You are currently viewing Πανορθόδοξη Σύνοδος και Γάμος των Κληρικών

Πανορθόδοξη Σύνοδος και Γάμος των Κληρικών

Του Σεβ. Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ (Κυκκώτη)


Σε ένα ενδιαφέρον άρθρο, με τίτλο «Η Μέλλουσα να συγκληθή Οικουμενική των Ορθοδόξων Εκκλησιών Σύνοδος και αι Εκκλησιαστικαί Μεταρρυθμίσεις – Η ανάγκη της συγκλήσεως και τα μέλλοντα να τεθώσιν υπ’ όψιν της Συνόδου ζητήματα», στο περιοδικό «Απόστολος Βαρνάβας»[1], ο Αρχιμ. Μακάριος Μαχαιριώτης, Καθηγητής του Παγκύπριου Ιεροδιδασκαλίου Κύπρου, εκφράζει την αγωνία των Ορθοδόξων της εποχής εκείνης (1920) για το μέλλον της Ορθοδοξίας.

Αρχίζει το άρθρο του τονίζοντας ότι «μετ’ επιτάσεως γράφεται ανά τον εξωτερικόν εκκλησιαστικόν περιοδικόν τύπον, ότι ευθύς μετά την πλήρωσιν του οικουμενικού θρόνου θα συγκληθή οικουμενική των ορθοδόξων εκκλησιών σύνοδος, της οποίας σκοπός θα είναι αι εκκλησιαστικαί μεταρρυθμίσεις, τας οποίας κατέστησαν αναγκαίας αι δημιουργηθείσαι εκκλησιαστικαί και κοινωνικαί συνθήκαι….Κατά πόσον θα επιτευχθή η σύγκλησις τοιαύτης τινός συνόδου δεν δύναται τις ασφαλώς από τούδε να προΐϊδη.

Δεν φαίνεται όμως απίθανος λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι, ως ελπίζομεν, εγγίζει η τελική ειρήνευσις πασών των χριστιανικών ορθοδόξων Χωρών, αλλά και ότι εν τισίν εκκλησίαις ανεφύησαν τοιαύτα εκκλησιαστικά ζητήματα, άτινα δι’ ουδενός άλλου μέσου δύνανται να λυθώσιν ειμή διά συνόδου οικουμενικής….Την Εκκλησία της μεγαλυνθείσης Σερβίας συνταράσσει το ζήτημα του δεύτερου γάμου των εν χηρεία κληρικών και γενικώς ειπείν ο μετά την χειροτονίαν γάμος.

Εν Ελλάδι από του παρελθόντος ήδη έτους (1920) ανεκινήθη το ζήτημα της κουράς των κληρικών, σφοδρώς πολλών συζητησάντων περί τούτου και των μεν ταχθέντων υπέρ της κουράς, των δε πολεμησάντων αυτήν.

Αλλά όχι μόνον το ζήτημα τούτο, το ήττονος σημασίας, ανεκινήθη, αλλά και το ζήτημα του δεύτερου γάμου των εν χηρεία κληρικών, πρώτου υποβαλόντος σχετικόν υπόμνημα προς την ιεράν σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος και ζητούντος την άρσιν της απαγορεύσεως του δευτέρου γάμου διά τους κληρικούς….. Εν Κωνσταντινουπόλει ιδρυθείς από τινός υφίσταται εκκλησιαστικός σύνδεσμος εκδίδων θρησκευτικόν περιοδικόν υπό τον τίτλον ‘Αναγέννησις’. Του συνδέσμου τούτου σκοπός είναι η καλλιέργεια του εδάφους προς εκκλησιαστικάς μεταρρυθμίσεις εις ας συμπεριλαμβάνονται ο γάμος των κληρικών, η μετατροπή της περιβολής αυτών και η κουρά»[2].

Στο τελευταίο μέρος του κειμένου του ο Αρχιμ. Μακάριος Μαχαιριώτης με τίτλο «Νέα του Ζητήματος φάσις – Αυθαίρετοι ενέργειαι κληρικών» αναφέρει ότι «οξύτερον ανεκινήθη το ζήτημα κατά το προπαρελθόν έτος (1920) εν Σερβία.

Είπομεν αρχόμενοι ότι οι εν Σερβία κληρικοί συνασπισθέντες απετέλεσαν σύνδεσμον ιερατικόν, του οποίου σκοπός είναι η εκκλησιαστική μεταρρύθμισις, ής μέρος σπουδαίον είναι ο μετά την χειροτονίαν γάμος και δή ο 2ος των εν χηρεία κληρικών.

