Ο Ναυπάκτου Ιερόθεος σε ένα συγκλονιστικό κείμενο για τον αείμνηστο Μάνης Χρυσόστομο

Με κείμενό του στην ιστοσελίδα της Μητρόπολης, ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος αναφέρεται στον μακαριστό Μητροπολίτη κυρό Χρυσόστομο αλλά και στο μάθημα των Θρησκευτικών, αναφερόμενος στην Ιεραρχία του Μαρτίου 2016.

Αναλυτικά το κείμενό του:

Την 8η Νοεμβρίου, εορτή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ και όλων των επουρανίων δυνάμεων ασωμάτων, κοιμήθηκε ο Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος, ο οποίος εξελέγη Μητροπολίτης επί Αρχιεπισκοπείας Σεραφείμ και μάλιστα ήταν η τελευταία εκλογή του μακαριστού εκείνου Αρχιεπισκόπου.
Ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Κορακίτης, πριν γίνει Μητροπολίτης, ήταν γνωστός σε όλους μας, διότι εφημέρευε στον Ιερό Ναό Αγίας Ειρήνης οδού Αιόλου, που ΄ήταν ο πρώτος Μητροπολιτικός Ναός των Αθηνών, και υπηρετούσε ως Γραμματεύς στα Γραφεία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Γνωρίζαμε όλοι την ευλάβειά του, το ταπεινό του φρόνημα, την ευγένεια του χαρακτήρα του, τον αρχοντικό τρόπο εκφράσεώς του, αλλά και τον εκπληκτικό τρόπο με τον οποίον χειριζόταν την ελληνική γλώσσα, που ομοίαζε με την γλώσσα του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη.
Προσωπικά εκτιμούσα τον τότε Αρχιμ. Χρυσόστομο Κορακίτη, όταν υπηρετούσα στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών ως Ιεροκήρυξ και Διευθυντής Νεότητος της Αρχιεπισκοπής και συνεργαζόμασταν για διάφορα ποιμαντικά θέματα της αρμοδιότητός μου.
Όταν γίναμε και οι δύο Αρχιερείς, σε μια συνοδική περίοδο συμπέσαμε ως Συνοδικοί Σύνεδροι και έβλεπα τα χαρίσματά του, καθώς επίσης τον ωραίο τρόπο με τον οποίον διατύπωνε τις απόψεις του, με την χρήση της ελληνικής γλώσσης, που το έκανε ανεπιτήδευτα. Στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, επειδή μας χώριζε μόνον ένας χρόνος εκλογής και χειροτονίας μερικές φορές ήμασταν πολύ κοντά στα συνοδικά έδρανα και χαιρόμουν τον τρόπο και τον λόγο με τον οποίον σχολίαζε τα θέματα που συζητούσαμε. Είχε βαθειά πίστη και εύστοχη κρίση.
Ως Μητροπολίτης εργάσθηκε αθόρυβα στην μικρή του Μητρόπολη, απέφευγε συστηματικά τις άσκοπες επισκέψεις σε άλλες Μητροπόλεις για αρχιερατικά Συλλείτουργα, κρατώντας έτσι την παλαιά παράδοση των Ιεραρχών.

