You are currently viewing Η Μυτιλήνη εόρτασε τον Πολιούχο της

Η Μυτιλήνη εόρτασε τον Πολιούχο της

Μέ ἰδιαίτερη λαμπρότητα καί κατάνυξη ἑορτάσθηκε καί πάλι στίς 17 Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. στήν πόλη της Μυτιλήνης ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Νεομάρτυρος, τοῦ ὁποίου ἡ τιμία κάρα του μέ τό ἄφθαρτο σκήνωμά του φυλάσσεται στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό.

Κατά τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τελέσθηκε Πανηγυρικός Ἀρχιερατικός Ἑσπερινός στό ὁποῖον χοροστάστησε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μυτιλήνης κ. Ἰάκωβος μέ τή συμμετοχή πολλῶν ἱερέων, τῶν ὁποίων προεξῆρχε ὁ Πανοσιολογιώτατος Πρωτοσύγκελλος Ἀρχιμ. π. Ἰάκωβος Καραμούζης, ὁ ὁποῖος καί ἐκήρυξε.

Ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τελέσθηκε ἡ Θεία Λειτουργία ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη μας μέ τή συμμετοχή Πανοσιολογιωτάτων Ἀρχιμανδριτῶν, τῶν πρεσβυτέρων τοῦ Ναοῦ καί δύο διακόνων.

Τό κήρυγμα ἔγινε ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας, ὁ ὁποῖος μίλησε ἐμπνευσμένα γιά τόν ἅγιο Θεόδωρο.

Ἐπίσης τήν ἴδια μέρα στό τάφο τοῦ ἁγίου, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στό Ναό τῆς Παναγίας Χρυσομαλλούσης στή Μυτιλήνη, τελέσθηκε καί ἐκεῖ – ὅπως κάθε χρόνο- Θεία Λειτουργία μέ τή συμμετοχή τῶν ἱερέων τοῦ Ναοῦ καί ἑνός ἄλλου πρεσβυτέρου, τῆς ὁποίας Θείας Λειτουργίας προεξῆρχε ὁ Ἅγιος Πρωτοσύγκελλος ,ὁ ὁποῖος καί μίλησε.

Τό βράδυ τῆς Τετάρτης 18 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε στόν Μητροπολιτικό Ναό ἡ καθιερωμένη ἀγρυπνία πρόν τιμήν τοῦ ἁγίου μας ἀπό τόν Πανοσιολογιώτατο Ἅγιο Πρωτοσύγκελλο μέ τή συμμετοχή τῶν ἱερέων τοῦ Ναοῦ, ἄλλων πρεσβυτέρων καί ἑνός διακόνου.

Τό κήρυγμα ἔκαμε καί πάλι ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Ἰάκωβος Καραμούζης, Πρωτοσύγκελλος καί Ἱεροκήρυκας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.

Ἄς σημειωθεῖ δέ ὅτι σ’ ὅλες τίς λατρευτικές ἐκδηλώσεις ἡ παρουσία τῶν πιστῶν ἦταν ἄκρως ἱκανοποιητική.

Σύμφωνα μέ τό συναξαριστή ὁ ἅγιος γεννήθηκε στό Νιχώρι τοῦ Βοσπόρου τό 1774 καί δούλευε μαθητευόμενος στήν ὑπηρεσία ἑνός χριστιανοῦ ζωγράφου στό παλάτι τοῦ σουλτάνου Μαχμούτ.

Παρά τήν εὐσεβῆ παιδεία του καί τήν ἐκ νεότητος ἐντρύφηση στίς Γραφές καί τήν προσευχή, τά πλανερά θέλγητρα τῶν κοσμικῶν ἀπολαύσεων καί τῆς τρυφῆς τόν ἔκαναν νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί νά ἀσπασθεῖ τό Ἰσλάμ.

Μετά ἀπό τρία χρόνια σαρκικοῦ καί ἐπιπόλαιου βίου στήν αὐλή, μιά τρομερή ἐπιδημία πού ἔσπειρε τόν θάνατο σέ ἀνθρώπους κάθε κοινωνικῆς τάξης μέχρι καί τοῦ σουλτανικοῦ περιβάλλοντος, τόν ἔκανε νά συναισθανθεῖ τήν ματαιότητα τῶν ἀπολαύσεων τοῦ κόσμου τούτου.

Ἐρχόμενος στόν ἑαυτό του ἔφυγε κρυφά ἀπό τό παλάτι, καί ἀφοῦ χρίσθηκε μέ τό Ἅγιο Μύρο ἦλθε στή Χίο, ὅπου πέρασε λίγο καιρό κάτω ἀπό τήν καθοδήγηση ἑνός πνευματικοῦ γέροντα.

Οἱ ἐπανειλημμένες ἐξομολογήσεις, ἡ μετάληψη τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ἡ ἀνάγνωση τῶν ἄθλων τῶν Νεομαρτύρων, ὅπως τοῦ ἁγίου Πολυδώρου (3 Σεπτεμβρ.) τόν ὁδήγησαν στόν ἀπόφαση νά σφραγίσει τή μετάνοιά του χύνοντας ὁ ἴδιος τό αἷμα του γιά τόν Κύριο.

Ἦρθε στή Μυτιλήνη καί τήν Πέπμτη τῆς πρώτης ἑβδομάδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τοῦ ἔτους 1795 παρουσιάσθηκε στόν δικαστή καί ὁμολόγησε τήν πίστη του, λέγοντας ”Εἶμαι χριστιανός”.

Ἀκολούθησαν μαστιγώσεις, ξυλοδαρμοί, φυλακίσεις καί στή συνέχεια στερέωσαν τούς κροτάφους του μέ δύο τοῦβλα πού ἔσφιγγαν τόσο δυνατά μέ ἕνα σχοινί, ὥστε τά μάτια του νά βγοῦν τελικά ἀπό τίς κόγχες τους.

Ἀφοῦ ὁμολόγησε γιά τελευταία φορά τό Χριστό, τό κρέμασαν στήν ἀγχόνη, ἀλλά τό σχοινί ἔσπασε καί ὁ Θεόδωρος ἔπεσε στή γῆ πληγώνοντας τά γόνατά του.

Τόν ξανακρέμασαν καί τέλος ἔλαβε τόν πολυπόθητο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Γιά τρεῖς μέρες οἱ χριστιανοί ἔτρεχαν ἀπό ὅλα τά μέρη γιά νά κόψουν ἕνα κομματάκι ἀπό τό ἔνδυμά του καί νά τό βουτήξουν στό τίμιο αἷμα του πού δέν σταματοῦσε νά τρέχει ἀπό τίς πληγές του, ἐνῶ πραγματοποιοῦνταν πλῆθος ἰάσεις.

Στή συνέχεια ὁ ἅγιος Θεόδωρος κηδεύτηκε μέ εὐλάβεια στήν περιοχή τῆς Χρυσομαλλούσης.