You are currently viewing Μητροπολίτης Κερκύρας: «Υποδεχόμαστε τον πρώτο της Ορθόδοξης Εκκλησίας»

Μητροπολίτης Κερκύρας: «Υποδεχόμαστε τον πρώτο της Ορθόδοξης Εκκλησίας»

Με ένα θερμό λόγο καλωσόρισε τον Οικουμενικό Πατριάρχη ο Μητροπολίτης Κερκύρας κ.Νεκτάριος.

Ο Σεβασμιώτατος, κατά τη Δοξολογία στο Ιερό προσκύνημα του Αγίου Σπυρίδωνα μίλησε για τα έργα του Πατριαρχείου.

Ολόκληρη η ομιλία του Μητροπολίτη κ.Νεκταρίου έχει ως εξής:

«Παναγιώτατε Πάτερ και Δέσποτα,

«Η Κέρκυρα σήμερα λαμπρά λαμπρώς εορτάζει» (Οίκος της εορτής του Αγίου Σπυρίδωνος). Πενήντα και ένα χρόνια, μετά την ιστορική επίσκεψη του από Κερκύρας και Αμερικής προκατόχου σας, του οραματιστή, ηγετικού και αρχοντικού Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου του Πρώτου, η νήσος μας αξιούται της σεπτής υμετέρας Πατριαρχικής επισκέψεως, παρουσίας, ευλογίας. Είναι μεγίστη η τιμή για όλους μας, τον Επίσκοπο, τον κλήρο, τους άρχοντες, τον λαό του Θεού. Είναι μεγίστη η τιμή για τον τόπο μας. Αυτόν που συνδέεται με την Βασιλίδα των Πόλεων και με την Μητέρα Εκκλησία διά πολλών δεσμών. Αυτή είναι η οποία μας έδωσε το εχέγγυον της εκκλησιαστικότητος. Μας συμπεριέλαβε στον κατάλογο των Επισκοπών, μερίμνησε άχρι της Ενώσεως των Επτανήσων με το ελληνικό κράτος για την εκλογή των Επισκόπων, ως πνευματικών πατέρων, μας γαλούχησε εν Χριστώ. Καί εγγυήθηκε όχι μόνο την αποστολική διαδοχή, αλλά και την διακράτηση της αποστολικής πίστεως.

Την αυθεντικότητά της, ιδιαιτέρως κατά τους δυσκόλους χρόνους της Ενετοκρατίας. Μας κράτησε ορθοδόξους κατά τον καιρό του ανελευθέρου παραπικρασμού μας, δίδοντας το μυστήριο της ιερωσύνης στους κληρικούς μας, οι οποίοι δεν είχαν επισκόπους, αλλά μόνο προϊσταμένους-πρωτοπαπάδες. Εκείνοι ήταν υπόλογοι έναντι του κράτους της Βενετίας για την διοίκηση της τοπικής Εκκλησίας, αλλά ουδείς θα μπορούσε να χειροτονηθεί, εάν η μέριμνα της Μητρός Εκκλησίας δεν έδινε ποιμένες στον λαό του Θεού, εάν η ανύστακτος αγωνία του Φαναρίου δεν κρατούσε ζωντανές τις ορθόδοξες κοινότητες των νησιών μας.

Εκ της Βασιλίδος των Πόλεων και εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου προέρχονται οι πολυτίμητοι θησαυροί του τόπου μας, οι προστάτες άγιοί μας. Σπυρίδων ο της Τριμυθούντος επίσκοπος, ο θαυματουργός, ο φέρων διά της εν τω σώματι αφθαρσίας τον τύπον της Αναστάσεως και ο δειχθείς πύλη διά της οποίας οι προπάτορές μας εσπούδασαν την σημασία της πίστεως, της ακεραίου και ακαινοτομήτου, τον σύνδεσμο της αγάπης Θεού και ανθρώπου, ο οποίος εις άπαντας μένει αδιαλώβητος ως παράδοση πνευματική, αλλά και σε σκεύη εκλογής -Κύριος οίδεν για ποιούς ξεχωριστούς λόγους- και στον τρόπο του σώματος. Θεοδώρα η Αυγούστα και Οσία, η αυτοκράτειρα η οποία προστάτευσε με προσωπικό τίμημα την Ορθοδοξία, ανεστήλωσε τις ιερές εικόνες και μας έδωσε την ευκαιρία να αναφωνούμε το «τιμώντες εν συγγραφαίς, εν νοήμασιν, εν θυσίαις, εν ναοίς, εν εικονίσμασιν» αυτήν (Συνοδικόν της Ορθοδοξίας).

