Η Ι.Μ.Μαντινείας τίμησε τους διατελέσαντες Μητροπολίτες και Ιερείς της

I.M.Μαντινείας Τήν Κυριακή 24 Ἰανουαρίου 2016, ὁ Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας, Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας, κ.κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, πλαισιούμενος ἐκ τῶν Ἀρκάδων Ἀρχιερέων καί πνευματικῶν αὐτοῦ τέκνων, Σεβ. Μητροπολιτῶν Πατρῶν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ καί Ἱερισσοῦ, Ἁγίου Ὄρους καί Ἀρδαμερίου κ.κ. ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ τέλεσε στόν Μητροπολιτικό Ἱερό Ναό Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως, Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία καί ἱερό Μνημόσυνο ὑπέρ μακαρίας μνήμης καί αἰωνίου ἀναπαύσεως τῶν ἀειμνήστων Ἀρχιερέων τῶν ἀρχιερατευσάντων στήν Ἱερά Μητρόπολη Μαντινείας καί Κυνουρίας, τῶν Ἱερέων τῶν ἱερατευσάντων εὐόρκως στόν Μητροπολιτικό Ἱερό Ναό, ὡς καί πάντων τῶν κεκοιμημένων Εὐεργετῶν καί Δωρητῶν τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ.

Τό Σάββατο 23 Ἰανουαρίου 2016, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας, πλαισιούμενος ἀπό Ἱερεῖς τῆς πόλεως, τέλεσε Τρισάγιο στό μνῆμα τῶν Ἀρχιερέων μακαριστῶν προκατόχων του, στό Κοιμητήριο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Τριπόλεως.

 

Τήν Κυριακή στήν Θεία Λειτουργία καί στό ἱερό Μνημόσυνο συμμετεῖχαν μέ κάθε ἱεροπρέπεια εὐσεβεῖς χριστιανοί, ἐνορῖτες καί ἄρχοντες τοῦ τόπου, τιμῶντας μέ αὐτό τόν τρόπο, ἀπό κοινοῦ τους μακαριστούς Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς καί τούς Εὐεργέτας τοῦ Μητροπολιτικοῦ μας Ναοῦ.

Τό ἱερό αὐτό Μνημόσυνο τελεῖται κάθε χρόνο τόν μῆνα Ἰανουάριο, ἀπό τόν Σεβ. Μητροπολίτη Μαντινείας καί Κυνουρίας κ.κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ καί τό Ἐκκλησιαστικό Συμβούλιο τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως, ὡς ἐλάχιστο ἀντίδωρο, ὑποχρέωση καί ἀναγνώριση τῆς προσφορᾶς τῶν μακαριστῶν Ἀρχιερέων καί πάντων τῶν κεκοιμημένων Εὐεργετῶν καί Δωρητῶν.

Ἀμέσως μετά  τό Ἐκκλησιαστικό Συμβούλιο τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου ἔκοψε τήν πρωτοχρονιάτικη Βασιλόπιττα, τήν ὁποία εὐλόγησε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας κ.κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, παρουσίᾳ τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν Πατρῶν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ἱερισσοῦ κ.κ. ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ.

Ἡ ἐκδήλωση πραγματοποιήθηκε  στήν αἴθουσα τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου τῆς Ἐνορίας μας ἐπί τῆς πλατείας Ἐθνάρχου Μακαρίου.

 

Πλῆθος ἐνοριτῶν, εὐσεβῶν Χριστιανῶν Τριπολιτῶν, ἀρχόντων τοῦ τόπου καί φίλων συμμετεῖχε στήν ἐκδήλωση τῆς Ἐνορίας μας, ἐνῶ διεξήχθη λαχειοφόρος ἀγορά, μέ σκοπό τήν συνέχιση τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως.

 

Τά δῶρα, τά ὁποῖα κληρώθηκαν, ἦταν προσφορά ἐνοριτῶν καί Τριπολιτῶν, πού στηρίζουν τήν Ἐνορία τοῦ ἱστορικοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ μας.

