κ. Παλαμᾶς. Λές καί ψάλλει μιά ὠδή μ᾿ ἀρχή καί τέλος τόν πρόσγειο Χριστό. Τήν ἐλπίδα καί τή χάρη. «Ὅτι εἰς τόν αἰῶνα τό ἔλεος Αὐτοῦ».

Μέσα στῆς ἄνοιξης τήν ἁπλοχεριά τοῦ φωτός, «τοῦ Πατρός τό ἀπαύγασμα», φτάνουν μηνύματα πού ἀπαλύνουν τή ροή τοῦ χρόνου.  Πού γλυκαίνουν τήν ἀντήχηση τῆς φαναριώτικης καμπάνας. Πού στεφηφοροῦν τό Φανάρι μέ τή μυστικιστική καί μυσταρχική του μεγαλωσύνη. Ἀλλά καί μετεωρίζουν τήν πολυθρύλητη καί καθαγιασμένη ἀπό αἰώνων μυρόβλητη Πόλη.

Θεῖος ζέφυρος καθοδηγεῖ τήν πνοή μου νά φθογγίσει ἕνα προσδοκόμενο ὕμνο. Μιά ἐαρινή ὠδή ἐκ Φαναρίου. Σάν κι᾿ αὐτήν πού μυστακούεται ἀπό τόν Πατριάρχη μέσα σέ γκρεμισμένες Ἐκκλησιές καί σέ αὐλές προγόνων, γύρω «μέ πλατάνους χλοερούς καί βασιλικούς εὐώδεις» (Ἀλεξ. Μωραϊτίδης).

Ἕναν ὕμνο ἀθανατισμένο κάτω ἀπό τό χῶμα τῆς Ἀνατολῆς. Τό χῶμα τό τρισαγισμένο ἀπό τίς δεήσεις ἀγακλεῶν ἡγουμένων, πού τώρα καλωσορίζουν τόν Ἡγούμενο τῆς Οἰκουμενικῆς Ρωμηοσύνης. Τή φωνή τῆς ὁλοζώντανης Ὀρθοδοξίας.

«Ἰδανικές φωνές κι᾿ ἀγαπημένες

ἐκείνων πού πέθαναν ἤ ἐκείνων πού εἶναι

γιά μᾶς χαμένες, σάν τούς πεθαμένους».

                                                  (Κ. Καβάφης)

*  *   *

Μιά ἐαρινή λιτανεία «ἀγκαλίζεται χερσίν» τήν «Ὀρθόδοξον εἰκόνα» καί πορεύεται γιά μιά Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Τή μυροβλύζει καθ᾿ ὁδόν «τό βασιλευόμενον ἄνωθεν φῶς», τό λίκνισμα τοῦ ἀγιοκλήματος, τοῦ κρίνου ἡ ἁγνότητα, τοῦ γιασεμιοῦ ἡ ἱκεσία καί τοῦ βασιλικοῦ ὁ ἀνασασμός.

Παλμοί πολλοί, σημαίνουν τῆς ἀναστάσεως τήν ὥρα. Κι᾿ ἕνα πολύμορφο συναίσθημα θωπεύει τήν ἐαρινή ὠδή. Τήν ἀδελφική καί ἱερά ἀϊδιότητα μέ τήν ἀθάνατη γεύση της. Τήν εὐλογημένη.

Κων/πολη, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.