Μας έδωσε την ευκαιρία να κατανοούμε πρακτικές πλευρές της εν τω κόσμω ζωής μας, την αξία της οικογενείας, της υπομονής και της πραότητος εν αυτή, την αξία της ασκητικότητος και της υπακοής στο θέλημα του Θεού, ακόμη κι αν αυτό περνά μέσα από την κάμινον της δοκιμασίας. Ίσως γι’ αυτό και ο Θεός την εθαυμάστωσεν, τηρώντας και το δικό της σκήνος αδιαλώβητον. Καί μας συνδέουν ες αεί οι θησαυροί αυτοί με την Κωνσταντινούπολι, με την Μητέρα Εκκλησία, διότι μας υπενθυμίζουν την εκκλησιαστικήν μας πρωτεύουσα, αλλά κυρίως, την πνευματική μας τροφόν και κιβωτόν, η οποία μας έδωσε και μας δίδει την χάριν και την χαράν να φιλοξενούμε ορατά της σημεία.

Σας υποδεχόμαστε λοιπόν σήμερα, Παναγιώτατε, ως τον Πρώτο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Σε μία εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι, επηρεασμένοι από την οίηση του ορθολογισμού, διακηρύσσουν ότι δεν θέλουν αυθεντίες και θεσμούς να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ζωή τους, η Ορθόδοξη Εκκλησία στο πρόσωπο και τον θεσμικό ρόλο της Σεπτής Υμετέρας Κορυφής δεν διαβλέπει απλώς την ιστορική συνέχεια της εμπειρίας και της διακονίας της, δηλαδή μία ανάμνηση από το παρελθόν, απαραίτητη για να μην απολεσθή αυτό στον κυκεώνα της συγχύσεως. Στο σεπτό Πρόσωπό Σας διαβλέπουμε τον θεσμό εκείνον ο οποίος αποτυπώνει την ελευθερία της εκκλησιαστικής ζωής, η οποία κοινοποιείται ως πρότυπο στον κόσμο. Διότι η ελευθερία στην Εκκλησία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αγάπη και όχι με τον καταναγκασμό. Καί η αγάπη πηγάζει από την πατρότητα. Ο πατέρας αγαπά τα τέκνα του όχι για να τα εξουσιάζει, αλλά για να τα καθοδηγεί στην ελευθερία. Καί όταν αυτά ενηλικιωθούν, μιμνήσκονται της αγάπης και της δωρεάς την οποία έλαβον και ως αντιπελάργωσι προσφέρουν στον πατέρα τους όχι τον φόβο και την υποταγή, αλλά την ευγνωμοσύνη και την συμπόρευση στην οδό της κατά Θεόν προόδου. Αν για τους ορθολογιστές ανθρώπους ελευθερία σημαίνει το ίδιον θέλημα, ενίοτε και η αταξία, για την Εκκλησία ελευθερία σημαίνει τάξη, σημαίνει ιεραρχία, σημαίνει οδηγός και σημείον αναφοράς. Καί άπαντα λειτουργούν με γνώμονα την πατρότητα. Εμείς λοιπόν σήμερα, καίτοι ενηλικιωθέντες και ανήκοντες εις την θυγατέρα της Μητρός Εκκλησίας Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Ελλάδος.

Σας υποδεχόμαστε ως τον Πατέρα και Πρώτο συμπάσης της Ορθοδοξίας, για να σας δηλώσουμε ότι δεν είμεθα επιλήσμονες του χρέους της αγάπης. Δεν είμεθα οι νεώτεροι υιοί οι οποίοι αποδημούμε «εις χώραν μακράν» (Λουκ. 15,13), αλλά εργαζώμεθα αόκνως, φυλάττοντας ως πολύτιμον πνευματικήν παρακαταθήκην ο,τι διδαχθήκαμε και όντας έτοιμοι να προσφέρουμε στον Πατέρα την χαρά του να βλέπει τα τέκνα του να προοδεύουν και να διατηρούν άσβεστον την λυχνίαν της πίστεως, της διακονίας, της εκκλησιαστικότητος, του ορθοδόξου φρονήματος, του διαλόγου με τον κόσμο, του φρονήματος του διαλόγου με τον κόσμο, του φρονήματος της παγκοσμιότητος της χριστιανικής αγάπης, η οποία εργάζεται «ίνα ώσιν πάντες εν» (Ιωάν. 17,21).