 

Ἡ Ἱερά Μητρόπολη Μαντινείας καί Κυνουρίας

 

Ἡ Ἱερά Μητρόπολη Μαντινείας καί Κυνουρίας εἶναι ἡ κατάληξη τῶν πάλαι ποτέ διαλαμψασῶν Ἐπισκοπῶν τῆς περιφερείας μας, δηλαδή Μαντινείας, Κυνουρίας, Πίσσης, Ἀμυκλῶν, Τριπολιτσᾶς, Ρέοντος καί Πραστοῦ καί Μαντινείας καί Κυνουρίας.

Τό 1850 ἐκδόθηκε ὁ Συνοδικός Τόμος τοῦ αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, συσπειρώθηκαν οἱ τότε Ἐπισκοπές καί δημιουργήθηκε ἡ Μητρόπολή μας, ὅπως τήν γνωρίζουμε σήμερα.

Τίς Ἐπισκοπές αὐτές, ὅπως καί τήν σημερινή Μητρόπολη, διακόνησαν σημαντικές προσωπικότητες, ἄξιοι θεοφόροι πατέρες, πιστοί καί ἐργατικοί Ἐπίσκοποι καί Μητροπολῖτες.

Ἔτσι σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, ἡ Ἱερά Μητρόπολή μας, ὁ Κλῆρος καί ὁ Λαός, τελεῖ τό ἱερό αὐτό Μνημόσυνο καί μακαρίζει τίς ψυχές τους, προσεύχεται γιά τήν ἀνάπαυσή τους καί ἐπιζητεῖ τίς εὐχές τους.

 

Κεκοιμημένοι Ἀρχιερεῖς:

ΙΩΑΚΕΙΜ, Ἀρχιεπίσκοπος Τριπολιτσᾶς, πρό τοῦ 1763.

ΑΝΘΙΜΟΣ, Ἀρχιεπίσκοπος Τριπολιτσᾶς, 1763-1770 (Σχετικά στοιχεῖα … http://e-steria.blogspot.gr/2012/02/blog-post_28.html)

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, Μητροπολίτης Ἀμυκλῶν καί Τριπολιτσᾶς, 1793-1817 (Σχετικά στοιχεῖα μέ τήν Μητρόπολη Ἀμυκλῶν..

http://www.byzsym.org/index.php/bz/article/viewFile/699/617)

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ, Μητροπολίτης Ρέοντος καί Πραστοῦ, 1812-1852. Κατά τήν μαρτυρίαν τοῦ σοφοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων γεννήθηκε ἐκ γονέων Θεσσαλῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει τήν 3ην Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1787. Εἰσῆλθεν ἀπό νεαρᾶς ἡλικίας εἰς τάς τάξεις τοῦ ἱεροῦ Κλήρου καί ὑπό τοῦ Πατριάρχου Καλλινίκου τοῦ Ε΄ (α΄ 1801-1806, β΄ 1808) ἀνεδείχθη Μέγας Πρωτοσύγκελλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὑπό δέ τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Δ΄ (1809-1813) τό ἔτος 1812 ἐξελέγη Μητροπολίτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ρέοντος καί Πραστοῦ (Κυνουρίας). Ὁ Διονύσιος ἦτο ἀνήρ μέ φωτεινήν διάνοιαν, ἔμπειρος καί δραστήριος. Προεπαναστατικῶς προετοίμασε τόν λαό τῆς Ἐπαρχίας του, ἀλλά καί τῆς Πελοποννήσου ἐν γένει, γιά τόν μεγάλο του Γένους ἀγῶνα. Κατά δέ τούς χρόνους τῆς Ἐπαναστάσεως ἀπεστάλη ὑπό τῶν Ἑλλήνων πρέσβυς εἰς τήν Κυβέρνηση τῆς Ἑπτανήσου, ἐπιστρέψας ἐκ τῆς ἀποστολῆς του ταύτης, ἔλαβε ἐνεργό μέρος εἰς τόν ἀγῶνα τοῦ Ἔθνους, παρευρέθη εἰς τάς Ἐθνικάς Συνελεύσεις καί προσέφερε τάς πολυτίμους ὑπηρεσίας του ἐν αὐταῖς. Ἀντέδρασε καί ἀγωνίσθηκε μετά πείσματος κατά τῶν ἀπόψεων τοῦ Φαρμακίδου καί τῆς Ἀντιβασιλείας περί τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου της Ἐκκλησίας τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καί τοῦ χωρισμοῦ της ἀπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί διά τοῦτο ἐσυκοφαντήθη, κατετρέχθη καί ποικίλους ὑπέστη διωγμούς. Διετέλεσε ἐπί μίαν πενταετίαν (1853-1840) Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἀκολούθως Σύμβουλος αὐτῆς μέχρι τῆς εἰς Κύριον ἐκδημίας του. Ἀπεβίωσε ἐν Ἀθήναις τήν 21ην Ἰανουαρίου 1852 καί ἐκηδεύθη δαπάναις τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Πετράκη.