Ο σύνδεσμος υπέβαλεν αίτησιν προς την Ιεράν Σύνοδον της Σερβικής Εκκλησίας, δι’ ης εζήτη να επιτραπή ο 2ος γάμος εις τους εν χηρεία κληρικούς.

Ως ήτο φυσικόν η Σύνοδος δεν ηδύνατο να επιτρέψη το τοιούτον καθότι ήτο λίαν τολμηρόν να καταργήση Σύνοδος μιας Εκκλησίας κανόνας και διατάξεις Οικουμενικών Συνόδων.

Οι τον Σύνδεσμον όμως αποτελούντες αυθαιρέτως ενεργούντες προέβησαν εις την κατάργησιν των σχετικών διατάξεων τελέσαντες 2ους γάμους.

Η Σύνοδος δεν ανεγνώρισε τους γάμους τούτους, αλλά και δεν ενόμισε το ζήτημα λήξαν διό και απέστειλεν αντιπρόσωπον αυτής εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος και Κωνσταντινουπόλεως, τον επίσκοπον Ζίτσης Νικόλαον, όπως ζητήση τας γνώμας των Εκκλησιών τούτων επί του δημιουργηθέντος ζητήματος.

Η Εκκλησία της Ελλάδος απεφάνθη ότι ‘η άρσις της απαγορεύσεως του 2ου γάμου των κληρικών δεν θίγει βάσεις δογματικάς ή ηθικάς και δύναται η όλη Εκκλησία να διευθετήση το ζήτημα καθ’ όν τρόπον το συμφέρον της σωτηρίας του πληρώματος αυτής απαιτεί’[3].

Η Σύνοδος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως ετάχθη υπέρ του 2ου γάμου των Σέρβων κληρικών εφ’ όσον αι περιστάσεις απαιτούσι τούτο, με την επιφύλαξιν όπως την απόφασιν των ταύτην υποβάλωσι προς συζήτησιν εν τη συγκληθησομένη οικουμενική Συνόδω[4].

Αύτη είναι η θέσις του ζητήματος σήμερον. Συζητήσεις δε διεξήνθησαν πολλαί και πολλά εγράφησαν υπό πολλών και προ του 1910 και από του 1910 μέχρι σήμερον και εν περιοδικοίς και εν ιδιαιτέροις φυλλαδίοις.

Εξ όσων γνωρίζομεν οι πλείονες των γραψάντων φρονούσιν ότι ο μετά την χειροτονίαν γάμος δύναται να επιτραπή, μεταβαλλομένων των σχετικών κανόνων επί το επιεικέστερον, υπό Συνόδου όμως Οικουμενικής ή διά κοινής πασών των Ορθοδόξων Εκκλησιών συνεννοήσεως.

Εάν οι χρόνοι της συζητήσεως του ζητήματος εν Οικουμενική Συνόδω είναι οι παρόντες, ή οι προσεχέστεροι, ουδείς γνωρίζει.

Τούτο είναι βέβαιον, ότι Εκκλησίαι τινές σαλεύονται εσωτερικώς δι’ ίδια αυτών εσωτερικά ζητήματα, ανακοπτομένης ούτω πάσης κινήσεως, προς διαρρύθμισιν τόσων εκκλησιαστικών ζητημάτων εχόντων χαρακτήραν καθολικόν»[5].

Οι φωνές αυτές αποτέλεσαν μια δυνατή ηθική πίεση προς την Διοικούσαν Ορθόδοξη Εκκλησία να προβληματισθεί σοβαρά μέσα στα πλαίσια της ενάρξεως μιας μόνιμης συνεργασίας μεταξύ των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Τελικά, με πρωτοβουλία του τότε Οικουμενικού Πατριάρχου Μελέτιου Μεταξάκη[6], του μετέπειτα Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, συνεκλήθη Πανορθόδοξο Συνέδριο στην Κωνσταντινούπολη το 1923.

Οι Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες που ανταποκρίθησαν και έστειλαν αντιπροσώπους στο Συνέδριο αυτό ήσαν μόνο πέντε. Πλήν της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, μετείχαν οι Εκκλησίες της Ρωσίας, Σερβίας, Κύπρου, Ελλάδος και Ρουμανίας, για «να διασκεφθώσιν επί των εν τω παρόντι απασχολούντων την όλην Ορθόδοξον Εκκλησίαν κανονικής φύσεως ζητημάτων…….» [7].