Σας υποδεχόμαστε σήμερα, Παναγιώτατε, ως την κατεξοχήν πνευματική αυθεντία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τόσο Εσείς, όσο και οι περί Υμάς, Πατριάρχες, Προκαθήμενοι και συνεπίσκοποι εγγυώμαστε την συνέχεια και την ακρίβεια της πίστεως και των κανόνων οι οποίοι την διέπουν, εμπνέοντας τον λαό να παραμείνει ακέραιος και ακαινοτόμητος ως προς την πίστι. Στον αγώνα αυτό όμως η Εκκλησία δεν μπορεί να παραμείνει κλεισμένη στον εαυτό της. Ο Πρώτος της Εκκλησίας φέρει την ιστορική ευθύνη να καταδείξει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού στο οποίο άπαντες χωρούσι «εν Πνεύματι και Αληθεία» (Ιωάν. 4,24). Καί είναι ο χρόνος στον οποίο ζούμε «καιρός ευπρόσδεκτος» (Β’ Κορ. 6,4) γι’ αυτόν τον αγώνα να ξεπεράσουμε νοοτροπίες οι οποίες τονίζουν το μέρος και αδιαφορούν για το όλον, δηλαδή για την οικουμενική αποστολή και αντίληψη της Ορθοδόξου Πίστεως. Η αποστολή αυτή ακολουθεί οδόν σταυρού. Θέλουμε να επιτρέψετε σε εμάς εδώ, οι οποίοι ζούμε σε έναν τόπο όπου η ιστορική ανάγκη καθιστά εκούσια επιλογή την συνύπαρξη των θρησκευτικών κοινοτήτων, να φανούμε συγκυρηναίοι στον κόπο Σας, ταπεινοί συμπαραστάτες στην φιλαδελφία και την αγάπη, στο ανοικτό πνεύμα και στην ευθύνη έναντι του σώματος του Χριστού.

Σας υποδεχόμαστε σήμερα, Παναγιώτατε, με θαυμασμό για το Σεπτό Πρόσωπόν Σας, για την ακάματον πορεία σας να δείξετε απανταχού της γης τι σημαίνει Ορθοδοξία, σε έναν κόσμο συγχύσεως, απομακρύνσεως από την αλήθεια του Ευαγγελίου, αδιαφορίας για τον Χριστό. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ετόλμησε, πρωτοπορώντας, να θέσει τα σύγχρονα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει η οικουμένη υπό το πρίσμα και την προοπτική της ορθοδόξου χριστιανικής παραδόσεως. Έδειξε ότι η ρίζα του οικολογικού προβλήματος είναι η εγωκεντρική αμαρτία και απληστία, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο να μην σέβεται την κτίση, διότι δεν έχει κοινωνία με τον Κτίσαντα. Έδειξε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να εργαστεί για έναν δικαιότερο κόσμο εάν λειτουργεί ως συνασπισμός συμφερόντων, αλλά χρειάζεται να καλλιεργήσει το ήθος της χριστιανικής αγάπης, της μέριμνας για τους ασθενέστερους, της συμπαραστάσεως στον κάθε άνθρωπο, ως εικόνα του Θεού. Έδειξε ότι ο κόσμος δεν θα πορευθεί προς την αληθινή πρόοδο, εάν δεν αποξηράνει τις ρίζες του πολέμου και του σπαραγμού, οι οποίες τρέφονται από την απουσία της αγάπης, από την διάσπαση την προκαλούμενη εκ του φανατισμού, τόσο του θρησκευτικού όσο και κάθε άλλης μορφής, από την αδυναμία των ανθρώπων να διαλεχθούν και να συνυπάρξουν.

Καί ιδίως Εσείς, Παναγιώτατε, αόκνως εργαζόμενος φέρατε αυτά τα μηνύματα. Ενίοτε εις ώτα μη ακουόντων. Την ίδια στιγμή όμως δείξατε ότι η Ορθοδοξία, χάρις στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο διέσωσε το ήθος της αγάπης των αγίων μας, παραμένει μοναδική πνευματική παρακαταθήκη και εφεδρεία. Εάν η Ευρώπη και ο κόσμος στηριχτούν στο ορθόδοξο ήθος, θα μπορέσουν να ζήσουν αληθινά. Γνωρίζουμε ότι πολλοί, ακόμη και εντός των τειχών, έχουν την εντύπωση ότι η Εκκλησία λειτουργεί μόνο εσχατολογικά και μεταφυσικά.