ΔΑΝΙΗΛ, ὁ ἀπό Ἀκόβων, Μητροπολίτης Τριπολιτσᾶς 1819-1831. Διαμαντής Παναγιωτόπουλος κατά κόσμον καλούμενος, γεννήθηκε εἰς τήν Δημητσάνα περί τό ἔτος 1765. Ἦτο συγγενής του Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄ καί διετήρει Σχολεῖο εἰς τά Λαγκάδια τῆς Γορτυνίας. Τό ἔτος 1814 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀκόβων (Γορτυνίας) καί μεταβάς εἰς Κωνσταντινούπολη χειροτονήθηκε διαδοχικῶς ἐντός πεντήκοντα ἡμερῶν Διάκονος, Ἱερεύς καί Ἀρχιερεύς, κατασταθείς ἀκολούθως Ἐπίσκοπος Ἀκόβων. Ὡς Ἐπίσκοπος ὁ Δανιήλ ὑπέφερε, διότι ἡ Ἐπαρχία του ἦτο πτωχή καί δέν παρεῖχε εἰς αὐτόν ἐπαρκῆ τά μέσα συντηρήσεως καί, ὡς ἐκ τούτου, ἐδυσκολεύετο νά ἐκπληροῖ τάς πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ὑποχρεώσεις του καί, διά τόν λόγο αὐτόν, συνεχῶς ἐδέχετο παρατηρήσεις καί μομφάς. Ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄, τόν Δεκέμβριο τοῦ 1819 προήγαγεν τόν Ἐπίσκοπον Ἀκόβων Δανιήλ εἰς Μητροπολίτην Τριπολιτσᾶς. Ἀπό τῆς νέας του καί ἐπικαίρου ταύτης θέσεως ὁ Δανιήλ προσέφερε πολλάς ὑπηρεσίας εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί τήν Πατρίδα. Τήν 18ην Μαρτίου 1821 συνελήφθη ὑπό τῶν Τούρκων καί ἐγκλεισθείς μετά λοιπῶν Ἀρχιερέων καί Προκρίτων τῆς Πελοποννήσου εἰς τάς φυλακάς τοῦ Σεραγίου ὑπέστη φοβεράν ἑξάμηνον δοκιμασίαν ἐν αὐταῖς. Ἀπελευθερωθείς κατά τήν ἅλωσιν τῆς Τριπολιτσᾶς, ἔλαβεν ἐνεργόν μέρος εἰς τόν ἱερόν τοῦ Ἔθνους ἀγῶνα καί εὑρισκόμενος μέσα εἰς τάς συγκρούσεις καί τά πάθη διαδραμάτισε σπουδαιότατον ρόλον συμφιλιωτοῦ καί συμβούλου, «ἵνα τό Ἔθνος τό ἅγιον τῶν Χριστιανῶν μή ἀποτυφλωθέν ὑπάγη εἰς ἀπώλειαν», ὡς διεκήρυττε. Διεδραμάτισεν ἐπίσης καί πρωτεύοντα ἐκκλησιαστικόν ρόλον καί κατά τήν Καποδιστριακήν ἐποχή διορισθείς ὑπό τοῦ Κυβερνήτου μέλος τῆς πενταμελοῦς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία περιηγήθη τήν Πελοπόννησον καί ἐμελέτησε ἐκ τοῦ πλησίον τήν ἐκκλησιαστική κατάσταση. Ἀπεβίωσε στήν Τρίπολη τήν 10η Ὀκτωβρίου 1831.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ, ὁ ἀπό πρώην Τριπολιτσᾶς, Μητροπολίτης Τριπολιτσᾶς, 1833-1846. Κατήγετο ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καί ὑπηρετοῦσε ὡς προϊστάμενος τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ Ὑψωμαθείας. Ὑπό τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου τοῦ ΣΤ΄ κατά τόν Μάιο τοῦ 1917 ἐξελέγη Μητροπολίτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀμυκλῶν καί Τριπολιτσᾶς. Κατασταθείς εἰς τόν θρόνο τῆς Τριπολιτσᾶς παρέμεινε ἐν αὐτῷ μέχρι τό θέρος τοῦ 1819, ὅτε ἐνεπλάκη εἰς τήν περίεργον ὑπόθεσιν τοῦ γάμου τοῦ ἐν Ἄστρει Ἱεροδιάκονου καί Διδασκάλου Προκοπίου Καρτσιώτη καί κατεδικάσθη ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, κηρυχθείς ἔκπτωτος του Μητροπολιτικοῦ θρόνου τῆς Τριπολιτσᾶς. Ὁ Διονύσιος παρέμεινε ἔκπτωτος μέχρι τήν 8ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1833, ὅτε διά τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 33/1833 Βασιλικοῦ Διατάγματος ἀποκατεστάθη εἰς τόν χηρεύοντα θρόνο τῆς Τριπολιτσᾶς μέ τό τίτλο Τεγεάτιδος Μαντινείας καί Μεγαλοπόλεως. Ἀπεβίωσε ἐν Τριπόλει τό ἔτος 1846.

