Οι προοπτικές επιλύσεως του ουκρανικού εκκλησιαστικού προβλήματος

Οι προοπτικές επιλύσεως του ουκρανικού εκκλησιαστικού προβλήματος

Η επιδείνωση των σχέσεων Ρωσίας – Ουκρανίας δεν θα μπορούσε παρά να επηρεάσει και το, ούτως ή άλλως, «πολιτικοποιημένο» ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, καθιστώντας περισσότερο από ποτέ λίαν «ομιχλώδη» την εξεύρεση οποιασδήποτε βιώσιμης λύσεως. Όμως, ευθύς εξ αρχής, οφείλουμε να τονίσουμε ότι, η «εύπεπτη» για τον στατιστικά  μέσο «καταναλωτή» των ειδήσεων, «δαιμονοποίηση» της Ρωσίας κάθε άλλο παρά συμβάλλει στην ευρύτερη κατανόηση των βαθύτερων αιτιών αυτής της κρίσεως, εφόσον από τη μια πλευρά, διαστρεβλώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό την πραγματική εικόνα της «ουκρανικής κρίσεως», ενώ, από την άλλη, ανασταίνει μνήμες, οι οποίες, όπως δυστυχώς αποδεικνύεται, ευρίσκονταν σε ένα είδος «ιστορικής χειμερίας νάρκης».

Αποφεύγοντας επιμελώς κάθε είδους αναφορές στα λεγόμενα «γεωπολιτικά συμφέροντα» – αν και αυτά αποτελούν την σημαντικότερη, ίσως δε και την μοναδική, αιτία των ενδο-ουκρανικών συγκρούσεων – θα αναφερθούμε κυρίως στις ιδεολογικές ή φιλοσοφικές συνιστώσες της κρίσεως, οι οποίες προσφέρουν μια διαφορετική ερμηνεία όχι τόσο αυτής της ίδιας της κρίσεως, όσο των διαφορετικών αντιλήψεων σχετικά με το πως θα πρέπει να διαμορφωθεί ο πολιτικός χάρτης της σύγχρονης Ευρώπης.

Ο σημαντικότερος παράγοντας, την ύπαρξη του οποίου η Δ. Ευρώπη είτε σκοπίμως αγνοεί, είτε αδυνατεί να κατανοήσει, είναι η ιδεολογική βάση, πάνω στην οποία η σύγχρονη Ρωσία του προέδρου Πούτιν οικοδομεί τις σχέσεις της όχι μόνο στο εσωτερικό, δηλαδή με την ρωσική κοινωνία, αλλά και στο εξωτερικό. Η δικαιολογημένη αυταρέσκεια, με την οποία ο κόσμος της Δύσεως θεωρεί εαυτόν νικητή του «ψυχρού πολέμου», δημιούργησε μια ισχυρότατη «τρικυμία εν κρανίω» που εκφράστηκε και στην συλλήβδην ένταξη των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, αλλά και στην πρόσφατη επιβολή οικονομικών κυρώσεων.

Το σύνδρομο της «ευφορίας του νικητή» ενισχύθηκε και από το γεγονός ότι, με την διάλυση της ΕΣΣΔ η Ρωσία, που ουσιαστικά αποτελούσε τον κύριο στρατιωτικό αντίπαλο του ΝΑΤΟ, ταλανιζόταν από μια δίνη εσωτερικών πολιτικών και, κυρίως, κοινωνικοοικονομικών αντιθέσεων, οι οποίες, όπως πίστευε η Δύση, την είχαν μετατρέψει άπαξ δια παντός σε «κομπάρσο» της διεθνής πολιτικής σκηνής, ανίσχυρο να αντιδράσει ακόμα και στις πιο θρασείς πολιτικές προκλήσεις (λ.χ. ο βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας).

Αυτός ο «πολιτικός ναρκισσισμός» ήταν η πρώτη αιτία που εμπόδισε τη Δύση να προβλέψει ή έστω να υποψιαστεί ότι ο Βλαδίμηρος Πούτιν θα προχωρούσε, χωρίς την παραμικρή πρόθεση ρεβανσισμού, στον ριζικό επαναπροσδιορισμό των πολιτικών προσανατολισμών της Ρωσίας, ο οποίος θα κατέληγε στην άμεση και απροκάλυπτη αμφισβήτηση των αυτοβούλως θεωρούμενων από τη Δύση ως αποτελεσμάτων του λεγομένου «ψυχρού πολέμου».