Εκείνο, όμως, που έκανε σε πολλούς εντύπωση ήταν ο τρόπος της κοιμήσεώς του. Έφυγε από τον κόσμο αυτό κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας, την εορτή των αγίων Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, ενώ ήταν ενδεδυμένος τα αρχιερατικά του άμφια, κατά την ευχή της αναφοράς, μετά την εκφώνηση των λόγων του Χριστού «λάβετε φάγετε…», «πίετε εξ αυτού πάντες…», γονατιστός μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Όλα αυτά είναι άκρως συμβολικά.
Με τον τρόπο αυτό πέρασε στην ουράνια θεία Λειτουργία. Αφού η θεία Λειτουργία που τελούσε στους Ναούς ήταν ιδιαίτερος τρόπος ζωής του, σε αυτήν την στάση η ψυχή του πέρασε στον άλλο τρόπο ζωής, προς το ουράνιο Συλλείτουργο. Είδα πολλές φορές την συγκεκριμένη στιγμή που γονάτισε μπροστά στην Αγία Τράπεζα και αισθάνθηκα βαθειά συγκίνηση.
Το πλέον εντυπωσιακό ήταν ότι πριν κοιμηθή έδωσε την ομολογία της πίστεώς του. Είπε με τον ιδιαίτερο τρόπο της φωνής του και στεντορεία τη φωνή το «Σύμβολον της Πίστεως» «Πιστεύω εις έναν Θεόν…», που είναι απόφαση των Οικουμενικών Συνόδων Α’ και Β’, τονίζοντας μερικές χαρακτηριστικές φράσεις του.
Στην χειροτονία του σε Επίσκοπο, όπως γίνεται και σε κάθε χειροτονία Επισκόπου, έδωσε την ομολογία της πίστεώς του στις αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, και ανέγνωσε το «Σύμβολο της Πίστεως». Αυτό είναι τεκμήριο ορθοδοξίας κάθε Επισκόπου και διαβεβαιώσεως ενώπιον Κλήρου και λαού ότι θα ποιμάνη το ποίμνιό του μέσα από αυτήν την προοπτική. Ο μακαριστός Ιεράρχης Χρυσόστομος αξιώθηκε από τον Θεό να κάνη το ίδιο και κατά την τελευταία θεία Λειτουργία της ζωής του και αμέσως μετά την ομολογία αυτή «πέταξε» η ψυχή του στον ουρανό. Άρχισε την αρχιερατική διακονία του με την ομολογία της πίστεως και την περάτωσε με αυτήν. Την ημέρα της χειροτονίας του τέλεσε για πρώτη φορά την θεία Λειτουργία και εκοιμήθη κατά την ώρα της τελευταίας Λειτουργίας του.

Με τον τρόπο αυτό έδειξε ότι τήρησε όσα υποσχέθηκε κατά την χειροτονία του, δεν «έπαιζε» με τα ιερά και όσια της Αρχιερωσύνης. Γιατί δεν χειροτονείται ο Επίσκοπος – Αρχιερέας για να είναι ένα θρησκευτικό σύμβολο, ούτε για να συμβάλη με τους πολιτικούς άρχοντες στην διατήρηση της ενότητας του κοινωνικού ιστού, ούτε βέβαια για να υπηρετήση κοινωνικά και πολιτιστικά την κοινωνία, αλλά για να ομολογή την πίστη του στο μυστήριο του Τριαδικού Θεού, το μυστήριο της θείας Οικονομίας, το μυστήριο της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, την προσδοκία της αναστάσεως των νεκρών και της αιωνίου ζωής.
Το ακόμη πιο εκπληκτικό ήταν ότι ενώ συνήθιζε να ομιλή κατά την διάρκεια του «κοινωνικού», εκείνη την ημέρα, κατά ιδιαίτερο τρόπο, θέλησε πριν την εκφώνηση του «Πιστεύω» να διατρανώση την θεολογική και εκκλησιαστική ομολογία του για να την αφήση, χωρίς βέβαια να το γνωρίζη, ως παρακαταθήκη στο ποίμνιό του, σε μας τους Επισκόπους, τους Κληρικούς και σε όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας. Είπε τα εξής: «Επειδή, αγαπητοί αδελφοί, τούτους τους καιρούς πολλά παράδοξα και περίεργα παρουσιάζονται από την new age, την νέαν τάξιν πραγμάτων, την παγκοσμιοποίησιν, όπως βλέπετε οδεύομεν –και σχετικά συνέδρια έχουν γίνει– και προς την πανθρησκείαν. Προσπαθούν οι δυνάμεις του σκότους και τις θρησκείες να τις κάνουν έναν αχταρμά, ένα κουρκούτι, μια ρώσικη σαλάτα, πως να το πη κανείς;