ΘΕΟΦΑΝΗΣ ὁ Σιατιστεύς, Ἀρχιεπίσκοπος Μαντινείας καί Κυνουρίας, 1852-1868. Ἐγεννήθη εἰς τό χωρίο Σελίτσα τῆς Σιατίστης. Ἐσπούδασεν ἐν Κυδωνίαις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας παρά τῷ σοφῷ Κληρικῷ Γρηγορίῳ Σαράφῃ. Κατά τήν μεγάλη Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ἔλαβε μέρος εἰς τήν Κασσάνδραν ὡς πολεμιστής καί γραμματεύς τοῦ Ἐμμανουήλ Παππᾶ, κατελθών δέ ἀκολούθως εἰς τήν Νότιον Ἑλλάδα, συμμετεῖχε στούς κατά ξηρά καί θάλασσα ἀγῶνες τοῦ Ἔθνους. Μετά τήν ἀπελευθέρωση, εἰσῆλθε εἰς τάς τάξεις τοῦ ἱεροῦ Κλήρου καί διωρίσθη Διδάσκαλος τοῦ σχολείου τῶν Σπετσῶν. Ἐγένετο κατ’ ἀρχάς δεύτερος καί ἀκολούθως πρῶτος Γραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς ἀντικατάσταση τοῦ Θεοκλήτου Φαρμακίδου. Τήν 21ην Ὀκτωβρίου τοῦ 1852 ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος τῆς ἑνιαίας πλέον Ἀρχιεπισκοπῆς Μαντινείας καί Κυνουρίας καί παρέμεινε ἐν αὐτῇ μέχρι τοῦ θανάτου του, ἐπισυμβάντος τήν 3ην Μαρτίου τοῦ 1868. Διά Διαθήκης του κατέλειπε τήν περιουσία του εἰς τούς ἱερούς Ναούς τῆς Τριπόλεως καί εἰς Φιλανθρωπικά Ἱδρύματα. Ἡ ἐφημερίδα ΑΙΩΝ γράφει: «Εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων Ἱερωμένων τῶν μετεχόντων συστηματικωτέρας παιδείας τήν ἐποχή ἐκείνην ὑπῆρξε ὁ Θεοφάνης. Παρευρίσκετο πανταχοῦ καί κατά ξηράν καί κατά θάλασσαν συγκινδυνεύων μετά τῶν ἀοιδίμων προμάχων τοῦ Ἔθνους, χρησιμοποιῶν τάς γνώσεις του ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Πατρίδος. Ὡς Ἐπίσκοπος ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησι πᾶσαν τήν περιουσίαν του καί ἐζήλωσε καί μετά θάνατον νά καταλίπῃ ἀγαθήν ἀνάμνησιν εὐεργέτης φανείς».