Η δεύτερη αιτία ήταν η ιστορική ολιγομάθεια και η άγνοια των δυτικών πολιτικών «ελίτ» σχετικά με τις εθνικές, πολιτισμικές και πολιτικές ιδιαιτερότητες του ρωσικού έθνους, η οποία τους εμπόδισε να ερμηνεύσουν τις αλλαγές που ακολούθησαν την παραίτηση του Μπ. Γιέλτσιν ξεφεύγοντας από τα περιορισμένα ιδεολογικά και ψυχολογικά πλαίσια του, ούτως ειπείν, παγιωμένου δημοκρατικού συστήματος.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη αιτία, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του σύγχρονου δημοκρατικού συστήματος δυτικού τύπου και δεν είναι άλλη από την έλλειψη ιστορικής συνέχειας, δηλαδή της συνδέσεως του κοινού για όλες τις κοινωνικές ομάδες ή ψηφοφόρους ιστορικού παρελθόντος – όχι απαραίτητα του στενά κομματικού – με το παρόν και το μέλλον. Το παρελθόν, ερμηνευόμενο μέσα από το πρίσμα των μικροκομματικών συμφερόντων, διαστρεβλώνεται χάνοντας όχι μόνο την αυθεντικότητα αλλά ακόμα και τη μοναδικότητά του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η διαχρονικότητα μετατρέπεται σε ένα περιττό στοιχείο, εφόσον θέτει σε κίνδυνο την υποκειμενικότητα της ερμηνείας του, και στη συνέχεια είτε ανασύρεται από τα «αζήτητα» μόνο στις διάφορες εθνικές επετείους, είτε μετατρέπεται σε εύκολη «λεία» των διαφόρων εθνικιστικών ή εθνοσωτήριων κομμάτων και κινημάτων.

Η εμμονή της Δύσεως να αντιμετωπίζει τη σύγχρονη Ρωσία μέσα από ένα πρίσμα παρωχημένων στερεοτύπων, την εμποδίζει να κατανοήσει ότι η κεντρική ιδέα της πολιτικής του Βλ. Πούτιν, σε αντίθεση με ότι συνέβη την περίοδο του Μπ. Γιέλτσιν όταν η Ρωσία απλά έπαψε να υπάρχει στην παγκόσμια πολιτική, είναι η πλήρης και χωρίς εξαιρέσεις αποκατάσταση της ιστορικής συνέχειας του ρωσικού κράτους.

Όμως η προτεινόμενη από τον πρόεδρο Πούτιν ιδέα της «ρωσικής αναγεννήσεως» ήταν αυτός ο παράγων που οδήγησε τελικά στην παρακμή την εξωκοινοβουλευτική πλέον αντιπολίτευση, εφόσον αυτή, παραμένοντας απελπιστικά δέσμια των αλλοπρόσαλλων οραμάτων της για το μέλλον της χώρας και χάνοντας την επαφή της με τη σύγχρονη ρωσική κοινωνία, αποδείχθηκε ανίκανη να προσαρμοστεί στους νέους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού. Αυτός είναι και ο μοναδικός λόγος, για τον οποίο η αντιπολίτευση στη Ρωσία ουσιαστικά εξαφανίστηκε από το πολιτικό προσκήνιο.

Για άλλη μια φορά η Δύση, εξαιτίας αυτής της χρηστικής και μικροκομματικής περί δημοκρατίας αντιλήψεως, φάνηκε ανεπαρκής στο να κατανοήσει ότι η έννοια της δημοκρατίας σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει «εξαγώγιμο προϊόν» (όπως αποδείχθηκε περίτρανα στις περιπτώσεις της λεγομένης «αραβικής άνοιξης»), αλλά συνιστά το τελικό αποτέλεσμα μακροχρόνιων και αποδεκτών από το κοινωνικό σύνολο διαδικασιών.