Αλλά ποιος τους έχει πεί ότι η Ορθοδοξία και ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία; Και εμείς που το λέμε καμμιά φορά, «η θρησκεία μου», κάνουμε λάθος. Εμείς δεν έχουμε θρησκεία, τις θρησκείες τις φτιάχνουν οι άνθρωποι: ο Μωάμεθ, ο Βούδας, ο Ζωροάστρης, ο Ζαρατούστρας, ο Κομφούκιος, ο Σαλαμούστρας και δεν ξέρω ποιος. Εμάς είναι η εξ αποκαλύψεως διά Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού, ο οποίος έγινε άνθρωπος σαν εμάς και μας απεκάλυψε την αλήθεια περί του Τριαδικού Θεού. Ούτε καν με τις άλλες δύο μονοθειστικές, που τις λένε, θρησκείες, τον Ιουδαισμόν και τον Μουσουλμανισμόν, δεν συγγενεύομεν, διότι αυτοί δεν παραδέχονται την θεότητα του Ιησού Χριστού ούτε του Αγίου Πνεύματος. Ο ιδικός μας Θεός, λοιπόν, είναι Τριαδικός, ο Θεός Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα. Άρα υπάρχει διαφορά. Ωσαύτως και ο Μουσουλμανισμός το ίδιο κάθε άλλο, παρά παραδέχεται την θεότητα του Ιησού Χριστού. Συνεπώς διαφέρει η ιδική μας πίστις.

Θα παρακαλέσω, λοιπόν, το κάνουμε σε όλους τους ναούς, εδώ εις την Μάνην μας, η οποία πάντοτε βροντοφωνούσε την αλήθειαν. Αυτό βλέπω πάλι σήμερα διά πολλοστήν φοράν και αυτός ο Ναός εδώ της Αρεοπόλεως έχει μίαν ιδιαιτέραν μυστικοπάθειαν και χάριν, ίσως για όλα αυτά τα φοβερά τα οποία τελεσιουργήθηκαν. Που από δω, όπως ξέρετε οι πατέρες μας –και προχθές ο Δήμαρχός μας ήταν εις την Κρήτην– και εκεί υπάρχουν λείψανα και κόκκαλα Μανιατών, γιατί δεν έλειψαν από κανένα πόλεμον, ο οποίος διεξήχθη καθ’ άπασαν την Ελλάδα, έτρεχαν πρώτοι να δώσουν το «παρών» και ενεψύχωναν και τους άλλους. Σήμερα μου τα διηγείτο ο κ. Κυριάκος ο ιεροψάλτης που είχε πάει μαζί ακολουθώντας και μου έλεγε εκεί και με πήραν τα δάκρυα από αυτά που μου εδιηγείτο, ότι σώζονται τα λείψανα των πολεμιστών μας. Γι’ αυτό αυτός ο ναός έχει μίαν ιδιαιτέραν χάριν, διότι εδώ ήρθαν και κάνανε την δοξολογία και από εδώ ξεκίνησαν και τον κάναν τον Ιμπραήμ κι ακόμα τρέχει και από κεί που βρίσκεται, όπου και να βρίσκεται.
Λοιπόν, θέλω και το έχω εισαγάγει και το λέμε όλοι και το βροντοφωνούμε, όλοι μαζί το Σύμβολον της Πίστεώς μας: «Πιστεύω εις ένα Θεόν…»».
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερος κόπος για να αποκωδικοποιήση κανείς τα ιδιαίτερα σημεία των σκέψεών του.