Η Ορθοδοξία όμως πάντοτε και σήμερα, χάρις και στην πεπνυμένη καθοδήγησή Σας, μαρτυρεί για την εσχατολογική δωρεά η οποία γίνεται παρόν, δίδεται ως αγάπη και παρά Θεού ενίσχυση στον άνθρωπο ο οποίος αγωνίζεται εν τω νυν αιώνι να εφαρμόσει τις εντολές του Ευαγγελίου, με μείζονα αυτής της αγάπης, διότι δεν είναι αρκετό να σωθεί κάποιος μόνος του, αλλά καλείται να συναντά τον πλησίον του στην οδό της Βασιλείας του Θεού. Καί η διακονία γίνεται τοιουτοτρόπως ήθος, το οποίο μπορεί να μεταμορφώσει το ιστορικό παρόν.

Σας υποδέχεται σήμερα, Παναγιώτατε, ένας τόπος φιλόξενος και αρχοντικός. Με πολιτισμό και παράδοση, στοιχεία τα οποία συναντούν την ευαισθησία του ανθρώπου και το φως της χριστιανικής πίστεως. Βρισκόμαστε στο δυτικό άκρο της Ελλάδος. Είμαστε ο τελευταίος σταθμός πριν την καθαυτό Δύση. Εδώ έχει γίνει ένας γόνιμος συνδυασμός της μουσικής της Δύσεως με την παράδοση της καθ’ ημάς Ανατολής. Της αρχιτεκτονικής της Δύσεως με τις λατρευτικές συνήθειες της Ανατολής. Της μεταβυζαντινής εικονογραφήσεως, η οποία εξανθρωπίζει τις μορφές και τις εντάσσει στην φυσικότητα και το χρώμα του τοπίου, χωρίς να λησμονεί τις ρίζες. Τού ενδιαφέροντος για τα κοινά και την πολιτική, της προοδευτικής μαχητικότητος και της δίψας για ελευθερία. Πρωτίστως όμως είναι ένας τόπος στον οποίο κέντρο και σημείο αναφοράς είναι οι Άγιοί μας.

Οι άνθρωποι φέρουν τα ονόματα του Αγίου Σπυρίδωνος, της Αγίας Θεοδώρας, της Αγίας Κερκύρας, του Αγίου Αρσενίου, των Αγίων Ιάσονος και Σωσιπάτρου και την ίδια στιγμή νιώθουν αυτήν την οικειότητα μαζί τους. Οι Άγιοι είναι οι προστάτες μας, οι γέφυρες με τον ουρανό και την ίδια στιγμή εκείνοι οι οποίοι δίνουν νόημα στον χρόνο μας, με τις γιορτές, τις λιτανείες, τους ναούς τους. Ήρθατε σε έναν τόπο στον οποίο τα έθιμα και οι παραδόσεις μας παραμένουν κραταιά στοιχεία, όχι απλώς κατάλοιπα του παρελθόντος, σύνδεσμοι νεωτέρων και μεγαλυτέρων με την Ορθοδοξία. Πολλά εξ αυτών έχουν την αφετηρία τους στην Κωνσταντινούπολη, στην Βασιλίδα των Πόλεων. Καί γι’ αυτό ήρθατε σε έναν τόπο ο οποίος μπορεί εξωτερικά να μην φαίνεται συνδεδεμένος με το Βυζάντιο, όποιος όμως τον ζήσει καταλαβαίνει ότι αναπνέει βυζαντινά, αναπνέει ορθόδοξα, αναπνέει ελληνικά.

Σας υποδέχεται, Παναγιώτατε, μία Εκκλησία η οποία σε μία περίοδο μεγάλης κρίσεως αγωνίζεται να κρατήσει ζωντανό το ορθόδοξο ήθος. Κοντά στον άνθρωπο ο οποίος δοκιμάζεται. Χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς φανατισμό, χωρίς ακρότητες. Με ανθρώπους οι οποίοι εμπιστεύονται τα καλέσματα της Εκκλησίας, διακονούν, στηρίζουν, κάνουν τον πόνο του άλλου δικό τους. Με έναν κλήρο ο οποίος διατηρεί άσβεστη την φλόγα της πίστεως, θέλει η Εκκλησία να δίνει μαρτυρία δυναμική, αγκαλιάζει τον επανευαγγελισμό του λαού. Με μοναστήρια συνήθως μικρά σε δύναμη, αλλά πνευματικούς φάρους σε ο,τι αφορά στην αγάπη για τον Θεό, καταφύγια των ανθρώπων οι οποίοι θέλουν να λατρεύσουν τον Κύριό μας, να ακούσουν έναν λόγο πνευματικό και να βιώσουν την θέρμη της φιλοξενίας.