Είναι, λοιπόν, λογικό, ότι από αυτή την άποψη τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Ρωσίας – απολύτως «νόμιμα» εφόσον προσεγγισθούν αντικειμενικά –  δεν μπορούν να αποδεχθούν την έωλη βεβαιότητα, με την οποία η Δύση προσδιόρισε τη δεκαετία του ᾽90 την κατάληξη του «ψυχρού πολέμου» ως ήττα της Ρωσίας, εφόσον η παραδοχή της ήττας σημαίνει ταυτόχρονα και τον περιορισμό της επιρροής της στις χώρες που κάποτε ανήκαν στην ΕΣΣΔ.

Σε αυτά τα πλαίσια, η Εκκλησία, η οποία αποτελεί τη μοναδική κοινωνική δομή που διατηρεί άρρηκτη τη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν, δεν μπορεί παρά να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες στην αποκατάσταση της ιστορικής διαδοχής. Υπό αυτή την έννοια είναι αφελές να επιμένουμε στην άποψη ότι η Εκκλησία της Ρωσίας, η οποία είχε πλήρως παραγκωνισθεί την περίοδο του Γιέλτσιν, δεν θα προσκαλείτο από την κυρίαρχη πολιτική δύναμη να συμβάλει με το δικό της μεν τρόπο, αλλά με τους όρους που θα της υπαγόρευε η πολιτική ελίτ στην παλινόρθωση του απολεσθέντος κύρους της χώρας.

Ανταποκρινόμενη με ενθουσιασμό σε αυτή την «πρόσκληση», η Εκκλησία της Ρωσίας διέπραξε ουσιαστικά το ίδιο λάθος που διαπράττει η Δύση, θέλοντας να συμβάλει σε αυτή τη διαδικασία με ένα εκ προοιμίου αποτυχημένο μοντέλο του λεγομένου «ρωσικού κόσμου». Η τραγική αποτυχία του μοντέλου αυτού, όπως αποδείχθηκε με τα τραγικά γεγονότα στην Ουκρανία, συνίσταται, πρώτα από όλα, στο γεγονός ότι οι αιθεροβάμονες εμπνευστές του δεν θέλησαν να λάβουν υπόψη τους όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν την σύγχρονη και άκρως ιδιόρρυθμη πολιτική πραγματικότητα των όμορων χωρών και προσπάθησαν να συγκεράσουν διαμετρικά αντίθετες και απολύτως ξένες μεταξύ τους προσεγγίσεις ενός κοινού παρελθόντος, κυρίως δε αυτού μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας.

Με άλλα λόγια, η Εκκλησία της Ρωσίας δεν θέλησε να παραδεχθεί όχι μόνο ότι η Ουκρανία επέλεξε συνειδητά την, σε μεγάλο βαθμό, διαστρεβλωμένη αναθεώρηση του συνόλου της ιστορίας της, απομακρυνόμενη όλο και περισσότερο από την κοινή πολιτισμική παράδοση με τη γείτονα χώρα, αλλά και το αναμφισβήτητο γεγονός της δημιουργίας ενός νέου «εκκλησιαστικού τοπίου» με τη δυναμική ανάπτυξη τόσο των Ουνιτών, όσο και του λεγομένου «πατριαρχείου Κιέβου». Όπως λοιπόν φάνηκε εκ των υστέρων το επίμονα προτεινόμενο από το Πατριαρχείο Μόσχας στα πλαίσια του μοντέλου του «ρωσικού κόσμου» τρίπτυχο «Ρωσία – Ουκρανία – Λευκορωσία – ιδού η Αγία Ρωσία», δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να εκφράσει τις προσδοκίες ολόκληρου του ουκρανικού λαού.