Από τα λόγια αυτά φαίνεται ότι ο μακαριστός Ιεράρχης ήθελε να στιγματίση το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης στην θρησκεία, να καυτηριάση την «πανθρησκεία», αλλά και να κρίνη την προσπάθεια αποδυνάμωσης των παραδόσεων του γένους μας. Επί πλέον ήθελε να ομολογήση την πίστη του στον Τριαδικό Θεό, στην ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, στην Εκκλησία που είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, όπως καταγράφεται στο Σύμβολο της Πίστεως, την ανάσταση των νεκρών και την μέλλουσα ζωή.
Μέσα από αυτήν την προοπτική ενέταξε και την αναφορά του στους αγώνες των Ορθοδόξων Μανιατών. Γι’ αυτό προέτρεψε να «βροντοφωνάξουν» όλοι μαζί στον ιστορικό εκείνο Ναό το «Σύμβολο της Πίστεως».

Προφανώς στον νού του εκείνη την ώρα, επειδή ήταν όντως παραδοσιακός Ιεράρχης, υπήρχαν οι ενέργειες Κληρικών και Θεολόγων που έχουν ως αποτέλεσμα να υποβιβάζεται η Ορθόδοξη Εκκλησία στο επίπεδο μιάς θρησκείας ή στο επίπεδο μιάς Χριστιανικής Ομολογίας, κατά ένα συγκρητιστικό τρόπο, μέσα από την προοπτική του σχετικισμού.

Ο λόγος του αυτός ασφαλώς ήταν μια αντίδραση στις προσπάθειες «των δυνάμεων του σκότους», κατά τον λόγο του, να αποδυναμώσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως εκφράζονται με «σχετικά συνέδρια», με την πορεία «προς την Πανθρησκείαν», αφού όλες «τις θρησκείες τις κάνουν έναν αχταρμά, ένα κουρκούτι, μια ρωσική σαλάτα». Προφανώς μεταξύ των άλλων είχε υπ’ όψη του και το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως διδάσκεται από φέτος στα Σχολεία.
Και αφού έκανε αυτήν την ομολογία της πίστεώς του, ύστερα από ελάχιστα λεπτά κοιμήθηκε εν ειρήνη, γονατιστός μπροστά στην Αγία Τράπεζα και παρέδωσε την ψυχή του στον Χριστό, τον οποίον αγάπησε στην ζωή του.
Θεωρώ ότι ο μακαριστός Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος με την ομολογία της πίστεώς του και την κοίμησή του μέσα στον Ναό, κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, δίδαξε όλους μας, κυρίως εμάς τους Επισκόπους, να δίνουμε με σθένος την ομολογία της πίστεώς μας, όπως έχει καταγραφή από τους Πατέρες στις Οικουμενικές Συνόδους, και όπως την ομολογήσαμε προ της χειροτονίας μας σε Επίσκοπο.

Επίσης, η αναφορά του στο ότι μερικοί –«δυνάμεις του σκότους»– προσπαθούν να κάνουν τις θρησκείες «ένα αχταρμά, ένα κουρκούτι, μια ρωσική σαλάτα», πρέπει να μας προβληματίση σοβαρά για το μάθημα των Θρησκευτικών που διδάσκεται στα Σχολεία, το οποίο είναι όντως ένα συγκρητιστικό και τελικά και αντισυνταγματικό μάθημα. Η Ιεραρχία θα έπρεπε να παραμείνη στην πρώτη απόφασή της (Μάρτιο 2016) για το θέμα αυτό και να μη φανή ότι συμφώνησε με ένα τέτοιου είδους μάθημα Θρησκευτικών.
Ο μακαριστός Ιεράρχης μας δίδαξε να αποφεύγουμε τους βερμπαλισμούς, τις διπλωματίες σε θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα, και να ομολογούμε αυτό που είναι η βάση της πίστεώς μας και περιλαμβάνεται στο «Σύμβολο της Πίστεως», ζώντας όμως με το κενωτικό ήθος στο οποίο μας μυεί η θεία Ευχαριστία.
Τελικά εκείνο που μας έδειξε είναι ότι «δεν μπορούμε να παίζουμε με την αιωνιότητα».
Αιωνία η μνήμη του μακαριστού, παραδοσιακού και ομολογητού Μητροπολίτου Μάνης κυρού Χρυσοστόμου.