 

ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ Α΄, Ἀρχιεπίσκοπος Μαντινείας καί Κυνουρίας, 1869-1903. Κατά κόσμον Θεμιστοκλής Βίμπος, ἐγγενήθη στήν Ἀθήνα τήν 10ην Σεπτεμβρίου 1832. Ἐφοίτησε εἰς τήν κατά τούς χρόνους ἐκείνους ἱδρυθεῖσαν Ριζάρειον Ἱερατικήν Σχολήν καί ἀκολούθως ἀπεστάλη ὑπό τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τήν Ρωσία, ἔνθα φοίτησε εἰς τήν Θεολογικήν Ἀκαδημίαν τοῦ Κιέβου πρῶτον καί εἰς τήν τοιαύτην τῆς Πετρουπόλεως ἀκολούθως. Ἐκ τῆς Πετρουπόλεως μετέβη εἰς τήν Λειψίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐσπούδασε τήν ἑβραϊκήν γλῶσσαν καί εἰδικεύθη εἰς τήν Ἑρμηνευτικήν Θεολογίαν. Τό ἔτος 1860 διωρίσθη Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί τό ἔτος 1866 εἰσῆλθεν εἰ τάς τάξεις τοῦ ἱεροῦ Κλήρου, χειροτονηθείς Διάκονος καί Ἱερεύς. Τήν 25ην Ἰανουαρίου 1869 ἐχειροτονήθη Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Μαντινείας καί Κυνουρίας. Ἡ χειροτονία του ἐγένετο ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῶ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, συλλειτουργοῦντος καί τοῦ γέροντος Ἱερέως πατρός του. Ἐφημερίδα τῆς ἐποχῆς γράφει: «πόσον εἴδομεν εὐφραινόμενον καί ἀγαλλόμενον τόν Πρεσβύτερον Σπυρίδωνα Βίμπον, ὅστις ὡς ἁπλούς Ἱερεύς συνέπραττε κατά τήν Ἱεροτελεστίαν τῆς χειροτονίας τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ του εἰς Ἀρχιεπίσκοπον Μαντινείας καί Κυνουρίας». Ὁ Θεόκλητος Βίμπος διεκρίθη τόσον διά τήν μόρφωσίν του, ὅσον καί διά τήν πολυποίκιλον καί πολύπλευρον δρᾶσιν του καί ἐγένετο μία ἱεραρχική φυσιογνωμία, ἡ ὁποία κατέλαβεν ἐξέχουσαν θέσιν εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἀπεβίωσε ἐν Ἀθήναις τήν 30ην Δεκεμβρίου 1903.

 

ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α΄, Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας 1906-1944. Ὁ Γερμανός Μεταξᾶς γεννήθηκε τό ἔτος 1869 εἰς τό χωρίον Ἀσπρογέρακας τῆς Κεφαλληνίας. Μετά τάς ἐγκυκλίους σπουδάς του ἐν Κεφαλληνίᾳ ἐνεγράφη εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τῆς Χάλκης ἐν Κωνσταντνουπόλει, λόγω ὅμως καταστρεπτικῶν σεισμῶν, ἡ Σχολή τῆς Χάλκης ἔπαυσε λειτουργοῦσα, καί ὡς ἐκ τούτου πρός συμπλήρωσιν τῶν σπουδῶν του μετέβη εἰς τήν Ρωσίαν καί ἐφοίτησε εἰς τήν Θεολογικήν Ἀκαδημίαν τοῦ Κιέβου. Τό ἔτος 1892 χειροτονηθείς Διάκονος καί Πρεσβύτερος ἐτοποθετήθη ἐφημέριος του Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας ἐν Σόφιᾳ τῆς Βουλγαρίας. Ἐπιστρέψας ἀκολούθως εἰς τήν Ἑλλάδα, ἐγένετο Ἱεροκῆρυξ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κυθήρων, τό δέ ἔτος 1901 διορίστηκε Γραμματεύς καί ἐν συνεχείᾳ Ἀρχιγραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τήν 12ην Ὀκτωβρίου 1906 ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος καί κατεστάθη Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας. Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μητροπόλει Μαντινείας καί Κυνουρίας ἀνέπτυξε πλούσια ἐκκλησιαστική δραστηριότητα. Καθιέρωσε τήν μνήμην τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων Δημητρίου καί Παύλου ὡς ἑορτή πανδήμως τελουμέμην ἐν Τριπόλει, ἵδρυσε Φιλοπτώχους Ἀδελφότητας, Σχολάς Ἀπόρων Κορασίδων, Ὀρφανοτροφεῖα καί Σχολεῖα ἐν ταῖς Ἱεραῖς Μοναῖς Ἐπάνω Χρέπας καί Καλτεζῶν. Συμμετασχῶν εἰς τό γνωστόν ἀνάθεμα, ἐκηρύχθη τό 1917 ἔκπτωτος τοῦ θρόνου του καί ἐξωρίσθη εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Ταλλαντίου τῆς Ἀργολίδος. Μετά τήν ἐπιστροφή ὅμως τοῦ Βασιλέως καί τήν ἀποκατάσταση τῆς ὁμαλότητας εἰς τήν χώρα ἀποκατεστάθη καί οὗτος τό 1923 εἰς τόν θρόνο του, ὅπου παρέμεινε μέχρι τῆς ἡμέρας τοῦ θανάτου του, ἐπισυμβάντος ἐν Τριπόλει τήν 7ην Δεκεμβρίου 1944.

 

ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ, ὁ ἀπό Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως, Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας, 1945-1949. Κατά κόσμον Πέτρος Τζαβάρας, ἐκ Βαλτετσίου καταγόμενος, ἐγεννήθη τό ἔτος 1888. Διάκονος καί Ἱερεύς ἐχειροτονήθη ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Ὕδρας Προκοπίου τό ἔτος 1914. Διετέλεσε Καθηγητής τῶν Θρησκευτικῶν, Ἐφημέριος ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Ἁγίου Παύλου Ἀθηνῶν καί Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πεντέλης. Τό ἔτος 1934 ἐξελέγη καί χειροτονήθηκε Μητροπολίτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως, παραμείνας ἐν αὐτῇ μέχρι τοῦ ἔτους 1945, ὅτε μετετέθη εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Μαντινείας καί Κυνουρίας. Καίτοι ἐποίμανε τάς Μητροπόλεις ταύτας κατά τήν περίοδο τῶν δυσχερῶν διά τό Ἔθνος στιγμῶν, ἐν τούτοις προσέφερε σπουδαίας ὑπηρεσίας εἰς τούς κατοίκους τούτων. Ἐν Τριπόλει παρέμεινε μέχρι τοῦ ἔτους 1949, ὅτε ἐκλήθη νά ποιμάνῃ τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Κορινθίας. Ὁ Προκόπιος ἦτο Ἱεράρχης ἰσχυρᾶς θελήσεως, ἀκαταπόνητος καί εὐθαρσής, γνώστης τῶν διοικητικῶν προβλημάτων τῆς Ἐκκλησίας, ἐπέδειξε ἀγωνιστικότητα εἰς τά ἑκάστοτε ἀνακύπτοντα ἐκκλησιαστικά θέματα, ὑπεραμυνόμενος πάντοτε τοῦ συμφέροντος τῆς Ἐκκλησίας εἰς βάρος πολλάκις καί τοῦ ἀτομικοῦ του κύρους. Ὁ Θεός, ὅμως, οἶδε καί τό φρόνημα καί τήν προαίρεση τοῦ Ἱεράρχου τούτου καί εἰς τά ἐκκλησιαστικά ζητήματα διά τά ὁποῖα κατεκρίθη. Ἐξεδήμησε πρός Κύριον τήν 3ην Δεκεμβρίου 1964.