Με άρχοντες οι οποίοι επειδή κατανοούν ότι χωρίς την Εκκλησία ο τόπος δεν μπορεί να προχωρήσει, συμπαρίστανται με τον τρόπο τους, αναδεικνύοντας μία ευλογημένη ενότητα και ομόνοια. Με σχολεία και Πανεπιστήμιο, τα οποία γίνονται κυψέλες μορφώσεως, προβληματισμού και καλλιέργειας του νού. Σας υποδέχεται, τελικά, ένας τόπος στον οποίο, παρά τα όποια προβλήματα ηθικά και πνευματικά, ο τουρισμός γέννησε και κρατά ζωντανή την φλόγα της συναντήσεως ανθρώπων διαφορετικής προελεύσεως, διαφορετικών πνευματικών και κοινωνικών καταβολών, αλλά την ίδια στιγμή ευαίσθητων, χαρούμενων, έτοιμων να καταστήσουν την ξένη γη πατρίδα τους. Σας υποδέχεται ένας τόπος και μία Εκκλησία ανοιχτοί στα δεδομένα της σύγχρονης πραγματικότητας, όπου δεσπόζει η δίψα για αλήθεια και ελευθερία.

Σας υποδέχεται όμως και ο ταπεινός Επίσκοπος του τόπου, ο οποίος διασώζει στην μνήμη του την προσωπική Σας γνωριμία, από τα χρόνια της Αρχιερατείας Σας ως Μητροπολίτου Φιλαδελφίας, όταν εκείνος διακονούσε στον Βόλο κοντά στον πληθωρικό και δυναμικό τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρό Χριστόδουλο. Αυτός ο Επίσκοπος διέσωζε και διασώζει στην μνήμη και την καρδιά του την αρχοντιά Σας, την μόρφωσή Σας, την δωρικότητα στην έκφραση, αλλά και την σοφία, την γνώση, την ευγένεια, την εμβέλεια του οραματισμού Σας. Καί είναι τιμή για τον ταπεινό Επίσκοπο να Σας υποδέχεται ως πατέρας και ποιμένας της τοπικής Εκκλησίας, ως εκφραστής των αισθημάτων αγάπης κλήρου, αρχόντων και λαού και την ίδια στιγμή ως οικείος Σας. Ως ταπεινός συνοδοιπόρος, ειλικρινής συνομιλητής και κοινωνός της πίστεως, της ελπίδος και της κατά Θεόν αγάπης.

Μαζί με Σας, Παναγιώτατε, υποδεχόμαστε την τετιμημένην συνοδεία Σας, τους αδελφούς και συλλειτουργούς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτας Ίμβρου και Τενέδου κ. Κύριλλον και Λέρου, Καλύμνου και Αστυπαλαίας κ. Παΐσιον, τους Πανοσιολογιωτάτους, Αιδεσιμολογιωτάτους, Ιερολογιωτάτους, Εντιμολογιωτάτους και Εντιμοτάτους πατέρας και συνεργάτας Σας, τους οποίους καλωσορίζουμε φιλαδέλφως και εγκαρδίως. Υποδεχόμεθα όμως και τους λίαν αγαπητούς αδελφούς και συλλειτουργούς, Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτας Ιωαννίνων κ. Μάξιμον, εκπρόσωπον της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και μεταφέροντα την αγάπη και τις ευχές του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. κ. Ιερωνύμου και των Συνοδικών Αρχιερέων, οι οποίοι ασμένως και εν αγάπη πολλή απεδέχθησαν το αίτημά μας να πραγματοποιηθή αυτή η ευλογητή επίσκεψη, Δωδώνης κ. Χρυσόστομον, Λευκάδος και Ιθάκης κ. Θεόφιλον, Ζακύνθου κ. Διονύσιον και Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Χρυσόστομον, καθώς και τον πρωτοσύγκελλον της Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαληνίας, εκπροσωπούντα τον πολίον Μητροπολίτην κ. Σπυρίδωνα, οι οποίοι συμμετέχουν στην χαρά της τοπικής μας Εκκλησίας.

Καλώς ορίσατε, Παναγιώτατε! Επίσκοπος, άρχοντες, κλήρος και λαός Σας ανοίγουμε την καρδιά μας και Σας παρακαλούμε να μας ευλογήσετε! Να μας δώσετε δύναμη! Να προεξάρχετε της πανηγύρεως του Αγίου μας! Να αισθανθείτε την Κέρκυρα σπίτι Σας! Καί να δέεσθε προς τον Οικτίρμονα Κύριο για όλους εμάς! Είησαν πλείστα τα έτη Σας, γέμοντα χαράς, υγείας και ελπίδος διά σύμπασαν την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και την οικουμένην! Ως ευ παρέστητε!».