Έτσι, η κανονική Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ουκρανία, η οποία δικαίως προσπαθούσε να παραμείνει ο φορέας της ιστορικής συνοχής του ρωσικού και του ουκρανικού λαού, διατηρώντας εξαιρετικά λεπτές πολιτικές και εκκλησιαστικές ισορροπίες σε ένα ασταθές και αντίξοο  περιβάλλον, βρέθηκε ξαφνικά στη δυσχερή θέση όχι μόνο να είναι αναγκασμένη να προωθήσει αυτό το μοντέλο, αλλά και να διαχειρισθεί τις οξύτατες αντιδράσεις που προκάλεσε ο χιμαιρικός και αντι-ιστορικός του χαρακτήρας τόσο στο εσωτερικό της ίδιας της Εκκλησίας, όσο και στην κοινωνία γενικότερα.

Εκτός αυτού, όπως απέδειξε η επανένταξη της Κριμαίας στη Ρωσία, το Κρεμλίνο είχε ευθύς εξ αρχής διαχωρίσει τη θέση του από τις «μεσσιανικές προσπάθειες» της… «τρίτης Ρώμης», καθιστώντας σαφές ότι ο ρόλος της Εκκλησίας στην επίτευξη της ποθούμενης αποκαταστάσεως της ιστορικής συνέχειας είναι συγκεκριμένος και κάθε άλλο παρά αυτός του ισότιμου εταίρου μιας κατά φαντασία βυζαντινού τύπου συμφωνίας Κράτους και Εκκλησίας, με την οποία βαυκαλίζεται τα τελευταία πέντε χρόνια το Πατριαρχείο Μόσχας.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι η πλειοψηφία του ορθοδόξου πληθυσμού της Ουκρανίας συνειδητοποιεί τη σημασία της κανονικότητας της Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας στην Ουκρανία, αδιαφορώντας για τις πολιτικές παραμέτρους που προσπαθούν να της προσδώσουν συγκεκριμένοι κύκλοι, εφόσον σε αυτή εντάσσονται όχι μόνο «φιλορώσοι», αλλά και εκείνοι που συμφωνούν με τις επιλογές της σημερινής κυβερνήσεως. Εξάλλου, όπως φάνηκε και στην πράξη, η πολεμοχαρής ρητορική του λεγομένου «πατριαρχείου Κιέβου», παρ᾽ όλη την οξύτατη πολιτική κρίση και τις εμφύλιες συγκρούσεις, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα γι᾽ αυτό ακριβώς το λόγο, επειδή δηλαδή εστίασε την όποια ποιμαντική του σε μια συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση.

Από την άλλη όμως πλευρά, η ευρισκόμενη μεταξύ σφύρας και άκμονος Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας στην Ουκρανία δεν κατάφερε να διατηρήσει αλώβητη την ιστορική συνοχή μεταξύ των δυο λαών, κυρίως λόγω της, ως ένα σημείο δικαιολογημένης, ατολμίας των προκαθημένων της να αποκόψουν ή τουλάχιστον να χαλαρώσουν τον ομφάλιο λώρο που τους συνδέει ασφυκτικά με την Εκκλησία της Ρωσίας, δυσχεραίνοντας ακόμα περισσότερο την αναζήτηση διεξόδου από  το αδιέξοδο, στο οποίο, εκών άκων, οδηγήθηκε.

Κατ᾽ αυτόν τον τρόπο, σήμερα ως μοναδική λύση του ουκρανικού σχίσματος, αν λάβουμε δε υπόψη και το γεγονός ότι το Πατριαρχείο Μόσχας έχει απολέσει οποιοδήποτε έρεισμα διέθετε στην Ουκρανία, πρέπει να θεωρείται η χορήγηση του αυτοκέφαλου εντός των πλαισίων των πανορθοδόξων διαδικασιών, οι οποίες και θα του προσδώσουν την απαραίτητη νομιμότητα (περί του αντιθέτου, δηλαδή περί της μονομερούς χορηγήσεως «αυτοκεφάλου» βλ. π.χ. την περίπτωση της Εκκλησίας Τσεχίας).

Είναι πλέον σαφές ότι η Εκκλησία της Ρωσίας οφείλει να συνέλθει από την παραισθησιογόνα επιρροή των πολιτικών της φαντασιώσεων και να επιδείξει το θάρρος και τη γενναιότητα που αρμόζουν σε αυτές τις τραγικές στιγμές που βιώνει η Εκκλησία της στην Ουκρανία.