You are currently viewing Μερικές σκέψεις για τον μακαριστό Ηγούμενο των Αγίων πατέρων Αμβρόσιο

Μερικές σκέψεις για τον μακαριστό Ηγούμενο των Αγίων πατέρων Αμβρόσιο

14 Μαιου 2015 Σημαντική στιγμή για τον τόπο μας και τους πιστούς. Στιγμή αναχώρησης για την αιώνια πατρίδα όλων μας, του Αγίου Γέροντα π. Αμβροσιου Ψωμια – 40 ημερες χωρίς (;) τον πατέρα Αμβροσιο – Ποιός πιστός άραγε νούς, δέχεται, πως ο Γέροντάς μας, έφυγε από κοντά μας; Όχι. Ο Άγιος Γέροντάς μας είναι κοντά μας, μαζί μας, δίπλα μας, αδιάλειπτα όλο αυτό τον καιρό. Μας συνοδεύει, μας ενισχύει, μας διδάσκει, μας νουθετεί, μας καθοδηγεί, μας παρηγορεί, μας γεμίζει με την αιώνια ελπίδα της μετάνοιας και λύτρωσης από τα ατοπήματά μας. Μας περιμένει εκεί, που επίμονα ζητούσε να συναντηθούμε.Δεν θυμάμαι – αλήθεια – πότε ήταν η πρώτη φορά, που ανηφόρισα να τον συναντήσω.Θυμάμαι όμως την λαχτάρα, την προσμονή, το φτερούγισμα της καρδιάς, μέχρι τη στιγμή εκείνη.Θυμάμαι όμως, ότι έμεινα άφωνος και αποσβολωμένος, κυττώντας μέσα βαθειά στα μάτια τη σεβάσμια και ασκητική μορφή Του.Δεν θυμάμαι πόση ώρα έμεινα έτσι…Θυμάμαι όμως, την ευγενική εκείνη όψη να με οδηγεί πατρικά προς το εσωτερικό της εγκαταβίωσής Του. . Από τότε και για το υπόλοιπο διάστημα της – επιγείου – ζωής Του, άφησα τα μικρά και τα μεγάλα ατοπήματά μου στο πετραχήλι Του.Θυμάμαι την πατρική – πνευματική Του αγάπη να ξεχειλίζει και να «αγκαλιάζει» τον πονεμένο και πληγωμένο από τα παραπατήματά μου, εαυτό. Θυμάμαι, την στοργή του πνευματικού Πατέρα, προς το ταλαιπωρημένο παιδί Του, από την ανυπακοή. Έμοιαζε με κείνον τον σπλαχνικό Πατέρα της παραβολής, που αρπάζει τον εξουθενωμένο και μετανοιωμένο γυιό του, που γυρίζει και ζητά ΣΥΓΓΝΩΜΗ. Απλός – άδολος – υπομονετικός – συγχωρητικός – πρόθυμος – καταδεχτικός – ταπεινός – καλόκαρδος και προπάντων διακριτικός, με πάντα ένα καλό λόγο στα χείλη για καθένα οδοιπόρο της ζωής που έφθανε να ξαποστάσει στο κονάκι Του. Η ανηφοριά του δρόμου μεγάλη, το φορτίο της ζωής βαρύ. Και μετά τη συνάντηση, το αλάφρωμα του φορτίου. Η γαλήνη, η ειρήνη, η χαρά, που μετέδιδε πλουσιοπάροχα η Σεβάσμια Μορφή Του, φώλιαζαν στην καρδιά και δρόσιζαν τη σκέψη. Με την υπομονή Του και την ευλογία του Θεού, δημιούργησε εκεί ψηλά την πνευματική Του κυψέλη . Θυμάμαι το «χαρίεν» τούτο «μελίσσι», πρόθυμο και πάντα με χαμόγελο ειλικρινές, να υποδέχεται τους προσκυνητές ή επισκέπτες, με πιότερη από το κανονικό διακριτικότητα και με μαεστρία θαυμαστή, να τους οδηγεί στο δρόμο της αγάπης και της προσφοράς, που πρώτα απ’ όλους, αυτές οι ψυχές τον περπατούσαν αθόρυβα, διδαγμένες τον τρόπο από τον Γέροντά τους, Αμβροσιο . Θάθελα, ανοίγοντας τα κατάβαθα της καρδιάς μου να σου πω, και ξέρω πως θα τ’ ακούσεις: Ευλογημένη η ώρα του εδώ ερχομού Σου. Ο Μωϋσής κτύπησε με το ραβδί του στην έρημο και πότισε τους δειψασμένους Ισραηλίτες. Συ Γέροντα, έσκαψες την ξερή Χιακη γη και το γάργαρο νερό της ζωής και του παραδείγματός Σου, των λόγων και της αγάπης Σου, άρχισε να δροσίζει χείλη ξερά, στόματα δειψασμένα, ψυχές ακαλλιέργητες, να βλαστάνει μέσα στις καρδιές των προσκυνητών το τρυφερό βλαστάρι της πίστης και της μετάνοιας, που Συ τόκανες δενδρί σε μας και θεόρατο σ’ άλλους. Θυμάμαι Γέροντα, κι αναπολώ, κι εκζητώ, κείνες τις ακολουθείες κατά τις οποίες αναγάλλιαζε η ψυχή κι ο νους, που βοηθούσες όλους ν’ ανέβουν ψηλά – μαζί Σου, «κρατώντας τους το χέρι απαλά» και την γαλήνια μορφή Σου να φαντάζει, ζωντανή μορφή Οσίου, κλεισμένη στο κάδρο της Ωραίας Πύλης. Θυμάμαι Γέροντα και Πνευματικέ μου Πατέρα, που γονατισμένος – μέσα στην ευλαβική κι απόλυτη σιγή, να παρακαλάς στην ιερώτερη στιγμή της Θείας Λειτουργίας: «Ἔτι προσφέρομέν σοι τήν λογικήν ταύτην καί ἀναίμακτον λατρείαν καί παρακαλοῦμεν σε καί δεόμεθα καί ἱκετεύομεν, κατάπεμψον τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς καί ἐπί τά προκείμενα δῶρα ταῦτα», να παρακαλάς και να κλαίς για το «φοβερό» μυστήριο τονίζοντας μιά – μιά τις λέξεις. Θυμάμαι Γέροντα Αμβροσιε, τα σύντομα πλήρη νοημάτων κηρύγματά Σου, μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, όπου οι λόγοι περίσσευαν και τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια Σου, δίδασκαν, πιότερο δυνατά, πιότερο βαθειά, τους συμμετέχοντας και παρευρισκομένους. Και Συ, τόξερες καλά. Ένα δάκρυ μετάνοιας, γεμίζει το μεγαλύτερο «καλάθι». Πολλές φορές πήρα το χαρτί και το μολύβι να σου γράψω. Όμως κάτι συνέβαινε την στιγμή την τελευταία. Μας λείπεις. Μας λείπεις πολύ. Δεν νοιώθουμε λύπη που ζεις αλλού. Θαρρούμε όμως στην αγάπη Σου. Ελπίζουμε στην παράκλησή Σου. Νοιώθουμε την παρουσία Σου. Παρακαλούμεν Σε, νάσαι συνέχεια μαζί μας.

Το πνευματικό Σου παιδί. Αλεξανδρος Μπαξεβάνης