 

ΓΕΡΜΑΝΟΣ Β΄, ὁ ἀπό Κεφαλληνίας, Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας, 1951-1964 (Ρουμπάνης). Ὁ κατά κόσμον Γεώργιος Ρουμπάνης γεννήθηκε στό Πικέρνι Μαντινείας τό 1880. Ἐφοίτησε στό Γυμνάσιο τῆς Τριπόλεως καί ἐν συνεχείᾳ ἀποφοίτησε ἀπό τή Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν τό 1908. Ἐκάρη Μοναχός ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονή Βαρσῶν ἀπό τόν μακαριστό προκάτοχό του Γερμανό Μεταξᾶ. Διάκονος χειροτονήθηκε τό 1909, τοποθετήθηκε Δ/ντής τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς Τριπόλεως καί Ἱεροκῆρυξ τῆς Μητροπόλεως. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε τό 1910 ἀπό τοῦ ἰδίου Ἀρχιερέως. Ὑπηρέτησε ὡς Στρατιωτικός Ἱεροκῆρυξ, συνόδευσε τό 11ο Σύνταγμα Πεζικοῦ στούς Νικηφόρους Πολέμους τοῦ 1912-1913. Ἀρχιγραμματέας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀπό τό 1921 μέχρι τό 1924 καθώς καί ἀπό 1927 μέχρι τό 1934. Στίς 14 Ἰουνίου 1934 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Κεφαλληνίας. Στίς 25 Σεπτεμβρίου 1951 κενωθείσης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας ἀξιώθηκε νά ποιμάνῃ τόν εὐλογημένο λαό τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ Πατρίδος. Ἐξελέγη Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας τό ἔτος 1951, τήν 26ην Ὀκτωβρίου 1951 ἔγινε ἡ ἐνθρόνισή του στήν ἱστορική Τριπολιτσά. Μετά τήν δεκατριετή θεοφιλῆ ποιμαντορία του ἀπεδήμησεν πρός Κύριον τήν 21 Ἰανουαρίου 1964 στήν Ἀθήνα καί κηδεύτηκε πανδήμως στήν Τρίπολη. Ἀνέπτυξε πλούσια ἐκκλησιαστική καί ἐθνική δράση, ἐξέχουσα προσωπικότητα στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ κῦρος καί βαρύνουσα γνώμη. Προσωπικότητα ξεχωριστή, ἡ ὁποία ἔφερε πάντοτε τήν σφραγῖδα τῆς ἄκρας συντηρητικότητος.

 

ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ Β΄, Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας, 1965-1995 (Φιλιππαῖος). Ὁ κατά κόσμον Νικόλαος Φιλιππαῖος γεννήθηκε στόν Πειραιᾶ τό 1918 ἀπό γονεῖς καταγομένους ἐκ Ναυπλίου. Σπούδασε Νομική καί Θεολογία στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἐκάρη Μοναχός στή Μονή Ταξιαρχῶν Ἐπιδαύρου τήν 4η Δεκεμβρίου 1941 καί χειροτονήθηκε Διάκονος στίς 6 Δεκεμβρίου 1941 ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Ἀργολίδος Ἰωάννου Παπασαράντου καί ὑπηρετήσας ἀπό τό 1941 ἕως τό 1945 ὡς Διάκονος, Ἱεροκῆρυξ καί ὑπάλληλος στά Γραφεῖα τῆς Μητροπόλεως Ἀργολίδος. Ἐχειροτονήθη Πρεσβύτερος τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1945 ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Ἀργολίδος Ἀγαθονίκου Παπασταματίου. Ὑπηρέτησε ὡς Ἐφημέριος, στρατιωτικός Ἱεροκήρυκας, Γραμματέας καί Ἀρχιγραμματέας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Μετεξεπαιδεύθη ἐπί τριετίαν εἰς Παρισίους στό Κανονικό Δίκαιο. Στίς 21 Νοεμβρίου 1965 στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Παλαιοῦ Φαλήρου χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας. Ἐκοιμήθη στίς 9 Ἰανουαρίου 1995 στήν Τρίπολη, ὅπου καί ἐτάφη.