Μερικές παρατηρήσεις που μπορούμε να κάνουμε σχετικά με το σημαντικό αυτό Πανορθόδοξον Συνέδριο είναι οι ακόλουθες:

1. Επειδή είναι το πρώτο Πανορθόδοξο Συνέδριο που γίνεται μετά από μια δύσκολη μακρά περίοδο της ζωής των Ορθοδόξων Εκκλησιών αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και θεολογική σπουδαιότητα για την ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

2. Οι διάφορες μορφές πίεσης από μεμονωμένα άτομα ή οργανωμένες ομάδες του Ορθόδοξου πληρώματος για συνεργασία και κοινή δράση των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών επηρεάζουν τα πράγματα στην κατεύθυνση αυτή, χωρίς και να επιδρούν στο θεματολόγιο μιας Πανορθοδόξου Συνάξεως, για το οποίο την ευθύνη έχουν οι Προκαθήμενοι των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών και μάλιστα ο Οικουμενικός Πατριάρχης σε συνεννόηση με τους υπόλοιπους Προκαθήμενους των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.

3. Η μη συμμετοχή όλων των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών δεν αποτελεί κανονικό εμπόδιο για τη σύγκληση Πανορθοδόξου Συνάξεως.

4. Αρνητικές πολιτικές καταστάσεις εμποδίζουν τη συμμετοχή Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών σε Πανορθόδοξες Συνάξεις.

5. Την ευθύνη συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνάξεως έχει το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε συνεννόηση με τις υπόλοιπες Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Μεταξύ άλλων το Πανόρθοδοξον αυτό Συνέδριο του 1923 πήρε τις ακόλουθες αποφάσεις:

Περί Χειροτονίας κληρικών

Περί του ζητήματος «εάν η υφιστάμενη προτεραιότης μεταξύ των μυστηρίων γάμου και ιερωσύνης είναι αμετακίνητος», και λαβόν υπ’ όψιν ότι:
Αμφότερα τα μυστήρια ταύτα από τε δογματικής και μυστηριακής απόψεως εξεταζόμενα δεν αποκλείουσιν άλληλα.

Και ότι η προς το συμφέρον της Εκκλησίας πάλαι ορισθείσα και μέχρι τούδε κρατούσα σχετική πράξις επιδέχεται τροποποίησιν, υπαγορευομένην σήμερον υπ’ αυτού του συμφέροντος της διακονούσης και της διακονουμένης Εκκλησίας, εφ’ όσον υπονοείται μεν εις τας Γραφικάς ρήσεις[8], ανεκτή δ’ εστί και υπό του πνεύματος της Αρχαίας Εκκλησίας[9].

Αποφασίζει που μεν ομοφώνως, που δε κατά πλειοψηφίαν

1. Δέχεται ότι δεν υφίσταται λόγος δογματικός μονίμου προτεραιότητος μεταξύ των μυστηρίων γάμου και ιερωσύνης και συνεπώς θεωρεί κατ’ αρχήν επιτρεπόμενον τον γάμον των ιερέων και διακόνων μετά την χειροτονίαν, εξαιρουμένων μέντοι εκείνων, οίτινες έχουσι δεσμευθή διά μοναχικής ευχής[10]

2. Δικαιούνται αι Σύνοδοι των επί μέρους Εκκλησιών όπως επί τη γνωμοδοτήσει του αρμοδίου Επισκόπου επιτρέπωσιν εις τους αιτούντας ιερείς και διακόνους την σύναψιν γάμου[11].

3. Το μέτρον τούτο λογίζεται κανονικώς έγκυρον μέχρι της συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, ήτινι μόνη απόκειται όπως περιλάβη την διάταξιν ταύτην διά κύρους καθολικού.

ΙΙ. Περί δευτέρου γάμου κληρικών

Το εν Κωνσταντινούπολει Πανορθόδοξον Συνέδριον, επιληφθέν….των επί μέρους Εκκλησιών ζητήματος περί του δευτέρου γάμου των εκ θανάτου των ιδίων συμβιών χηρευσάντων ιερέων και διακόνων, και λαβόν υπ’ όψιν ότι η έκπαλαι και υπέρ εαυτής κανονικάς διατάξεις έχουσα σχετική πράξις της ημετέρας Εκκλησίας δεν έχει άθικτον την ιερότητα και το κύρος αναλλοίωτον και ότι ως τοιαύτη επιδέχεται τροποποίησιν υπαγορευομένην υπό επειγουσών αναγκών και περιστάσεων τινών επί μέρους αυτοκεφάλων Εκκλησιών και αποβλέπουσαν εις αυτό το συμφέρον της όλης Ορθοδόξου Εκκλησίας ποιμαινούσης τε και ποιμενομενομένης,
Αποφασίζει ομοφώνως

1. Θεωρεί επιτρεπόμενον τον δεύτερο γάμον εις τους συνεπεία θανάτου χηρεύσαντας ιερείς και διακόνους, ως μη αντιβαίνοντα εις το καθόλου πνεύμα της Ευαγγελικής διδασκαλίας, μάλλον δε και προλαμβάνοντα μώμον κατά της ιερατικής καταστάσεως[12] (εδώ πρέπει να συμπεριλάβουμε και τους έγγαμους κληρικούς εκείνους που οδηγούνται εις διαζύγιον με υπευθυνότητα των πρεσβυτέρων τους).

2. Δικαιούνται αι Σύνοδοι των επί μέρους Εκκλησιών όπως επί τη γνωμοδοτήσει του αρμοδίου Επισκόπου επιτρέπωσιν εις τους αιτούντας εν χηρεία ιερείς και διακόνους την σύναψιν δευτέρου γάμου[13].
Λογίζεται το μέτρον τούτο κανονικώς έγκυρον μέχρι της συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, ήτινι μόνη απόκειται όπως περιβάλη την διάταξιν ταύτην διά κύρους καθολικού ( Πανορθόδοξον Συνέδριον, 1923, «Απόστολος Βαρνάβας», τεύχος 118, σελ 372 – 374, Λευκωσία, 1923).

Η Πανορθόδοξη Σύνοδος έχει την κανονική δικαιοδοσία να αποφασίσει για το δεύτερο γάμο των κληρικών και για το δικαίωμα των άγαμων κληρικών να πατρεύονται και μετά τη χειροτονία τους.

***Επιπλέον όμως δεν είναι καιρός η Πανορθόδοξη Σύνοδος να επαναφέρει και την αρχέγονη κανονική τάξη της Εκκλησίας μας να χειροτονούνται Επίσκοποι και έγγαμοι κληρικοί, ως επίσης και να επιτρέπει και το μυστήριο του γάμου εις τους άγαμους Αρχιερείς της; Γι’ αυτά τα σημαντικά θέματα δεν νομίζω να υπάρχει κάποιο δογματικό ή θεολογικό ή ηθικό εμπόδιο.***

**** Οι παρατηρήσεις της τελευταίας παραγράφου του κειμένου μου είναι προσωπικές.


[1] Έτος Γ΄., τεύχος 50, σελ. 51 – 58, Λευκωσία, 1920.

[2] Στο ίδιο τεύχος σελ. 51 – 52, 56.

[3] Εκκλησιαστικός Κήρυξ, Αθήναι, 1920, τεύχος 254, σελ. 270.

[4] Αυτόθι 1920, τεύχος 260, σελ. 343.

[5] Απόστολος Βαρνάβας, τεύχος 50, 1920, σελ. 330 – 331, Λευκωσία.

[6] Βλέπε Προβατάκη Μιχ. Θεοχάρη, Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης, Από ανέκδοτες επιστολές του, Αθήνα, 1988.

[7] Απόστολος Βαρνάβας, τεύχος 117, σελ. 357, 1923, Λευκωσία.

[8] παρβλ. Α΄. Κορ. 9, 5.

[9] παρβλ. Ι΄ Κανόνα της εν Αγκύρα.

[10] Η υπογράμμιση δική μου.

[11] Στην εκκλησιαστική πράξη η απόφαση αυτή δεν εφαρμόζεται από τις Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, χωρίς να σημαίνει όμως ότι δεν έχει και κανονική δικαίωση και κύρος για να έχει ισχύ και να εφαρμόζεται.

[12] Η υπογράμμιση δική μου.

[13] Στην εκκλησιαστική πράξη των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών η απόφαση αυτή δεν εφαρμόζεται, χωρίς να σημαίνει ότι άχρι καιρού από κανονικού δικαίου δεν μπο-ρεί να εφαρμόζεται.