 

Κεκοιμημένοι Ἱερεῖς, ἱερατεύσαντες εἰς τόν Μητροπολιτικό Ἱερό Ναό Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως:

 

Γεώργιος Σαμαρᾶς 1884 – 1931

Δημήτριος Βλασόπουλος 1884 – 1914

Παναγιώτης Σινόπουλος 1918 – 1959

Ἰωάννης Καραπαναγιώτης 1932 – 1959

Χρῆστος Τζιμούρης 1961 – 1988

Σωτήριος Ἀνδριανόπουλος 1959 – 1999

 

Εὐεργέτες καί Δωρητές τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως:

 

Πετρόπουλος ἤ Λέμης Ἀπόστολος, Μ. Εὐεργέτης (Τέμπλον, Ἀρχιερατικός Θρόνος, Ἄμβων, Δάπεδον).

Σπετσερόπουλος Γεώργιος, Μ. Εὐεργέτης (Ἁγιογράφησις Τρούλλου – «Κατακόσμησις» Ναοῦ).

Σπετσερόπουλος Δημήτριος, Μ. Εὐεργέτης (Ἁγιογράφησις Τρούλλου – «Κατακόσμησις» Ναοῦ).

Μητρ. Μαντινείας καί Κυνουρίας Γερμανός Ρουμπάνης, Μ. Εὐεργέτης (Οἰκία ἐν Ἀθήναις, Πολυέλεος).

Οἰκονόμος Γεώργιος Ἰω. Σαμαρᾶς, Εὐεργέτης.

Ἱερεύς Παναγιώτης Σινόπουλος, Εὐεργέτης.

Σπύρος Π. Σωτηρόπουλος, Εὐεργέτης.

Ἰωάννης Κ. Δρίνης, Εὐεργέτης.

Ἀγγελική Ἰω. Δρίνη, Εὐεργέτις.

Ἀγγελική Β. Τσερετοπούλου, Εὐεργέτις.

Ἄννα Ἰ. Μαλλιαροπούλου, Εὐεργέτις.

Ἀγγελική Ἀ. Νικολοπούλου, Εὐεργέτις.

Δόξα Γ. Βασιλείου, Εὐεργέτις.

Αἰκατερίνη Γ. Καρατζᾶ, Εὐεργέτις.

Εὐστάθιος Γ. Μηνόπουλος, Εὐεργέτης.

Ἀσημίνα Χ. Λαζαροπούλου, Εὐεργέτης.

Μιχαήλ Ἰ. Κοντονικολάκος, Εὐεργέτης.

Κλουκίνα Ἀναστασία καί Κων/νος, Μ. Δωρηταί.

Συκαρᾶ Τρισεύγενη καί Χριστόφορος, Μ. Δωρηταί.

Μουμούζης Ἰ., Δωρητής.

Σαμπρᾶκος Γ., Δωρητής.

Κερασοτόπουλος Δημ., Δωρητής.

Μουρούκα Φωτεινή, Δωρήτρια.

Βαρβερόπουλος Γ., Δωρητής.

Πετρόπουλος ἤ Λέμης Ἰ., Δωρητής.

Δημητρόπουλος Γ.Χ., Δωρητής.

Μητσόπουλος Π., Δωρητής.

Ζερβόπουλος Β., Δωρητής.

Μιχαλόπουλος Κ.Χ., Δωρητής.

Μιχαλοπούλου Χάϊδω Κ., Δωρήτρια

Μπάκος Π., Δωρητής.

Δεκάζος Ν., Δωρητής.

 

Καί πάντων τῶν μέ οἱονδήποτε τρόπο συνεργησάντων καί προσφερόντων ἐκ τοῦ ὑστερήματος τῶν ἤ τό περίσσευμα αὐτῶν, στήν ἀνέγερση τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καί εὐεργετησάντων τήν Ἐνορία τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, μακαρίας μνήμης καί αἰωνίου ἀναπαύσεως αὐτῶν.

Αἰωνία αὐτῶν ἡ μνήμη, νά ἔχουμε τήν εὐχή τους.